Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Πώς ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείαςΠως ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

'Ο μόσχος ήταν καλοθρεμμένος γιατί, ως τάμα για την ώρα της νίκης, απέσπα την προσοχή όλων των κατοίκων τής πόλης, καθ’ όλη την διαρρεύσασα τετραετία. 'Έτσι εγεννήθη, ετράφη και ανετράφη για να σφαγεί στο ιερό θυσιαστήριο τής εκλογικής νίκης.
Από νωρίς το πλήθος είχε συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία τής πόλης για να απολαύσει, ιδίοις όμμασι, το απρόσμενο θέαμα. Σε ειδική εξέδρα κάθονταν οι τρεις Βιλεαρδουίνοι μετά τής θυγατρός του τελευταίου' Ισαβέλλας και παρακολουθούσαν αμίλητοι τα τεκταινόμενα, ενώ η κούρτη και ο πέριξ χώρος είχαν ηλεκτροφωτιστεί με ισχυρούς προβολείς για να κάνουν τη νύχτα ήμέρα. Οι υπόλοιποι επίσημοι, βρίσκονταν μια θέση πίσω από τούς πρίγκιπες, κατά τη σειρά του αξιώματος του καθενός, κρατώντας στα χέρια λευκά αναστάσιμα κεριά και, ακόμη πιο πίσω, οι νεολαίες των συνεργαζομένων Κόμμάτων, οι πρόσκο¬ποι, οι οδηγοί, τα λυκόπουλα, ένοπλο άγημα της αεροπορίας και τμήμα, εναπομεινάντων από την εποχή τής δικτατορίας, αλκίμων.
'Ο μόσχος, όπως αναμενόταν άλλωστε, ήρθε τρα¬βηχτός, παρά τη θέλησή του. 'Εξ άλλου, ποιος οδηγείται με τη θέλησή του στο θυσιαστήριo, το οποιοδήποτε θυσιαστήριo; . Ο γνωστός ανά τα περί¬χωρα χασάπης Κωνσταντίνος Κοτσαλής, τον είχε δέσει με μια χοντρή τριχιά και έτσι τον έφερε στη μέση της πλατείας, στο σημείο εκείνο στο οποίο το τρεχού¬μενο νερό του υδραγωγείου φαντάζεται τον εαυτό του ως σιντριβάνι πού ρέει ακαταπαύστως ενώ το φωτί¬ζουν, όπως ακριβώς τα ημιφορτηγά των χαρούμενων Ινδομιγάδων τής γειτονικής κωμοπόλεως, απειράριθμα, πολύχρωμα λαμπιόνια.
. Ο δήμαρχος, επικεφαλής της πλειοψηφίας τού δημοτικού συμβουλίου και μέρους της εκλογικής του πελατείας, προσπάθησε να εμποδίσει τη θυσία. Εις μάτην, όμως! Το πλήθος ήταν αποφασισμένο για όλα και δεν υποχωρούσε με τίποτα. Καμία δύναμη στον κόσμο τούτο, όπως φάνηκε εκ των ύστέρων, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να ανακόψει τη φρενιτιώδη επέλα¬σή του πού μόνο με επέλαση μαινάδων θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς. "Όμως και ο δήμαρχος δεν το έβαλε κάτω. 'Από γεννησιμιού του αγωνιστής συνήθιζε πάντα να θέτει τον εαυτό του μπροστά
στους κινδύνους για το συμφέρον της πόλης και των πολιτών. Έτσι και σ' αύτή την περίπτωση, στάθηκε
μπροστά για να εμποδίσει, με το σώμα του, τα αιμοσταγή ένστικτα τού Κοτσαλη να εκδηλωθούν στο σώμα τού άτυχούς και ανυπεράσπιστου μόσχου. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και ένα φορτηγό, ανατρεπόμενο, δεκαπέντε περίπου τόνων και ένας φορτωτής, για να συμπαρασταθούν στον νεαρό χασάπη, ενώ ο μόσχος, πού τον ερέθιζε και το κόκκινο της γραβάτας τού πρώτου ανδρός της πόλης και το λευκό του μαντηλάκι, επετέθη μανιασμένος εναντίον του, όπως ακριβώς ο ταύρος κατά τού ταυρομάχου στις Ισπανι¬κές αρένες, και τον ανάγκασε να κάνει ένα. γυριστό τσαλιμάκι για να αποφύγει την κουτουλιά. Αύτή όμως η κίνηση ήταν πολύ ατυχής για τον μόσχο, γιατί γλίστρησε στα ολισθηρά πλακάκια της πλατείας και, με τη φόρα πού είχε, έχασε, την ασταθή άλλωστε ισορροπία του και σωριάστηκε, ανήμπορος πλέoν για αντίσταση, καταγής. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ξέφρε¬να σε ρυθμό ροκ εν ρόλ ανάμικτο με τσιφτετέλι και καρσιλαμά και χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να εμφυσήσει το δικό του ενθoυσιασμό στο μεγάλο και ηρωικό εκδοροσφαγέα πού, όλως ανελπίστως, άρχισε να τα χάνει ελαφρώς, απογοητεύοντας έτσι και το πλήθος πού είχε συρρεύ¬σει από νωρίς για να θαυμάσει την πρωτοφανή και μεγαλειώδη θυσία άλλά και τούς παρατεταγμένους, κατά τη σειρά τού αξιώματος, επισήμους. Ευτυχώς όμως, ο μόσχος ήταν ακόμη ξαπλωμένος καταγής και αυτό το γεγονός έδωσε στο διστακτικό Κοτσαλη και τη δύναμη άλλά και το θάρρος πού χρειαζόταν για την περίσταση και του μπήγει στον αυχένα το κοφτερό του το μαχαίρι, ενώ το πλήθος αλάλαζε απ’ τη χαρά του.
Αυτό ήταν! . Η δημοκρατία ενίκησε για μιαν ακόμη φορά! . Ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας και εκρεμάσθη πάραυτα από την κουτά¬λα τού φορτωτή για να τον γδάρουν με τις ιαχές τού πλήθους. 'Η κομμένη κεφαλή του κύλησε στο δάπεδο και έκοψε διαμιάς κάθε ήχο, κάθε φωνή και κάθε αλαλαγμό γιατί, δυστυχώς, ή κεφαλή τού μόσχου, όπως απεκαλύφθη στη στιγμή, ήταν ή κεφαλή τού ατuχoύς δημάρχου, που δεν μπόρεσε, τελικά, να αποφύγει το μοιραίον, παρά τις υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις του προσπάθειες. 'Έτσι, ήταν μοιραίο, να αποκεφαλισθεί μπροστά στους οπαδούς του και ή πόλη να χάσει τη φυσική της ηγεσία.

Το τέλος του παιχνιδιού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Μάξιμος ο Χίος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αφέγγαρη, η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει, τα σύννεφα όμως εξακολουθούσαν να παραμένουν πυκνά και να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Πού και πού το πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι το διαπερνούσε η λάμψη κάποιας αστραπής και των κεραυνών που έπεφταν με μανία στα γύρω υψώματα, δίνοντας τρομαχτικά σχήματα στους σκοτεινούς όγκους των λόφων, των δέντρων και των σπιτιών της πολίχνης.
Ο Μάξιμος καθόταν σκεφτικός μπροστά στο τζάκι του αρχοντικού του και κοίταγε τα ξύλα που καίγονταν πασχίζοντας να χαρίσουν με τον τρόπο τους τη θαλπωρή τους στο κουρασμένο του κορμί.
Το μυαλό του Μάξιμου όμως δεν ήταν στη φωτιά που τριζοβολούσε καταπίνοντας αδηφάγα τα λιόκλαρα που είχαν ρίξει στο τζάκι από ώρα αλλά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και στις απροκάλυπτες απειλές που είχε δεχτεί η αφεντιά του από τον παντοδύναμο ακόμη κοτζάμπαση της Γαστούνης, τον Σισίνη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός, σκεφτόταν, έχει μάθει τόσα χρόνια πια, απ’ τον καιρό ακόμη της Τουρκοκρατίας, να σκύβουν όλοι το κεφάλι τους μπροστά του με ταπεινότητα και σεβασμό και να τον προσκυνούν σαν να είναι το μεγαλύτερο αφεντικό του κόσμου και δεν ανέχεται με τίποτα να σηκώνει το κεφάλι του κάποιος στον τόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι του δόθηκε από ψηλά, από κάποια υπέρτατη δύναμη για να τον διαφεντεύει.
Το πρωί ένας κουμπάρος του αγαπητός του μετέφερε αυτολεξεί τις κουβέντες που ειπώθηκαν στο καφενείο μεγαλόφωνα για να τις ακούσουν όλοι και τον προειδοποίησε για το μέλλον.
- Φυλάξου, κουμπάρε, του είπε, ο Μπάμπαλης με τον Γιαννίκο συζητούσαν ανοιχτά πώς θα σε ξεπαστρέψουν κι έλεγαν ότι τα δέντρα που σηκώνουν ψηλά και γρήγορα το κεφάλι εύκολα τα κόβει κανείς. Ο Θεός να με συγχωρέσει, κουμπάρε, εσένα εννοούσαν κοίταγαν κι δυο με νόημα κατά το αρχοντικό σου και κουνούσαν το κεφάλι σαν να έλεγαν, δεν πάει άλλο πια.
- Μη φοβάσαι, τον καθησύχασε ο Μάξιμος, προσπαθώντας να καθησυχάσει περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τον φοβισμένο κουμπάρο του, δεν διώξαμε τους Τούρκους από την πατρίδα μας για να ‘ χουμε ΄Έλληνες Τούρκους στη θέση τους, έχουμε κράτος τώρα, νόμους που πρέπει να τηρούμε, κυβερνήτη που σεβόμαστε, δεν γίνονται αυτά τα πράματα πια. Θα δώσει λόγο στη δικαιοσύνη, αν τολμήσει κάτι…
- Κουμπάρε, είναι άνθρωποι του Σισίνη, έμπιστοι κι ο ίδιος ένα θεριό ανήμερο, δεν κάνει εύκολα πίσω. Πρόσεχέ τους, λοιπόν, διπλά.
Εκεί τελείωσε η συζήτηση. Τώρα μόνος στο σπίτι του σκέφτεται και ξανασκέφτεται όλα αυτά, μια αδιόρατη ανησυχία έχει αρχίσει και κατακλύζει το μυαλό του, γι’ αυτό, ίσως, είναι και συνοφρυωμένος.
- Πρέπει να βάλω φρουρούς να με φυλάνε, σκέφτεται σχεδόν μεγαλόφωνα. Αύριο κιόλας, η πρώτη μου δουλειά. Πρωί- πρωί θα το φροντίσω.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από τον πάνω όροφο, όπου βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά τους.
- Μάξιμε, δεν θάρθεις για ύπνο;
- Κοιμήσου εσύ, κοκόνα μου, της μίλησα, όπως πάντα, γλυκά κι ευγενικά. ΄Έχω κάτι να σκεφτώ ακόμα. Θάρθω σε λίγο.
Η καρδιά του μαλάκωσε με τη σκέψη της γυναίκας του. ΄Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευθεί με απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη, να της ανοίξει την ψυχή του διάπλατα, να σκύψει μπροστά της με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.
Την εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό. Γνωρίζονταν από παιδιά. ΄Ήταν κι οι δυο από τη Χίο, γλίτωσαν σαν από θαύμα στη μεγάλη σφαγή από τους Τούρκους, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και από τότε ζούνε μαζί. Ο θεός μονάχα δεν τους βοήθησε ν’ αποχτήσουν και παιδιά, να μην πάει το όνομα και η τεράστια περιουσία στράφι. ΄Ήταν το μόνο σύννεφο που σκίαζε καμιά φορά την ευτυχία τους και τους άφηνε μια γεύση ανικανοποίητου στη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που είχαν μείνει μόνοι, χωρίς συγγενείς και φίλους.
Είχαν γλιτώσει, λοιπόν, κι οι δύο παρά τρίχα από το γιαταγάνι των Τούρκων στη μεγάλη καταστροφή της Χίου στα 1822, κρυμμένοι, μέχρι να φύγει η καταστροφική στρατιά, σε μια σπηλιά στην ερημιά, άγνωστη στον πολύ κόσμο, τρώγοντας ρίζες και χόρτα. ΄Έτσι επιβίωσαν κάμποσο καιρό. ΄Ύστερα, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα που τους βρίσκονταν και όσα χρήματα είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους στη βάρκα ενός συγγενή τους και τόσκασαν απ’ το νησί. Κατέφυγαν στη Σύρο, δεν τους άρεσε ο νέος τόπος, ξαναφόρτωσαν τα πράγματά τους, ήρθαν στη ελεύθερη Ελλάδα, περιπλανήθηκαν για λίγο και μετά από πολλές περιπέτειες κατέφυγαν στην άλλη άκρη της χώρας, στην Κυλλήνη. Τους φάνηκε πως ο τόπος και οι άνθρωποι κάπως έφερναν, έμοιαζαν δηλαδή με τη χαμένη τους πατρίδα, βρήκαν και το έδαφος πρόσφορο, στο τέλος το πήραν απόφαση και άραξαν για πάντα εδώ διαλέγοντάς την για δεύτερη πατρίδα τους.
΄Όταν έφτασαν στην Κυλλήνη για πρώτη φορά, την βρήκαν κι αυτή ερειπωμένη, έρημη από κατοίκους και ζωντανά. Κάτι λίγοι ψαράδες κατοικούσαν μόνο και διέσχιζαν το Ιόνιο με τις βάρκες τους. Στα 1824 με 1825 είχαν περάσει και από εδώ οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ και είχαν ρημάξει τα πάντα. Το χωριό είχε πυρποληθεί από τη μία άκρη ως την άλλη, οι κάτοικοι, όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το φονικό μαχαίρι του εισβολέα, μπήκαν στις βάρκες και τα καΐκια και κατέφυγαν, άλλοι στο κοντινό νησάκι της Καυκαλίδας, άλλοι στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κι άλλοι κρύφτηκαν σαν αγρίμια στους γύρω λόγγους και τις απάτητες πλαγιές της περιοχής. Με τον καιρό, όμως, και μετά τη φυγή των Αιγυπτίων, επέστρεφαν σιγά-σιγά και το χωριό άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Μάξιμος να παραμείνει εφ’ όρου ζωής στον τόπο μαζί με τη γυναίκα του.
Αμέσως στρώθηκε στη δουλειά. Χρήματα είχε αρκετά, όσα κατάφερε να γλιτώσει από την καταστροφή της πρώτης του πατρίδας, αγόρασε χωράφια, σχεδόν τζάμπα ήταν τότε, έκτισε αποθήκες, αγόρασε προϊόντα και τα μεταπούλησε, έκανε γερό κομπόδεμα, μάζεψε κοντά του πολύ από τον ντόπιο πληθυσμό, τους βοήθησε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, να ζήσουν καλύτερα με τον καιρό, χωρίς έντονες βιοτικές φροντίδες. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, περίμενε από μέρα σε μέρα να υποδεχτεί πενήντα πλούσιες οικογένειες της Χίου, που είχαν γλιτώσει κι αυτές από το φονικό μαχαίρι του Τούρκου και είχαν έρθει σε επαφή με τον Μάξιμο.
Ο κόσμος εδώ τον αγαπούσε. Το ήξερε αλλά το ένιωθε κιόλας από την καθημερινή επαφή μαζί τους. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, πλην εξαιρέσεων πάντα, να μην τον αγαπάνε; Του χρωστούσαν τόσα και τόσα! Τους αγόρασε βόδια για να οργώνουν, τους έδωσε οικόπεδα να χτίσουν σπίτια ν’ απαγκιάσουν το κορμί τους, χωράφια να καλλιεργούν, πρόβατα και γίδια, στις αποθήκες του απόθετα τα προϊόντα του καθημερινού τους μόχθου και πληρώνονταν αμέσως σε μετρητά, κάτι που ήταν πρωτάκουστο για την περιοχή, οι κοτζαμπάσηδες του παρελθόντος δεν πλήρωναν ποτέ με μετρητά, έφτιαξε γεφύρια και άλλα μικρά έργα, που μόνο μια κυβέρνηση με πλούσιο προϋπολογισμό θα μπορούσε να κάνει.
- Υψώθηκα πολύ, σκεφτόταν από ώρα, ο κακός δαίμονας της περιοχής, ο άρχοντας Σισίνης δεν θα το ανεχτεί, θα βρει την ευκαιρία να με χαμηλώσει. Τουλάχιστον, να προλάβουν να έλθουν και οι άλλοι συμπατριώτες μου, να συστήσω μια καινούρια φρουρά απ’ αυτούς, να γλιτώσω το τομάρι μου. Τέλος πάντων, θα δούμε τι θα γίνει, δεν μπορώ να κάνω πίσω πια, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, κάναμε τόσους αγώνες για τη λευτεριά μας, χύσαμε τόσο αίμα που δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, δεν θ’ αφήσουμε να μας την πάρουν πάλι άνθρωποι κακοί, σημαδεμένοι από το κακό!

-----------------------------------

΄Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που νομίζει κανείς ότι θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει για να καταστρέψουν το σύμπαν απ’ τη μια άκρη του ως την άλλη. Βροχή ασταμάτητη και αέρας, αστραπές, βροντές και πού και πού κάποιο μακρινό αστροπελέκι.
- Κάπως έτσι θα ήταν και τότε που άρχισε ο κατακλυσμός του Νώε, σκέφτηκε μεγαλόφωνα αυτή τη φορά ο Μάξιμος και έριξε ένα κούτσουρο ακόμη στη φωτιά. Όλα τα ρέματα της περιοχής έχουν πλημμυρήσει, δεν βλέπεις χωράφι πουθενά.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε δυνατά η πόρτα. Ο Μάξιμος ταράχτηκε, κάτι να αναδεύεται ένιωσε μέσα του, ένας αδικαιολόγητος φόβος τον πλάκωσε. Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε η γυναίκα του.
- Μάξιμε, κάποιος χτυπάει την πόρτα μας.
- Μπες μέσα εσύ. Ησύχασε. Δεν είναι τίποτα, θα ρίξω μια ματιά και θα βεβαιωθείς.
Δεν πρόλαβε να κινηθεί. Η πόρτα γκρεμίστηκε στο δάπεδο, κάνοντας έναν φοβερό πάταγο, κάποιο σκληρό και ογκώδες αντικείμενο τη χτύπησε, κάποιο κορμό δένδρου θα είχαν χρησιμοποιήσει, όπως οι παλιοί πολιορκητές στα άπαρτα κάστρα του παρελθόντος.
- Ποιος διάολος είναι τέτοια ώρα στο σπίτι μου, φώναξε με τη βροντερή φωνή του ο Μάξιμος.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα. Στο άνοιγμα που άφηνε με το πέσιμό της η γκρεμισμένη πόρτα τρεις αγριάνθρωποι στέκονταν και γέμιζαν το κενό, οπλισμένοι σαν αστακοί, αξύριστοι και βρώμικοι. Τους γνώρισε αμέσως, ήταν γνωστοί παλικαράδες της περιοχής, άλλωστε, τσιράκια των Σισίνιδων αυτή την εποχή: ο Μπάμπαλης, ο Γιαννίκος κι ο Γούργαρης ο χιλιοκολασμένος, όπως τον αποκαλούσε ο λαός. Τρεις πληρωμένοι δολοφόνοι που δεν δίσταζαν ποτέ να εκτελέσουν και το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, άμα έπεφτε το παραδάκι.
- Τι θέλετε ωρέ τέτοια ώρα στο κονάκι μου;
΄Έριξε πάνω τους το βλέμμα του. Μαθημένοι από τέτοια και με τη βοήθεια, ίσως, κάποιας ποσότητας κρασιού, δεν έδειξαν να φοβήθηκαν.
- Μάξιμε, δεν κάνεις καλά κι ο αφέντης είναι θυμωμένος, του φώναξε ο Μπάμπαλης.
- Ποιος αφέντης ωρέ, ένας είναι ο αφέντης, ο Χριστός, τον αντέκρουσε.
- Μάξιμε, μιλάς άπρεπα, πήρε το λόγο ο Γιαννίκος, ο αφέντης ο Σισίνης σου μήνυσε και άλλες φορές αλλά εσύ δεν υπάκουσες, έγινες ένα με το σκυλολόι.
- Ποιο σκυλολόι ωρέ παλιόσκυλα του κερατά, βασανισμένοι άνθρωποι είναι.
- Μα που έχουν ξεχάσει εξ αιτίας σου να σέβονται και να τιμούν, όπως πρέπει, τον αφέντη τους, ολοκλήρωσε με την άγρια φωνή του ο Γούργαρης. Αυτά είναι τα ύστερα του κόσμου, η τάξη του κόσμου πάει περίπατο. Δεν είναι πράματα αυτά, δεν τα θέλει μήτε ο Θεός!
- ΄Άσε τον Θεό στη θέση του, αντίχριστε, τι τον πιάνεις στο στόμα σου!
- Μάξιμε, δεν θες να μας ακούσεις, να συμμορφωθείς, ήταν η σειρά του Μπάμπαλη να μιλήσει.
- Πηγαίνετε, ωρέ, ό,τι έχω να πω, θα το πω εγώ ο ίδιος με τον άρχοντα, δεν έχω άλλα λόγια μαζί σας.
- Δεν μας έστειλε για να κουβεντιάσουμε, πήρε τον λόγο ο Γιαννίκος.
- ΄Ήρθαμε γι’ αυτό, ολοκλήρωσε για μιαν ακόμη φορά ο Γούργαρης και του άδειασε την πιστόλα στο κεφάλι.
Ο Μάξιμος έκανε μια κίνηση, σαν για να κρατηθεί από κάποιο αόρατο στήριγμα, δεν μπόρεσε, παραπάτησε και σωριάστηκε κατά γης. Δεύτερη πιστολιά ακούστηκε απ’ τον Γιαννίκο και Τρίτη από τον Μπάμπαλη κι ο Μάξιμος κείτεται νεκρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
- Φονιάδες, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από την κορυφή της σκάλας.
Οι τρεις εκτελεστές τάχασαν για μια στιγμή, σάστισαν απ’ την σπαρακτική φωνή της γυναίκας, οπισθοχώρησαν βήμα – βήμα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα αλλόφρων, με όσα είδαν τα μάτια της, πήρε κι αυτή τα όρη και τα βουνά και χάθηκε προς στιγμήν από τα μάτια του κόσμου. Τη βρήκαν μετά από τρεις μέρες κρυμμένη σ’ ένα καΐκι, νηστική και εξαθλιωμένη.
Εκείνη τη νύχτα η Κυλλήνη έχασε για πάντα το στήριγμά της και τις ελπίδες της για ένα καλύτερο μέλλον κι ο Μάξιμος έγινε τραγούδι στο στόμα των χωρικών, που το τραγουδούσαν όταν ο πόνος τους πλάκωνε στα στήθια.