Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Το χρονικό του Μορέως

Το Χρονικό του Μορέως

του Ανδρέα Φουσκαρίνη







Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώ­να, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκι­πάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλ­λική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.
Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική εί­ναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρό­γραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλ­ληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπί­λημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζε­ται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστε­ρη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.
Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμε­τρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στί­χους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ' αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορί­νου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασι­λείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώ­ζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 509[1]
Ο Πέτρος Π. Καλονάρος[2] χωρίζει το κεί­μενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204­1261' στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κα­τάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστο­ρία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το1292. Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλ­λεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύ­τερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυι­κού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγεί­ται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδή­ποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκι­πάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτε­λούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αψηγη­ματικές ενότητες, όπως Π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, του Μιχαήλ Πα­λαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεα­πόλεως κ.ά. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσό­τερα των δύο τμήματα και κυρίως στα ση­μεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώ­θει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων, γεγο­νότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που εί­ναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκι­πάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των. Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονι­κό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισ­σεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κα­λυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγα­λύτερη απ' αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλα­τειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητού­μενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινω­νία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότη­τας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γα­σμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γί­νει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχο­διώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γο­δεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυ­ροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο απο­βιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σα­μπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφε­ρατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης. Κατά το Χρονικό, οι Φρά­γκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει., την Ανδρα­βίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

«Βουλήν απήραν μ' εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ' είπαν κ' εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως'
ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως 'ς αύτην». (στ. 1424-1429)

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύ­κολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαι­νόμενα, είναι η σπουδαιότερη πό­λη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονο­μάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολ­λές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολό­κληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόν­νησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, πε­ριήλθε στα χέρια των Φράγκων. Ήταν τέτοια η καταπίεση της Bυζανtινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότη­τα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κα­τακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξε­γέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου εί­δους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό ση­μαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της πε­ριοχής - μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδε­φρείδος Βιλλεαρδουίνος:

«'Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .
το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
εμεταστάθη, ως χριστιανός' ο Θεός να τον συγχωρήσει.
Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πι­θανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο. Απ' την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελ­ληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούρ­γιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπό­λιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Κα­ζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες: «Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμου­λος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψα­σμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα...»[3]... Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μα­κροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντι­νής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύ­σης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευ­ξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν. Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κοντα­ρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχό­ντισας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανή­σεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π. Ακούει για τίτλους παράξε­νους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε πε­ρίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύται­νας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χα­λανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιρ­γέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλω­νίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κι­βιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα. Aκόμα και συνέλευση γυναι­κών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άν­δρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κλη­ρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα. Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρ­χει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση
­«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ 'εκάμνασιν τον παρλαμά κ 'επαίρναν την βουλή τους'
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ' αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλω­στε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πε­λοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μα­κροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ' την πληθώρα των νομικών πα­ρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος. Από τις δύο παραλλα­γές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελ­ληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλλη­νες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυν­θεί γλωσσικά και μετρικά.
Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοι­πόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι>, ευγενικοί, παμφρόνιμοι, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι , αντρι­κώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ' άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δό­λιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισμα­τικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπι­στοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός. Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνι­μος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κά­ποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρα­τιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουρ­γός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυ­τοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

«ποτέ .Ρωμαίου μη εμπιστευτεί ς δια όσα και σου ομνύει'
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937).

Θυμίζει έντονα το πε­ρίφημο «φοβού τους Δα­ναούς και δώρα φέρο­ντας». Φυσικά, έχει ξε­χάσει παντελώς τις φρά­γκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή πα­ντρεύτηκε ο δεύτερος. Το κείμενο είναι γραμμένο και να δια­βάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πά­ντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρό­σωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευ­θύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγ­γραφή του έργου του:

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,
να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν' αναγιγνώσκεις'
ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ'
κ' ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

Γίνεται σαφές κι απ' αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώ­να, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους-και στη διαμόρφωση του χα­ρακτήρα και της ιδεολογίας τους. Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ με­γάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέ­ρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συ­νεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κά­ποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

<<Λοιπόν ,αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,
πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

Και αλλού:
<<Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ' εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).
Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός πα­ραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματι­κό κόλπο!
Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονι­κού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλι­κή. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπο­ρούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελε­σματικότητας. Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγ­χύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξι­στορεί. Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληρο­φοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρί­ξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά
ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικο­γένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέ­τειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγ­ματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορού­σαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονο­γραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της επο­χής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδα­ρή και σε κάποια σημεία κουραστική. Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανα­κρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ' εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γί­νεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρι­νό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώ­νες.
Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δη­μαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρο­νικό: «ο στιχουργός του Χρονικού του Μο­ρέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επά­νω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνή­θως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογο­τεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την ση­μασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώι­μη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχε­ται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα πε­ρισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία». Και συνεχίζει: «Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρι­κή, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέ­ρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που -σπά­νια- παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφη­γητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγεί­ται»[4].
Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστο­ρικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαί­τερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια
λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λε­πτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστο­ρήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέ­βαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογι­κό. Απ' την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντε­λώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγη­ματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυ­νείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πλη­ροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκε­τά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτι­σης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανε­ρή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγρα­φείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην απο­κλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορι­κούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ' τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!
Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Κα­λονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολου­θήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομά­τζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδει­κνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μό­νον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνά­μεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κί­νητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνι­κής αναγεννήσεως»[5]. Έτσι, μετά το Χρονι­κό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», <<Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα>, «Φλώριος και Πλάτζια Φλώ­ρα>, «/μπέριος και Μαργαρώνα> κ.ά. Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνά­ρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μο­ρέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζά­κη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συ­μπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου τού Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ' αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσε­κτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη. ­




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επε­ξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ' + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλο­γος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] ό.π.π. σελ. ί.
[3] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος. Ο Μοριάς». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[4] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ' έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

[5] ό.π.π. σελ. ιγ' του προλόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου