Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Ο Δημήτρης Χατζής και ο κόσμος του Τέλους της μικρής μας πόλης

Ο Δημήτρης Χατζής και ο «κόσμος» του «Τέλους της Μικρής μας Πόλης»
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Γράφει η Μαντώ Αραβαντινού στα 1977 στο κείμενό της : « Γραφή της εξορίας»: « Ο Δημήτρης Χατζής μακριά από την πληγή του κακού, μακριά από την πατρίδα, γράφει και λέει την αλήθεια. Μια αλήθεια ποιητική, ανθρώπινη, πέρα από σκοπιμότητες, μακριά από δογματισμούς, αυτοκριτικές για τη μεθόδευση του κινήματος απ’ τους ηγέτες, λαθεμένες πολιτικές κιν[1]ήσεις και διεκδικήσεις, ο Χατζής μιλάει και ιστορεί την αλήθεια ενός λαού που σταυρώθηκε: μπροστά σε τέτοια φοβερά και κοινά παθήματα, μονάχα η γλώσσα της αλήθειας και της ταπεινοσύνης μπορεί ν’ αντέξει κι αυτή η ταπεινοσύνη, αυτή η σχεδόν παιδικότητα της γραφής, βρίσκεται στο Μακρυγιάννη και την προφορική παράδοση».1
Κέντρο αυτού του λαού, λοιπόν, που σταυρώθηκε κατά την Αραβαντινού και που την αλήθειά του προσπάθησε να μας γνωρίσει με το λογοτεχνικό του έργο ο Δημήτρης Χατζής, κέντρο όμως απόκεντρο κατά κάποιο τρόπο και περιθωριακό, αν δε δημιουργούν αντίφαση οι λέξεις μεταξύ τους, αφού ζει στις άκρες της κοινωνίας και του κόσμου, είναι ο γυναικείος πληθυσμός του έργου του, σ’ όποια κοινωνική τάξη ή ομάδα κι αν ανήκει, καθώς και διάφοροι άλλοι περιθωριακοί πλην εργαζόμενοι τύποι και μοναχικοί, όπως ο γύφτος π.χ. στο διήγημα: «Σιούλας ο Ταμπάκος», παραπεταμένοι, φαινομενικά αδιάφοροι, που κανείς δεν υποψιάζεται την ύπαρξή τους και που κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτούς εκτός από εκείνη τη στιγμή, την ώρα της αλήθειας.
Είναι αυτός ο πληθυσμός των ταπεινών και των καταφρονεμένων που πρώτος συλλαμβάνει τα κρυμμένα μηνύματα των καιρών, τις επερχόμενες με τη μορφή καταστροφικής καταιγίδας αλλαγές, το οριστικό τέλος μιας εποχής και την ελπιδοφόρα αρχή μιας άλλης, που λόγω της καταπίεσης, μέσα από τη στέρηση, την ανάγκη και την ανημπόρεια, σωματική, κοινωνική, πολιτισμική, οικονομική και ψυχική ή και εξ αιτίας τους, κρατάει τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά και με σηκωμένες τις ευαίσθητες κεραίες των αισθήσεών του βλέπει καθαρά και ξάστερα ό,τι πεισματικά αρνούνται ή αδυνατούν να δουν οι κρατούσες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες, σαν να ζουν κάπου αλλού, σε κάποια άλλη κοινωνία, σε κάποιο άλλο χρονικό διάστημα, όταν τελικά καταφθάνουν οι αλλαγές, που είναι αναπόφευκτες, ξαφνιάζονται και καταρρέουν μαζί με το παλιό καθεστώς χάνοντας ταυτόχρονα τον κόσμο από τα μάτια τους και τη θέση που μέχρι τότε κρατούσαν στην κοινωνία[2].
Στα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του ο Δημήτρης Χατζής ανατέμνει, περιγράφει, μελετάει και αναλύει τα βεβαιωμένα αδιέξοδα και τις ακυρωμένες ελπίδες ενός κόσμου μίζερου, καταπιεστικού και παρακμασμένου που του κατατρώει τα σπλάχνα η φθορά και η διάλυση, τη στάση του οποίου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό η στέρηση και η ανάγκη, η πολιτική, κοινωνική, ψυχική, οικονομική, επαγγελματική και πολιτισμική πενία και ταυτόχρονα ενός κόσμου που προσπαθεί απεγνωσμένα πλην μάταια να τινάξει από πάνω του τα σκληρά δεσμά που άλλοι του έχουν επιβάλλει και να ζήσει όσο του είναι δυνατόν ελεύθερα και δημιουργικά και για τον εαυτό του αλλά και για το σύνολο μέσα σε άθλιες οικονομικά και κοινωνικά συνθήκες, έχοντας συνάμα ν’ αντιμετωπίσει την εχθρική στάση μιας υπό διαμόρφωση κοινωνίας και των ηγέτιδων τάξεών της, παλαιών και νέων.
Ο κόσμος αυτός του Δημήτρη Χατζή στην πραγματικότητα είναι ένας κόσμος εξόριστος και περιθωριακός, αποκλεισμένος, φυλακισμένος στο ίδιο του το σπίτι και το τέλος του προδιαγεγραμμένο και, φυσικά, καταδικαστικό. Εκτός κι αν το δουν έγκαιρα, διαβλέψουν τις επερχόμενες αλλαγές και αλλάξουν την ίδια κιόλας στιγμή γραμμή πλεύσης. Εδώ δρα ως καταλύτης καίρια και καθοριστικά ο γυναικείος και ο άλλος, ο διπλά καταπιεσμένος πληθυσμός των πεζογραφημάτων του.
Ως γνήσιος μαρξιστής ο Δημήτρης Χατζής, παρόλες τις διαφωνίες με το επίσημο κόμμα, παρουσιάζει τις ενδεχόμενες αλλαγές των κοινωνικών δομών ως αποτέλεσμα αμείλικτων συγκρούσεων ομάδων, τάξεων και πληθυσμών. Οι ήρωες θέλουν ν’ αποφύγουν την πτώση, όμως δεν κάνουν τίποτα γι’ αυτό, οι κινήσεις τους, σχεδόν πάντα, είναι μοιρολατρικές, αποδέχονται χωρίς αντίσταση το μέλλον που έρχεται καλπάζοντας και γι’ αυτό συνήθως αποτυγχάνουν, μένουν μόνοι τους στη ζωή και χάνονται. Οι μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές γίνονται τελικά ερήμην τους ενώ οι νέες τεχνικές, οι νέες παραγωγικές σχέσεις και δομές φέρνουν τα άνω κάτω. Στη σύγκρουσή τους με τις παλιές οι νέες κρατούν τη νίκη στο χέρι και επικρατούν ανεμπόδιστα.. Η νίκη όμως αυτή δεν είναι σαρωτική γι’ αυτό και οι αντιφάσεις του συστήματος παραμένουν και στο μέλλον ισχυρές και οδηγούν την κοινωνία σε μια ανάπτυξη στρεβλή και κουτσουρεμένη ή δίνουν τη δυνατότητα σε αυτούς που θα δουν έγκαιρα το γεγονός να προσαρμοστούν και να σωθούν και να επιβιώσουν με σχετική επιτυχία στο άξενο περιβάλλον που τείνει να δημιουργηθεί.
Πολλοί λίγοι αντιλαμβάνονται με την πρώτη τι γίνεται γύρω τους, οι περισσότεροι ξαφνιάζονται, όταν συνειδητοποιήσουν καλά τις πρώτες αλλαγές και μεταμορφώσεις γιατί αντιλήψεις, ιδεολογίες, νοοτροπίες, στάσεις ζωής, συνήθειες, ήθη, έθιμα, συμφέροντα οικονομικά και άλλα τους εμποδίζουν να δουν τα πράγματα και τους ανθρώπους στην πραγματική τους διάσταση ενώ η αδυναμία τους να συμμετάσχουν ενεργά στις διάφορες διαδικασίες της αλλαγής τους τοποθετεί στο περιθώριο της κοινωνίας και του κόσμου.
Κάποιοι, έστω και την ύστατη ώρα, λίγο πριν από την πτώση και την συνακόλουθη συντριβή, σηκώνουν τα μάτια τους ψηλά, βλέπουν με ψυχραιμία και εγκαρτέρηση τη νέα πραγματικότητα που τους περιβάλλει και προσαρμόζονται (ή το προσπαθούν) στις καινούριες συνθήκες που δημιουργούνται και επιβιώνουν τελικά ενώ ψυχικά γαληνεύουν και γνωρίζουν καλύτερα και σε βάθος τον συνάνθρωπό τους και φυσικά, μέσω αυτού, τον εαυτό τους.
Ο λόγος των καταπιεσμένων ομάδων και τάξεων στο πεζογραφικό έργο του Δημήτρη Χατζή είναι ιδιαίτερα επαναστατικός και ανατρεπτικός, δίνει τη δυνατότητα σο συγγραφές να χτυπήσει με επιτυχία τα κακώς κείμενα του κόσμου που τον περιβάλλει, τις σαθρές δομές μιας κοινωνίας που φεύγει οριστικά και αμετάκλητα, γι’ αυτό και ο λόγος αυτός δεν είναι μόνο λογοτεχνικός αλλά και πολιτικός και ο συγγραφέας ένας σημαντικός πολιτικοποιημένος εκπρόσωπος των διανοουμένων της αριστεράς που έζησε ένα μεγάλο μέρος της Ιστορίας της στην Ελλάδα και την εξορία με όλες τις αλλαγές, τις εξελίξεις και τις μεταλλάξεις της που σίγουρα επηρέασαν το συγγραφικό του έργο, όπως άλλωστε επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό και τη ζωή του.

Σημειώσεις
1. Μαντώς Αραβαντινού: «Γραφή της εξορίας». Περιοδικό «Τομές», περίοδος Β΄, τεύχος ΙΙ, Απρίλης 1977, σελ. 44.
2. Για τον κόσμο αυτόν του Δημήτρη Χατζή λεπτομερώς στο βιβλίο μου: «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: «Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης». «Αχαϊκές εκδόσεις», Πάτρα 1990, σελ. 160.

(Σύντομη ομιλία στο βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα, σε εκδήλωση για τον συγγραφέα στις 16-10-2007.)

[

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου