Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Σημειώσεις Ιστορίας και Ανθρωπογεωγραφίας της Ανδραβίδας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η Ανδραβίδα σήμερα είναι μια κωμόπολη, ένα κεφαλοχώρι καλύτερα, που γνώρισε ταυτόχρονα τη δόξα και την αφάνεια στη μακραίωνη ιστορία της, την ακμή και την παρακμή, όπως άλλωστε συμβαίνει πολύ συχνά στην Ιστορία για κάθε πόλη, κάθε χώρα και κάθε λαό. Σήμερα πασχίζει να επιβιώσει στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και μόνο και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία παρά τη φανερή εγκατάλειψη από το κράτος των Αθηνών και τη σταθερή έλλειψη υποδομών και επενδύσεων.
Η Ανδραβίδα λοιπόν είναι μια κωμόπολη που επιθυμεί διακαώς να γίνει πόλη χωρίς να το κατορθώνει, όπως και όλες οι άλλες κωμοπόλεις άλλωστε και τα κεφαλοχώρια του ηλειακού κάμπου. Κατοικείται σταθερά από αγροτικό κυρίως πληθυσμό με λίγους εργάτες και υπαλλήλους και στις μέρες μας από ένα μεγάλο αριθμό αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως Βουλγάρων και Αλβανών, σε μια έκταση τριάντα περίπου χιλιάδων στρεμμάτων και άλλων δέκα χιλιάδων που της έχουν αφαιρεθεί για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου. Αυτά τα χωράφια ακριβώς είναι και αυτά που έδωσαν την ώθηση για τη μετανάστευση πολλών κατοίκων της στις δεκαετίες του 1950 και 1960 παράλληλα και με άλλα αίτια βέβαια αφού αφαίρεσαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε πολλές οικογένειες τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ζουν με αξιοπρέπεια στον τόπο που ζούσαν και οι πρόγονοί τους .
Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά στο μιξοβάρβαρο «Χρονικό του Μορέως», όπου από τα χείλη του γασμούλου συγγραφέα του εξυμνείται η δόξα και το μεγαλείο της κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν αποτέλεσε την πρωτεύουσα του μικρού αυτού Γαλλικού κράτους της Πελοποννήσου. ΄Έτσι η Ιστορία της πριν από τη Φραγκική κατάχτηση είναι παντελώς άγνωστη αφού οι πηγές στάθηκαν φειδωλές απέναντί της. Τα επίθετα όμως που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο συγγραφέας του χρονικού για να μιλήσει γι’ αυτή και για να την χαρακτηρίσει καθώς και το γεγονός της μετατροπής της από την πρώτη κιόλας στιγμή σε διοικητικό, στρατιωτικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του Φράγκικου Πριγκιπάτου των Βιλλεαρδουίνων, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη μέση της πεδιάδας ατείχιστη και απροστάτευτη στις εχθρικές προσβολές, όλα αυτά μας πείθουν ότι θα πρέπει να ήταν το κέντρο της περιοχής και κατά την αυτοκρατορική, τη Βυζαντινή περίοδο την πριν του έτους 2004.
Η Ανδραβίδα κι ο περίγυρός της, όπως είναι γνωστό, είναι μια περιοχή πεδινή, με κάποιους λόφους στα πέριξ της, χωρίς μεγάλα βουνά ή απότομες εδαφικές εξάρσεις. Απ’ την αρχαία ήδη εποχή μεγάλες εκτάσεις αυτού του τόπου αποτελούν βοσκοτόπια για την εκτροφή των ζώων και ιδιαίτερα των αλόγων με τα οποία αισθάνονταν και αισθάνονται και σήμερα στενά δεμένοι οι φαινομενικά φιλήσυχοι κάτοικοί της. Με τον ερχομό των Φράγκων η αλογοπαραγωγή αυξάνεται ραγδαία, οι άνθρωποι δένονται ακόμη περισσότερο με το ευγενές αυτό ζώο, ο τρόπος ζωής των κατοίκων αλλάζει σιγά σιγά μαζί με την ψυχοσύνθεσή τους. Η ποιότητα των αλόγων που παράγεται αναγνωρίζεται από παντού, η καινούρια φυλή που δημιουργείται από τη διασταύρωση Νορμανδικών επιβητόρων με ντόπια θηλυκά είναι ανθεκτική, ευκίνητη και γρήγορη. Είναι γνωστή άλλωστε η απαίτηση των σουλτάνων αργότερα για την αποστολή κατά καιρούς από το βοεβόδα της Γαστούνης ανδραβιδαίικων αλόγων στους βασιλικούς στάβλους της Κωνσταντινούπολης. Η παραγωγή των αλόγων αυτής της φυλής τείνει να συνεχιστεί και σήμερα παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται συνεχώς κι αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη που τρέφουν όλοι προς αυτά. Από το ιπποτικό πνεύμα της Φραγκοκρατίας έχει μείνει ακόμη και σήμερα βαθιά χαραγμένη στην ψυχή των κατοίκων η αγάπη για τα άλογα, η έμφυτη ευγένεια, το φιλότιμο, η λεβεντιά, η εριστική διάθεση των ανδρών, η παλικαριά και η αγάπη προς τη γυναίκα. Η θέση του άντρα εξακολουθεί να είναι, όπως και τον καιρό της ιπποσύνης, κυριαρχική, με τις πρώτες ρωγμές να παρουσιάζονται στο σύστημα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας εξάγονταν κάποιες μικρές ποσότητες σταφίδας από το λιμάνι της Γλαρέντζας. ΄Όμως κανονική και συστηματική καλλιέργεια αυτού του προϊόντος άρχισε να γίνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα με κλίματα που έφεραν από την Κορινθία. Σε ολόκληρη την περιοχή του τέως δήμου Μυρτουντίων παραγόταν σχεδόν ως τις μέρες μας το 10% περίπου της σταφίδας της Ηλείας. Στο τέλος μάλιστα του 19ου αιώνα σχεδόν εξαφανίστηκε κάθε άλλη καλλιέργεια εξαιτίας της σταφίδας που εξαγόταν από τους Ηλείους εμπόρους προς κάθε κατεύθυνση. Την ίδια εποχή που η Γαλλία άρχισε να ξεπερνάει σιγά σιγά τα προβλήματά της και να εξαπλώνεται παντού και πάλι η καλλιέργεια της σταφίδας παρουσιάζονται τεράστια εμπόδια στην εξαγωγή του προϊόντος απ’ την Ελλάδα κι αρχίζουν οι πρώτες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις με την υπερπαραγωγή, την αλματώδη πτώση των τιμών και την αδυναμία της διάθεσής του στις ξένες αγορές.
Στις αρχές του 20ου το σταφιδικό προκάλεσε πολλές φορές ταραχές και προβλήματα στην Ηλεία ενώ αρκετές απεργίες έγιναν με την καθοδήγηση των σοσιαλιστικών και αναρχικών κύκλων του Πύργου. Από τότε πολλές φορές ανακινήθηκε το πρόβλημα μέχρι τότε που η καλλιέργεια της σταφίδας αντικαταστάθηκε στα νεώτερα χρόνια από άλλες, όπως των εσπεριδοειδών, της βιομηχανικής ντομάτας, των οπωροκηπευτικών, του καλαμποκιού και του βαμβακιού. Σήμερα που χαράσσονται αυτές οι γραμμές βρισκόμαστε και πάλι σ’ ένα χρονικό σταυροδρόμι και ετοιμαζόμαστε και πάλι για νέες καλλιέργειες.
Παλιότερα στην περιοχή της Ανδραβίδας καλλιεργούνταν και παράγονταν και άλλα προϊόντα εκτός από τη σταφίδα και τα αμπέλια που η παραγωγή τους σήμερα έχει μειωθεί ή έχει εκλείψει εντελώς, όπως τα δημητριακά, τα όσπρια, το λάδι, το καρπούζι κ.ά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Πουκεβίλ κύριο προϊόν της περιοχής ήταν το λινάρι ενώ περίφημα ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα καπόνια (ευνουχισμένα κοκόρια) και τα τυροκομικά προϊόντα αφού υπήρχαν πολλά κοπάδια από πρόβατα που έβοσκαν στα λιβάδια της περιοχής. Μια δραστηριότητα που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με την παραγωγή φέτας και μυτζήθρας ή γιαούρτης εκλεκτής ποιότητας. Η ξυλεία λιγοστή γιατί τα χωράφια ήταν εύφορα και χρησιμοποιούνταν για αποδοτικότερες καλλιέργειες. Κύριοι εκπρόσωποι το κυπαρίσσι, η λεύκα, η βαλανιδιά, η αγραπιδιά (γι’ αυτό ίσως και η εκτεταμένη χρήση του επώνυμου «Αγραπίδης»), η μουριά για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, το πεύκο, η κορομηλιά (άλλο συνηθισμένο επώνυμο) και διάφορα άλλα οπωροφόρα σε μικρότερους αριθμούς. Το κυνήγι ελάχιστο λόγω της εντατικής καλλιέργειας των εδαφών και το ψάρεμα γινόταν μόνο μια φορά το χρόνο, τον Αύγουστο, όταν, σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιότερων γύριζαν τα νερά της λίμνης του Εβυθού. Από το 1957 όμως λόγω διαφόρων τεχνικών έργων η λίμνη έπαψε να επικοινωνεί με τη θάλασσα και συνεπώς και να κρατάει ψάρια στα νερά της.
Η μεταξοκαλλιέργεια είχε αρχίσει ήδη από το έτος 552 μ.Χ., στα χρόνια του Ιουστινιανού, στην αρχή ερασιτεχνικά, για να θεριέψει στη συνέχεια και να γεμίσει ο τόπος από μουριές, που έδωσαν και το καινούριο όνομα στην Πελοπόννησο και να σβήσει στις αρχές του 20ου αιώνα. Πάντως υπήρξαν μεταξοσκώληκες στην περιοχή μέχρι και τη Γερμανική Κατοχή, όπως μου έλεγε η μητέρα μου αφού η οικογένειά μου καλλιεργούσε μέχρι τότε το χρυσοφόρο αυτό έντομο. Υπήρχαν μεγάλα εργαστήρια για την επεξεργασία του μεταξιού στην Ανδραβίδα, τη Γλαρέντζα, την Πάτρα και φυσικά τη Βοιωτία. Τα μεταξωτά της περιοχής ήταν περιζήτητα και πασίγνωστα ήταν τα αραχνοΰφαντα πέπλα που φορούσαν οι Ηλειώτισες. Η Πελοπόννησος, ο Μοριάς χρωστάει πιθανότατα το νεώτερο όνομά της στις απέραντες φυτείες από μουριές που κάλυπταν ολόκληρη σχεδόν την πεδινή Ηλεία στα Βυζαντινά αλλά και στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Ενδεικτικό της ποιότητας και της φήμης των μεταξωτών της Ανδραβίδας ήταν και το γεγονός ότι ο πάπας Ουρβανός Δ΄ (1261-1264) ζήτησε από τους επίσκοπους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, όπως λεγόταν τότε το Γαλλικό κράτος της Ανδραβίδας, να του στείλουν ντόπια μεταξωτά.
Είναι γεγονός ότι κάθε εποχή έχει και τα δικά της προϊόντα, τις δικές της καλλιέργειες που όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν κι αυτές. Στην αρχαιότητα π.χ. ονομαστή ήταν η καλλιέργεια της βύσου και του λιναριού. Οι ανάγκες που παρουσιάζονται κάθε φορά ορίζουν και τις καλλιέργειες. Η αλλαγή των προϊόντων που παράγονται και καταναλώνονται επί τόπου φέρνει αναγκαστικά και την αλλαγή των επαγγελμάτων. ΄Έτσι μια σειρά επαγγελμάτων χάνουν τη σημασία τους ή εξαφανίζονται. Στη δεκαετία του 1960 χάθηκαν οριστικά ή άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα σα συνέπεια της προόδου μια σειρά από επαγγέλματα που μέχρι τότε έδιναν τον τόνο στη ζωή του τόπου και που για αιώνες αποτέλεσαν ένα μεγάλο μέρος του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Καρολόγοι, πεταλωτήδες, μυλωνάδες, ζευγάδες, καροποιοί, σιδεράδες κι ένας σωρός άλλοι αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά από τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα γεωργικά μηχανήματα, τα μηχανουργεία και τις αλουμινοκατασκευές, τους ηλεκτροκίνητους ή πετρελαιοκίνητους μύλους.
Οι γραφικές μάκινες με τον ιδιότυπο θόρυβο που καθάριζαν τη σταφίδα από όλες τις ξένες προσμίξεις, οι γανωματήδες που γυρνούσαν τις γειτονιές και φρόντιζαν τα μαχαιροπήρουνα και τα κατσαρολικά της οικογένειας, τα στιλβωτήρια, τα καζάνια που επεξεργάζονταν τα υπολείμματα των στυμμένων σταφυλιών και παρήγαν το τσίπουρο και το οινόπνευμα δεν υπάρχουν πια παρά σαν απολιθωμένα ερειπωμένα μνημεία μιας άλλης εποχής όχι και τόσο μακρινής προς τη δική μας, ενώ οι πατόζες, οι αλωνιστικές μηχανές δηλαδή αντικαταστάθηκαν από τις τερατώδεις θεριζοαλωνιστικές που έφεραν την Ανδραβίδα στις πρώτες θέσεις της κινητής βιομηχανίας στην Ελλάδα, όπως φαίνεται στους καταλόγους του Υπουργείου Βιομηχανίας της δεκαετίας του 1960.
΄Όλες αυτές οι αλλαγές, μικρές ή μεγάλες, άρχισαν να δημιουργούν μια ισχνή και ολιγάριθμη μικροαστική τάξη την οποία ενίσχυσαν στη συνέχεια τα στελέχη των γεωργικών βιομηχανιών που εγκαταστάθηκαν την ίδια εποχή στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας, η οποία όμως δεν κατάφερε ποτέ κι ούτε θα το καταφέρει κατά τα φαινόμενα, αφού οι περισσότερες από αυτές τις βιομηχανίες έκλεισαν οριστικά, να υποσκελίσει την κατά πολύ ισχυρότερη αγροτοεργατική τάξη που ενισχύθηκε στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα με τα πλήθη των Αλβανών, των Βορειοηπειρωτών και των Βουλγάρων που κατέκλυσαν την περιοχή και ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα από τότε τις βαριές αγροτικές και εργατικές εργασίες.
Η Ανδραβίδα στα χρόνια του Βυζαντίου ήταν ιδιαίτερα ονομαστή για τον πλούτο της και την πολυτέλεια με την οποία ζούσαν οι άρχοντές της. Το « Χρονικό του Μορέως » δηλώνει κατηγορηματικά πως « ένι η Ανδραβίδα, η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπο του Μορέως ». Στην αυλή της μιλούσαν τα Γαλλικά όπως και στο Παρίσι. Κατά τον Μαρίνο Σανούντο « η αυλή αυτή φαινόταν καλύτερη από την αυλή οποιουδήποτε μεγάλου βασιλιά ». Το ίδιο υποδηλώνει άλλωστε και το λαϊκό παραμύθι «Η Ανδραβίδα που έγινε ψαράκι» γιατί δεν ήταν δυνατόν να δοθεί το όνομα μιας πόλης ως βαπτιστικό αν αυτή δεν ήταν ένδοξη, πλούσια και δυνατή. Σ’ αυτή την αυλή όμως ζούσαν συγχρόνως και πολλοί τυχοδιώκτες, ιππότες, περιπλανώμενοι ή μη, εγκληματίες κάθε είδους, επαγγελματίες πολεμιστές, ιερωμένοι, τροβαδούροι, ποιητές, κάθε καρυδιάς καρύδι μ’ ένα λόγο, στους οποίους παραχωρούσε ο πρίγκιπας κατά την επιθυμία ή το συμφέρον του προνόμια, ιδιοκτησίες και απολαβές. ΄Έτσι η ζωή του συνόλου του ντόπιου πληθυσμού ήταν κάθε άλλο παρά παραδεισιακή, παρόλο που ήταν μαθημένοι από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης τα προηγούμενα χρόνια.
Σκληρά και απάνθρωπα συμπεριφέρονταν στους δουλοπάροικους οι κατακτητές, οι Φράγκοι ευγενείς και μαζί με αυτούς και οι ντόπιοι άρχοντες που κρατούσαν μέρος της εξουσίας τους συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές αλλά και ο καθολικός κλήρος που είχε κι αυτός φεουδαρχική οργάνωση και ανάλογα προνόμια και ιδιοκτησίες. Σκληρές και απάνθρωπες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης των υποταγμένων, η οικονομική εκμετάλλευση, η άγρια καταπίεση, οι εξευτελιστικές αγγαρείες για τη δημιουργία δημόσιων έργων, η έλλειψη κάθε σοβαρής υλικής απολαβής για κάθε είδους εργασία που προσφερόταν από αυτούς και όσον αφορά στις γυναίκες το δικαίωμα της πρώτης νύχτας για τον άρχοντα, όπως ακριβώς σε όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για τούτο οι δουλοπάροικοι θα πρέπει να είχαν πάντα το νου τους στην εξέγερση και την ανταρσία. Και φυσικά δεν είχαν άδικο!
Από το 1262 όμως αρχίζει η σταδιακή παρακμή του κράτους και συνακόλουθα της φραγκικής κυριαρχίας της Πελοποννήσου που παρατηρείται αμέσως μετά τη σύλληψη του πρίγκιπα στη μάχη της Πελαγονίας (1259) και την τριετή αιχμαλωσία του απ’ τις δυνάμεις των Παλαιολόγων ενώ στα χρόνια της κυριαρχίας του Ιωάννη Γρανίνα (1317-1322) αρχίζει και η παρακμή της ίδιας της Ανδραβίδας. ΄Άλλωστε, ήδη από τα χρόνια της πριγκηπέσας Ιζαμπώ ως πριγκιπική κατοικία χρησιμοποιείτο τον περισσότερο καιρό το κάστρο της Καλαμάτας κι όχι το Χλεμούτσι.
Η παρακμή της πόλης ολοκληρώνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φυσικά στο 19ο αιώνα. Ο Γάλλος ταξιδιώτης Πουκεβίλ αναφέρει στο γνωστό ταξιδιωτικό σύγγραμμά του ότι στις αρχές του 19ου αιώνα που πέρασε απ’ την περιοχή στην άλλοτε μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα των Βιλλεαρδουίνων δεν κατοικούσαν παρά εξήντα οικογένειες Ελλήνων και εξήντα Τουρκικές κι ότι τα σπουδαία μνημεία της Φραγκικής κυριαρχίας είναι ερειπωμένα και τα αρχιτεκτονικά τους μέλη σκορπισμένα παντού σαν ποτίστρες οικόσιτων ζώων ή εντοιχισμένα σε σπίτια και εκκλησίες της περιοχής. Τα ίδια ακριβώς μαρτυρεί και ο Buchon στα 1840. Η πόλη δεν βρίσκεται στην πρώτη σειρά των οικισμών από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη. Τη θέση της την έχει πάρει η Γαστούνη.
Στην επανάσταση του 1821 παίζει κι αυτή το ρόλο της με τα στρατιωτικά τμήματα που οργανώνει ο οπλαρχηγός Καπετάν-Κωνσταντής Ανδραβιδιώτης, συνεργάτης και φίλος του Κολοκοτρώνη και άσπονδος εχθρός των κοτζαμπάσηδων. Ο Καπετάν-Κωνσταντής δίνει παντού το παρόν: στις Πόρτες της Αχαΐας, στο Σανταμέρι, στον Πύργο, στο Χλεμούτσι, στο Μεσολόγγι κατά την πρώτη πολιορκία των Τούρκων και όπου αλλού το απαιτεί ο αγώνας. ΄Έχει ξεκινήσει τον πόλεμό του κατά των Τούρκων από τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια και γι’ αυτό, κυνηγημένος απ’ τους κατακτητές, είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο και κατετάγη κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι ΄Ελληνες, στον Αγγλικό στρατό. Εκεί γνώρισε και τον Κολοκοτρώνη.
Η Ανδραβίδα μαζί με τη Γαστούνη και τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από το βάρος του επισιτισμού των επαναστατικών τμημάτων και των πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη της υπόλοιπης πεδινής Ηλείας και λεηλατείται άγρια στα 1825 από τα ακαταμάχητα στίφη του Ιμπραήμ που οι Ανδραβιδιώτισες, γυναίκες σκληρές, μαθημένες στη βιοπάλη, τους αντιστέκονται με επιτυχία για μια ολόκληρη μέρα κλεισμένες στο ιερό της Αγίας Σοφίας, ζωσμένες τα’ άρματα των ανδρών τους και τους αποκρούουν. ΄Όταν οι άνδρες θα επιστρέψουν το σούρουπο απ’ τα χωράφια οι Αιγύπτιοι θα έχουν φύγει και οι γυναίκες θα έχουν επιστρέψει και πάλι στην κουζίνα τους για να ετοιμάσουν το βραδινό τους.
Με το ψήφισμα της 13ης Απριλίου του 1828 του ελεύθερου πια Ελληνικού κράτους η Ανδραβίδα υπάγεται διοικητικά στην επαρχία της Γαστούνης, όπως και ολόκληρος ο Κάμπος άλλωστε, που μαζί με την επαρχία του Πύργου θα αποτελέσουν την ΄Ηλιδα. Αργότερα η ΄Ηλις και η Αχαΐα θα αποτελέσουν τον ενιαίο νομό της Αχαιοήλιδος.
΄Όμως η παρακμή είναι πια οριστική. Κατά τον Γερμανό ιστορικό της Φραγκοκρατίας Μίλερ η Ανδραβίδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα «είναι ρυπαρόν χωρίον, όπερ ο περιηγητής διέρχεται δια του σιδηροδρόμου καταβαίνων εις Ολυμπίαν». Μια μικρή ανάπτυξη της έδωσε το τρένο που τη σύνδεσε στο τέλος του 19ου αιώνα με τον Πύργο, την Πάτρα και την Αθήνα, αν και λόγω τοπικών αντιδράσεων δεν έγινε ποτέ σιδηροδρομικός κόμβος.
Η παρακμή αυτή της πόλης συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα οπότε αντιμετώπισε πολλά δεινά από τους πολέμους, εμφύλιους και εθνικούς. Μετά το 1950 η μαζική μετανάστευση στην Αμερική, στην Αυστραλία και αργότερα στη Γερμανία της έδωσε το οριστικό της χτύπημα. Τα δεινά των πολέμων, η μισαλλοδοξία των αντιπάλων, η αναγκαστική απαλλοτρίωση δέκα χιλιάδων περίπου στρεμμάτων καλλιεργήσιμης έκτασης για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου, η έλλειψη υποδομών και επενδύσεων ανάγκασαν πάρα πολλούς κατοίκους και μάλιστα νέους να μεταναστεύσουν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και μάλιστα στην Αθήνα όπου μια άλλη Ανδραβίδα ζει στο δικό της ρυθμό και με τη νοσταλγία της παλιάς.
Μια κάποια αναγέννηση φάνηκε ότι θα δημιουργούσε η λειτουργία του φράγματος του Πηνειού και οι νέες καλλιέργειες που εισήχθησαν εξαιτίας του στην περιοχή. Τώρα όμως, εν έτει 2009, εξαντλήθηκε εντελώς η δυναμική τους και ο αγροτικός πληθυσμός βαδίζει εντελώς αβοήθητος, όπως πάντα άλλωστε, σε νέους δρόμους, τους οποίους αγνοεί και κανείς δεν του δείχνει τι πρέπει να κάνει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του καθώς και για το μέλλον της περιοχής.
Μερικές παρατηρήσεις ακόμη για τους κατοίκους, το χαρακτήρα τους, τη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους από προσωπική και μόνο παρατήρηση: Η ζωή και ο χαρακτήρας των Ανδραβιδαίων παρουσιάζει αρκετές και σημαντικές ιδιορρυθμίες, διαφέρει δηλαδή ριζικά από τη ζωή και τον χαρακτήρα των κατοίκων της γύρω περιοχής. Μερικές από τις ιδιορρυθμίες αυτές, όπως π.χ. η βεντέτα, που ίσχυσε σχεδόν μέχρι το 1960, η σκούφια, ένας τύπος της οποίας κατασκευαζόταν μόνο εδώ, κάποιοι άλλοι κανόνες αυστηρής συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες, η φιλόξενη διάθεση, η παθολογική αγάπη προς το άλογο, η αυστηρότητα των ηθών είναι μοναδικές. Πολλά έχουν ενδεχομένως συντελέσει σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη διαμόρφωση της σκέψης του, όπως η κλειστή αγροτική κοινωνία στην οποία έζησαν επί αιώνες, η παράδοση των ιπποτών του μεσαίωνα και του πνεύματός τους που άφησαν παρακαταθήκη στον τόπο, οι μεγάλες διαφορές των ιδιοκτησιών ως προς την έκτασή τους, η αυστηρά πατριαρχική συγκρότηση που διατηρήθηκε αναλλοίωτη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1960 και η μαζική εισβολή άλλων πληθυσμιακών στοιχείων, κυρίως από τη Ζάκυνθο. Στην Ανδραβίδα βρήκαν ασφαλές καταφύγιο πολλοί Ζακυνθινοί που έφυγαν απ’ την πατρίδα τους είτε από φτώχεια, οπότε έψαχναν στον εύφορο τόπο για δουλειά είτε για κάποιο έγκλημα τιμής, για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες και πολλές φορές το αταίριαστο της σχέσης τους (περίπτωση αιμομιξίας ). Ούτως ή άλλως όμως οι Ζακυνθινοί που εγκαταστάθηκαν εδώ, στο γόνιμο και αποδοτικό κάμπο, ήταν πάντοτε οι φτωχοί γιατί οι πλούσιοι κατέφευγαν στην Αθήνα ή την Πάτρα. Οι ιδιορρυθμίες αυτές αποτέλεσαν τελικά έναν ιδιαίτερο και αυστηρό και απαραβίαστο κώδικα συμπεριφοράς, ζωής, διασκέδασης, ενδυμασίας, εργασίας κ.λ.π.
Ο Ανδραβιδαίος γενικά χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία, φιλόξενη και φιλόπρωτη διάθεση, είναι γλεντζές, δεν δέχεται εύκολα προσβολές και τις ανταποδίδει αμέσως, αν τις δεχτεί, είναι ευέξαπτος, ευερέθιστος, φτάνει ως το έγκλημα για λόγους τιμής χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεσυνερίζεται εύκολα τον άλλον (π.χ. όταν άρχιζε ένας τον τρύγο και μάλιστα από τα’ αφεντικά, τον άρχιζαν την ίδια στιγμή και οι υπόλοιποι ακόμα κι αν τα σταφύλια δεν είχαν ωριμάσει αρκετά), μιμείται πάντα το διπλανό του στον επαγγελματικό τομέα, αγαπάει παθολογικά τα άλογα και τη γυναίκα παρόλο που την υποτιμάει ως ον και θεωρεί ως κύριες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον άνδρα την ευγένεια, τη λεβεντιά και την τιμή.
Αυτά βέβαια ίσχυαν για τους παλαιότερους όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα πράγματα και οι άνθρωποι άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αλλάζουν. Πολλά παιδιά άρχισαν ν’ ακολουθούν σπουδές στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση και μάλιστα πολλά κορίτσια, γεγονός αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια. Στο τέλος της δεκαετίας αυτής ιδρύθηκε και το Γυμνάσιο και δέκα χρόνια περίπου μετά το Λύκειο, τα μαθήματα των οποίων παρακολουθούν πια το σύνολο των παιδιών εκτός από εκείνα φυσικά που αντιμετωπίζουν εγγενείς αδυναμίες ή οικογενειακή αδιαφορία.
Γενικά όμως ο Ανδραβιδαίος είναι συντηρητικό άτομο κι ως ένα σημείο αδιάφορο για την πολιτική γι’ αυτό και επικρατούν σχεδόν πάντα στην τοπική πολιτική σκηνή μέτριοι από κάθε άποψη άνθρωποι. Παρόλο τον συντηρητισμό τους όμως οι Ανδραβιδαίοι δεν ακολούθησαν ομαδικά και με φανατισμό τα τάγματα ασφαλείας στα χρόνια της Γερμανοϊταλικής κατοχής, ίσως και λόγω εγωισμού, ενώ σε άλλα χωριά του κάμπου το φαινόμενο ήταν μαζικότερο. Επίσης και το αντάρτικο δεν στρατολόγησε παρά λίγους σε σύγκριση πάντα με τον πληθυσμό της πόλης. Τούτο ίσως να οφείλεται στην αντίδραση των μεγάλων οικογενειών που επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν ακόμη τα πράγματα αλλά και στην αδυναμία του Ανδραβιδιώτη να θέσει με ευκολία τον εαυτό του υπό τις διαταγές των άλλων. Γενικά ταγματασφαλίτες και αντάρτες έγιναν νέοι που ένιωθαν λιγότερο ή καθόλου τις δεσμεύσεις των παραδοσιακών κανόνων της κοινωνικής ζωής ή είχαν παραβατική συμπεριφορά.
Ο μεγάλος ταξιδευτής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Καζαντζάκης, περαστικός από την Ηλεία στα χρόνια του μεσοπολέμου, είδε με τη σίγουρη ματιά του προσεκτικού παρατηρητή πολλά πράγματα παρά το λίγο που έμεινε στον τόπο. Γράφει χαρακτηριστικά στο κεφάλαιο «Μοριάς» της σειράς «Ταξιδεύοντας»: « ΄Έφτασα στην Ανδραβίδα, τη μεσαιωνική δοξασμένη πρωτεύουσα των Φράγκων. Οι φράγκικες εκκλησιές της χάθηκαν, τις εκατάπιε η γης, οι τάφοι που ήταν εδώ των πριγκίπων του Μοριά, των τριών πρώτων Βιλλεαρδουίνων, αφανίστηκαν κι αυτοί. Τώρα στα καφενεία, οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά, οι γυναίκες, τραχές, ταγαριασμένες, σκύβουν στην ξαπλωμένη στα χωράφια σταφίδα και κάπου κάπου σέρνουν μια φωνή στριγκιά. Είναι αγέλαστες, αυστηρές, δουλεύουν ακατάπαυτα, κοιτάζουν τον ξένο δίχως χαμόγελο. Το χαμόγελο είναι εδώ από τα πιο σπάνια φαινόμενα. Κάποτε γελούν δυνατά, μα σχεδόν πάντα τα μούτρα είναι σκυθρωπά και κατεβασμένα».
Σήμερα όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα κι οι σύγχρονοι νέοι της Ανδραβίδας διαβάζουν με απορία, με μια δόση συγκατάβασης και ειρωνείας όσα αναφέρει ο μεγάλος συγγραφέας για τους όχι και τόσο μακρινούς προγόνους τους. Εκείνο βέβαια το «οι άνθρωποι» λες και οι γυναίκες ανήκουν σε κάποιο άλλο είδος της δημιουργίας, πώς να το αντέξουν οι σημερινοί άνθρωποι και να μην κουνήσουν το κεφάλι τους συμπονετικά για τα μυαλά που υπήρχαν κάποτε.
Οι κάτοικοι, ανάλογα με την κοινωνική τάξη ή ομάδα στην οποία ανήκαν, σύχναζαν και στα αντίστοιχα στέκια χωρίς να έρχονται σε άμεση επαφή η μία με την άλλη. Οι εργάτες γης και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οι ακτήμονες και τα περιθωριακά στοιχεία της πόλης σύχναζαν στις παραδοσιακές ταβέρνες που σήμερα έχουν λιγοστέψει σημαντικά και τείνουν προς την εξαφάνιση. ΄Ήταν δε οι παραδοσιακές ταβέρνες μισοσκότεινα οικήματα όπου σερβίριζαν κρασί ξεροσφύρι και καμιά φορά με λίγο ρέγγο, σαρδέλα ή ελιά. Εννοείται ότι από τους χώρους αυτούς αποχωρούσαν οι θαμώνες τους σχεδόν πάντα μεθυσμένοι. Στην επιλογή της ταβέρνας κύριο ρόλο έπαιζε η ποιότητα του κρασιού και η δυνατότητα να πιει κανείς με πίστωση γιατί μετρητά δεν υπήρχαν πάντα στην τσέπη. Οι νοικοκυραίοι πήγαιναν εκεί μόνο όταν ήθελαν να βρουν εργάτες για τα χτήματα ή τις δουλειές τους.
Η πολιτική έμενε πάντα έξω από τις ταβέρνες γιατί το κρασί και τα έντονα οικονομικά προβλήματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικολογία και συζήτηση, οι πολιτικοί όμως τις επισκέπτονταν καμιά φορά «προς άγραν ψηφοφόρων» παρόλο που ο συνηθισμένος τρόπος ήταν να κερδίσουν τις επιφανείς κυρίως οικογένειες που με τη σειρά τους επηρέαζαν τους ψηφοφόρους και τους υποχρέωναν με τον τρόπο τους να ακολουθούν τις επιλογές τους. Στις ταβέρνες περίσσευε η ανθρωπιά κι ο ανθρώπινος πόνος και καμιά φορά λόγω των έντονων αναθυμιάσεων του οίνου και η έξαψη ή και η ένταση. Κατά καιρούς σύχναζαν εκεί και οι χασικλήδες και τότε ο χώρος ντουμάνιαζε και με άλλου είδους αναθυμιάσεις.
Στα καφενεία σύχναζαν οι επαγγελματίες, όταν δεν είχαν δουλειά, οι τεμπέληδες, οι αργόσχολοι, οι χαρτοπαίχτες, οι πολιτικάντηδες και το αρχοντολόι. Εδώ σερβιριζόταν κυρίως ρακί, καφές και αναψυκτικά και οι θαμώνες συζητούσαν ή έπαιζαν χαρτιά και τάβλι. Στο καφενείο του Γιογκαράκη που δεν υπάρχει πια σερβιριζόταν μόνο ρακί. Στα καφενεία οργάνωνε τις πλεκτάνες του το αρχοντολόι αν και μετά το 1960 τα εγκατέλειψαν μαζί με τους ελάχιστους εγγράμματους και μαζεύονταν πια στο φαρμακείο. ΄Έτσι, απέφευγαν τον ανεπιθύμητο συγχρωτισμό με τα λαϊκότερα στρώματα του τόπου.
Από τα καφενεία ξεκινούσαν πολλές φορές και οι βεντέτες μεταξύ των πολιτών, πολλές φορές από ασήμαντους λόγους, όπως π.χ. η άρνηση ή η αδυναμία κάποιου να πιει το ρακί που τον κερνούσαν. Αυτό εθεωρείτο μεγάλη προσβολή που ξεπλενόταν μόνο με το αίμα. Η βεντέτα βασικά ήταν προνόμιο των μεγάλων οικογενειών και τις περισσότερες φορές ξεκινούσε για λόγους ηθικής ή εξ αιτίας κτηματικών διαφορών και συνήθως γινόταν μπροστά στα μάτια όλων, μέρα μεσημέρι, σαν ένα είδος θεσμοθετημένης μονομαχίας και σπανιότερα στα κρυφά. Στην περίπτωση αυτή όλοι ήξεραν ποιος έκανε το φονικό αλλά κανένας δεν μιλούσε μέχρι ν’ αποκαλυφθεί στην πράξη ο δράστης με την απάντηση από την οικογένεια του θύματος κι η αλυσίδα του αίματος δεν είχε τελειωμό. ΄Όλοι οπλοφορούσαν και κανείς ποτέ δεν τολμούσε να μπει μπροστά σε μια βεντέτα και να την σταματήσει γιατί τότε θα τον έπαιρνε κι αυτόν η σφαίρα. Η βεντέτα μας φέρνει στη μνήμη ξεχασμένα φραγκικά έθιμα του μεσαίωνα, η πληροφορία όμως ότι οι περισσότερες από τις οικογένειες που την ασκούσαν κατάγονταν από Τούρκους μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού. Η τελευταία βεντέτα έγινε τη δεκαετία του 1950 και έκτοτε ο πληθυσμός ησυχάζει. Ευτυχώς, το έθιμο αυτό ανήκει πια στην Ιστορία. Οι σημερινές κοινωνικές και άλλες συνθήκες δεν επιτρέπουν πια την ύπαρξή της.

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Και του χρόνου

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

17η Νοεμβρίου. Τα σχολεία ξεκινούν με τάξη και με πειθαρχία παραδειγματική. Ο σχηματισμός είναι σχεδόν στρατιωτικός. Μπροστά ανεμίζουν οι γαλανόλευκες, οι ψηλοί οδηγούν, οι κοντοί ακολουθούν. Οι διμοιρίτες και οι δείκτες στη θέση τους. ΄Όλοι εν πλήρει ηρεμία και κατά τα καθιερωμένα.
Καταθέτουν στεφάνια και λουλούδια φυσικά ή πλαστικά στο μνημείο των πεσόντων υπό τα απλανή και ανέκφραστα βλέμματα των επισήμων. Κάποιος εκφωνεί τον πανηγυρικό της ημέρας. Στο πέτο του ένα κόκκινο γαρίφαλο καρφιτσωμένο.
Την ίδια μέρα στα 1973 είχε εκφωνήσει πάλι έναν πανηγυρικό στους μαθητές του σχολείου του. Στην πραγματικότητα τον ίδιο με τον τωρινό. Τώρα αφαίρεσε μόνο τις αρνήσεις και αντικατέστησε τους αποδέκτες των «εύγε» και των «ζήτω» με τους πεσόντες φοιτητές.
Ενός λεπτού σιγή. Ο Εθνικός ΄Ύμνος. Επιστροφή στα σχολεία και διάλυση των συντεταγμένων τμημάτων. Οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω, όπως πάντα. Να μην αλλάξουμε δα και τις παραδόσεις. Τα καθιερωμένα. Η φιλαρμονική παιανίζει στους δρόμους κι ύστερα χάνεται κι αυτή. Μέχρι την επόμενη εκδήλωση παραμένει βουβή.
«Ωραία η εκδήλωση. Κόσμια και ευπρεπής», μίλησε ο δήμαρχος, «Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ουζάκι. Το απαιτεί η μέρα, άλλωστε».
«Και του χρόνου, δήμαρχε, και χρόνια πολλά».
«Και του χρόνου. Και του χρόνου».

Η μοναξιά του μοτοσικλετιστή

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Μεσημέρι. ΄Εξω από το Λύκειο επαρχιακής κωμόπολης του Νότου. Τα εφτακόσια πενήντα κυβικά μουγκρίζουν και ξεσηκώνουν τον κόσμο. Τον αναστατώνουν, καλύτερα. Οι δυο καβαλάρηδες ξεχύνονται ακράτητοι στη μακριά λωρίδα του δρόμου. Σε λίγο χάνονται εντελώς από τα μάτια μας. Ακούγεται μόνο το μουγκρητό τους..
Η κόντρα διαρκεί κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά. Τι μας νοιάζει ποιος νίκησε; Υπάρχει, αλήθεια, νικητής; Οι μαθητές μονάχα τους ζητωκραυγάζουν και τους επευφημούν. Το πλήθος αδιαφορεί ή κουνάει το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. «Δεν θέλω «ου», φωνάζει ο ένας μοτοσικλετιστής περνώντας σαν αστραπή από μπροστά τους.
-----------

Μετά από πέντε μέρες τον βρήκαν νεκρό μέσα σε μια αποστραγγιστική τάφρο. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, σαν να προσπαθούσαν μάταια να τρυπήσουν το γκρίζο κέλυφος του ουρανού. Δεν θα ξαναμιλήσει πια στους μαθητές παρά μέσα από τα κενά που αφήνουν οι καρδιές τους. Το Λύκειο και η περιοχή θα βρουν για λίγο την ησυχία τους.

--------------

Τον άλλον, όμως, ποιος τον σκέφτεται; Γυρίζει μόνος κι έρημος, χωρίς σκοπό, χωρίς αντίπαλο στις κόντρες. ΄Εκοψε ακόμη και τις σούζες. Πώς να βγει με τόση ηρεμία η ζωή; Πώς να αντέξει τόση ερημιά; Κι οι μαθητές που ησύχασαν κι αυτοί και δεν επευφημούν! Σαν να τους φίμωσαν μ’ αόρατα πλην δραστικά φίμωτρα!
Καλά θα πάνε όλα, προφανώς, στο μέλλον!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Το χρονικό του Μορέως

Το Χρονικό του Μορέως

του Ανδρέα Φουσκαρίνη







Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώ­να, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκι­πάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλ­λική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.
Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική εί­ναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρό­γραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλ­ληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπί­λημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζε­ται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστε­ρη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.
Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμε­τρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στί­χους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ' αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορί­νου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασι­λείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώ­ζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 509[1]
Ο Πέτρος Π. Καλονάρος[2] χωρίζει το κεί­μενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204­1261' στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κα­τάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστο­ρία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το1292. Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλ­λεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύ­τερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυι­κού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγεί­ται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδή­ποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκι­πάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτε­λούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αψηγη­ματικές ενότητες, όπως Π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, του Μιχαήλ Πα­λαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεα­πόλεως κ.ά. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσό­τερα των δύο τμήματα και κυρίως στα ση­μεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώ­θει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων, γεγο­νότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που εί­ναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκι­πάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των. Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονι­κό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισ­σεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κα­λυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγα­λύτερη απ' αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλα­τειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητού­μενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινω­νία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότη­τας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γα­σμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γί­νει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχο­διώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γο­δεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυ­ροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο απο­βιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σα­μπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφε­ρατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης. Κατά το Χρονικό, οι Φρά­γκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει., την Ανδρα­βίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

«Βουλήν απήραν μ' εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ' είπαν κ' εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως'
ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως 'ς αύτην». (στ. 1424-1429)

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύ­κολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαι­νόμενα, είναι η σπουδαιότερη πό­λη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονο­μάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολ­λές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολό­κληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόν­νησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, πε­ριήλθε στα χέρια των Φράγκων. Ήταν τέτοια η καταπίεση της Bυζανtινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότη­τα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κα­τακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξε­γέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου εί­δους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό ση­μαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της πε­ριοχής - μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδε­φρείδος Βιλλεαρδουίνος:

«'Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .
το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
εμεταστάθη, ως χριστιανός' ο Θεός να τον συγχωρήσει.
Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πι­θανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο. Απ' την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελ­ληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούρ­γιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπό­λιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Κα­ζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες: «Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμου­λος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψα­σμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα...»[3]... Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μα­κροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντι­νής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύ­σης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευ­ξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν. Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κοντα­ρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχό­ντισας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανή­σεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π. Ακούει για τίτλους παράξε­νους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε πε­ρίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύται­νας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χα­λανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιρ­γέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλω­νίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κι­βιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα. Aκόμα και συνέλευση γυναι­κών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άν­δρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κλη­ρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα. Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρ­χει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση
­«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ 'εκάμνασιν τον παρλαμά κ 'επαίρναν την βουλή τους'
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ' αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλω­στε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πε­λοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μα­κροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ' την πληθώρα των νομικών πα­ρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος. Από τις δύο παραλλα­γές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελ­ληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλλη­νες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυν­θεί γλωσσικά και μετρικά.
Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοι­πόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι>, ευγενικοί, παμφρόνιμοι, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι , αντρι­κώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ' άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δό­λιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισμα­τικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπι­στοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός. Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνι­μος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κά­ποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρα­τιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουρ­γός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυ­τοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

«ποτέ .Ρωμαίου μη εμπιστευτεί ς δια όσα και σου ομνύει'
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937).

Θυμίζει έντονα το πε­ρίφημο «φοβού τους Δα­ναούς και δώρα φέρο­ντας». Φυσικά, έχει ξε­χάσει παντελώς τις φρά­γκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή πα­ντρεύτηκε ο δεύτερος. Το κείμενο είναι γραμμένο και να δια­βάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πά­ντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρό­σωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευ­θύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγ­γραφή του έργου του:

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,
να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν' αναγιγνώσκεις'
ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ'
κ' ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

Γίνεται σαφές κι απ' αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώ­να, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους-και στη διαμόρφωση του χα­ρακτήρα και της ιδεολογίας τους. Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ με­γάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέ­ρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συ­νεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κά­ποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

<<Λοιπόν ,αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,
πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

Και αλλού:
<<Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ' εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).
Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός πα­ραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματι­κό κόλπο!
Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονι­κού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλι­κή. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπο­ρούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελε­σματικότητας. Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγ­χύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξι­στορεί. Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληρο­φοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρί­ξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά
ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικο­γένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέ­τειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγ­ματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορού­σαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονο­γραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της επο­χής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδα­ρή και σε κάποια σημεία κουραστική. Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανα­κρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ' εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γί­νεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρι­νό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώ­νες.
Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δη­μαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρο­νικό: «ο στιχουργός του Χρονικού του Μο­ρέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επά­νω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνή­θως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογο­τεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την ση­μασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώι­μη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχε­ται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα πε­ρισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία». Και συνεχίζει: «Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρι­κή, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέ­ρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που -σπά­νια- παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφη­γητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγεί­ται»[4].
Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστο­ρικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαί­τερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια
λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λε­πτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστο­ρήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέ­βαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογι­κό. Απ' την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντε­λώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγη­ματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυ­νείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πλη­ροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκε­τά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτι­σης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανε­ρή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγρα­φείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην απο­κλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορι­κούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ' τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!
Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Κα­λονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολου­θήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομά­τζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδει­κνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μό­νον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνά­μεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κί­νητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνι­κής αναγεννήσεως»[5]. Έτσι, μετά το Χρονι­κό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», <<Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα>, «Φλώριος και Πλάτζια Φλώ­ρα>, «/μπέριος και Μαργαρώνα> κ.ά. Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνά­ρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μο­ρέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζά­κη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συ­μπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου τού Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ' αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσε­κτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη. ­




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επε­ξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ' + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλο­γος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] ό.π.π. σελ. ί.
[3] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος. Ο Μοριάς». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[4] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ' έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

[5] ό.π.π. σελ. ιγ' του προλόγου.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Από το όνειρο στην ποιητική πράξη

Σύντομη εισαγωγή στην ποίηση και την ποιητική του Γιώργη Παυλόπουλου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

«΄Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»[1]

Αρχίζω, λοιπόν, κυρίες και κύριοι, με αυτά τα λίγα λόγια του ποιητή την αποψινή μου παρουσίαση, από την τρίτη του ποιητική συλλογή, «Τα Αντικλείδια», αφού ακριβώς αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε σήμερα στο λιγοστό χρόνο, που έχουμε στη διάθεσή μας, να βρούμε δηλαδή μερικά αντικλείδια της ποίησής του, ώστε να την προσλάβουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Δυο λόγια, όμως, πρώτα για τον ίδιο τον ποιητή θα ήταν απαραίτητα, αφού η γνώση του ανθρώπου μπορεί να κάνει ευκολότερη και την πρόσληψη του έργου. Κατά το δυνατόν, βέβαια.
Επιτρέψτε μου, όμως, ν’ ανοίξω μια παρένθεση πρώτα. Θα ήθελα να σας πληροφορήσω, αν και πρέπει να σας είναι ήδη γνωστό, ότι η πρώτη δημόσια παρουσίαση του Γιώργη Παυλόπουλου στο νομό μας και αλλού, από όσο μπορώ να ξέρω, έγινε σ’ αυτήν εδώ την πόλη, τα Λεχαινά, σε εκδήλωση της «Μορφωτικής ΄Ένωσης» και του περιοδικού «Διάλογος» στα 1979.[2] Εδώ, λοιπόν, ακούστηκε για πρώτη φορά δημόσια ο προφορικός και ο ποιητικός λόγος του ποιητή για να συνεχίσει αργότερα σε άλλες πόλεις του νομού, της χώρας και του εξωτερικού.
Και τώρα κάτι πιο προσωπικό. Δεν είναι η πρώτη φορά, που ασχολούμαι δημοσίως με την ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου. ΄Όμως, κάθε φορά που μου ανατίθεται ο σχολιασμός και η παρουσίαση του έργου του στο κοινό, νιώθω, ιδιαίτερα όταν ο ποιητής είναι παρών, όπως τώρα καλή ώρα, και γνωρίζοντας πολύ καλά την αυστηρότητα της κρίσης του και τη βαθιά γνώση των ποιητικών πραγμάτων, που τον διακρίνει, νιώθω, λοιπόν, σαν να είναι η πρώτη φορά, σαν πρωτόμαθος μαθητής που ετοιμάζεται να μιλήσει για κάποιο δάσκαλό του και διστάζει. ΄Όχι, βέβαια, από αδυναμία, αλλά, ίσως, από κάποιον ενδόμυχο φόβο, μήπως και αποτύχει ολοσχερώς η προσπάθεια. ΄Ένας φόβος που σου λύνει τα γόνατα και σε οδηγεί σε αμηχανία. Θα το ξεπεράσω, όμως, γι’ αυτό και κλείνει και η παρένθεση.
Αν, κυρίες και κύριοι, το μέγιστο μέλημα ενός ποιητή είναι η γλώσσα , που χρησιμοποιεί στο γράψιμο των έργων του κι αν την ποιητική του αξία, ως ένα βαθμό, βέβαια, την καθορίζει αυτή, τότε μπορώ να σας δηλώσω με απόλυτη βεβαιότητα, ότι σήμερα έχουμε την τιμή και την τύχη να βρίσκεται μαζί μας ένας απ’ τους σημαντικότερους ποιητές της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, ο Γιώργης Παυλόπουλος. Αν θα θέλαμε ν’ αναζητήσουμε στην ποίηση, που γράφει και δημοσιεύει, ένα πρώτο και μεγάλο προτέρημα, αυτό θα το βρίσκαμε αμέσως στην τέλεια γνώση και επιτυχημένη χρήση του γλωσσικού του οργάνου. Η γλώσσα του ακουμπάει γερά σε μια παράδοση, που, ξεκινώντας απ’ τον Σολωμό και το Δημοτικό Τραγούδι, καταλήγει στον Μακρυγιάννη και τον Σεφέρη και μέσω αυτών στη δημιουργία ενός στιβαρού, προσωπικού γλωσσικού ιδιώματος. Είναι μια γλώσσα «ρωμαλέα, πυκνή και σωστή», κατά τον Μανόλη Ανδρόνικο[3], χωρίς ψιμύθια και γλωσσικούς κορδακισμούς, κατά τον Σεφέρη[4], «σπάνιας δραστικότητας και ευκρίνειας», κατά τον Σπύρο Τσακνιά.[5].
Η λέξη, επιλεγμένη πάντα με προσοχή, με γνώση και με ευαισθησία μέσα από τα ανεξάντλητα γλωσσικά κοιτάσματα της δημοτικής και της λόγιας παράδοσης, φορτισμένη πάντα με την αναγκαία αίσθηση και με το απαραίτητο νόημα, συντείνει στην ολοκλήρωση της αισθητικής και νοηματικής λειτουργίας κάθε στίχου, κάθε εικόνας, κάθε ποιήματος εν τέλει, χωρίς βέβαια κάποια απ’ αυτές τις λέξεις, σύμφωνα και με την παρατήρηση του Γιάννη Δάλλα[6], να αποτελεί απαραίτητα το αισθητικό ή νοηματικό κέντρο του ποιήματος. Στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου, ποίηση καθαρά εικονιστική και, ως ένα σημείο, βιωματική, δεν υπάρχει λεκτικό θεματικό κέντρο. Επίσης, η γλωσσική του επάρκεια και η χρήση της κυριολεξίας με την αυστηρή επιλογή της λέξης, ως προς τη σημασία της, όπου χρειάζεται βέβαια, χωρίς ταυτόχρονα να αποκλείεται και η μεταφορά, όπου, επίσης, είναι απαραίτητη, τον οδηγεί σε αυστηρή συμπύκνωση του στίχου και του νοήματος, στην απόρριψη, μετά από εξαντλητική επεξεργασία, κάθε περιττού γλωσσικού ή αισθητικού στοιχείου, στη δημιουργία, τέλος, ενός λόγου πυκνού, περιεκτικού, σύντομου σχετικά, λιτού και επιγραμματικού και, φυσικά, καίρια δραστικού.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας στα 1924, όπου και διαμένει ανελλιπώς από το 1951 μέχρι και τον θάνατό του, στα τέλη του 2008. Το 1942 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως ποτέ να ολοκληρώσει , για βιοποριστικούς, πιστεύω, λόγους, τις, ούτως ή άλλως, σχετικά αδιάφορες για τον ίδιο νομικές σπουδές. Ως ποιητής, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τις σελίδες του περιοδικού «Οδυσσέας» του Πύργου, του οποίου ήταν και γραμματέας σύνταξης. Παράλληλα, υπήρξε ιδρυτικό και δραστήριο μέλος του «Πυργιώτικου Παρνασσού», σημαντικότατου σωματείου για την προαγωγή των τεχνών και του πολιτισμού στα δύσκολα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής, στο οποίο ανήκε και ο «Οδυσσέας».[7] ΄Έχει εκδώσει ίσαμε τώρα πέντε ποιητικές συλλογές ( «Το Κατώγι», 1971. «Το Σακί», 1980. «Τα Αντικλείδια», 1990. «33 χάικου», 1990. «Λίγος ΄Άμμος», 1997.), καθώς και μέρος της άκρως ενδιαφέρουσας αλληλογραφίας του με τον Ηλείο πεζογράφο Νίκο Καχτίτση. ΄Άλλα κείμενά του, ποιήματα ή δοκίμια, έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας. «Το Κατώγι» έχει μεταφραστεί ολόκληρο στην Αγγλική από τον Peter Levi, καθηγητή στην έδρα της ποίησης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ενώ αρκετά ποιήματά του, μεταφρασμένα από άλλους σε διάφορες γλώσσες, έχουν δημοσιευτεί στην Αγγλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ισπανία και αλλού.
Μιλώντας στην αρχή για τη γλώσσα, έμμεσα μίλησα και για κάποιες επιρροές, που δέχτηκε η ποίησή του και οι οποίες ξεκινούν από τον ΄Όμηρο και καταλήγουν, μέσω του Σολωμού, του Μακρυγιάννη και της Δημοτικής Ποίησης, στον Σεφέρη, τον ΄Εζρα Πάουντ, του οποίου είναι ένας από τους πρώτους μεταφραστές στα Ελληνικά και στον ΄Ελλιοτ, ενώ μεταγενέστερα διακρίνονται επιδράσεις του Μπόρχες καθώς και κάποιων Γιαπωνέζων τεχνιτών του πολύ μικρού ποιήματος, όπως το χάικου. Οι επιδράσεις αυτές, βέβαια, είναι δημιουργικές και καλοχωνεμένες και γι’ αυτό δύσκολα μπορεί να τις ανιχνεύσει κανείς με την πρώτη ματιά. Η φρίκη ενός κόσμου καθημαγμένου και αποτρόπαιου παριστάνεται με Σολωμικά και Μακρυγιαννικά μοτίβα. Η έντονη βίωση μιας σκληρής και θανατηφόρας καθημερινότητας δίνει έναν χαμηλό, φιλοσοφικό τόνο στη φωνή του, που βρίσκεται, ούτως ή άλλως, πολύ κοντά στη Σεφερική βίωση της πραγματικότητας. Ο Γιώργης Παυλόπουλος, θα μπορούσε να πει κανείς, τουλάχιστον στις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές, είναι ο συνεχιστής του δρόμου, που άνοιξε στην ποίηση ο Γιώργος Σεφέρης, βλέπει όμως τα πράγματα μέσα από το καθαρτήριο των δικών του βιωμάτων, εμπειριών, ματιάς, τεχνικής. Υπάρχουν πολλά σημεία επαφής των δύο ποιητών, αλλά και πολλά που τους απομακρύνουν, ιδιαίτερα όσο ο νεώτερος ποιητής βαδίζει προς την πλήρη ωρίμανσή του και που οφείλονται, κατά τη γνώμη μου, στις διαφορετικές εμπειρίες, που απόκτησαν στη διάρκεια της ζωής τους αλλά και στη διαφορετική ματιά, με την οποία βλέπουν τον κόσμο, που τους περιβάλλει. Ο Παυλόπουλος π.χ., σε αντίθεση με τον Σεφέρη, έχει τη δύναμη και μιλάει για ήρωες, χωρίς φυσικά να γίνεται ηρωικός ή επικός, όπως ο Ρίτσος και δίνει την αίσθηση της φθοράς των πραγμάτων και του μαρασμού των ανθρώπων με ενάργεια και καθαρότητα, με αφηγηματικούς τρόπους δοκιμασμένους από τον ΄Όμηρο και την παράδοση, ενώ οι εικόνες, που χρησιμοποιεί, είναι στιλπνές, καθαρές, ευδιάκριτες, διαρθρωμένες με σκηνική οικονομία και δραματική ένταση, όπως στον ΄Όμηρο, τον Μακρυγιάννη, τον Σολωμό και το Δημοτικό Τραγούδι. Τελικά, θα ρωτούσα εδώ, μπορούμε να μιλάμε μόνο για επιδράσεις και επιρροές, έστω και άριστα χωνεμένες, όπως στην περίπτωση του Παυλόπουλου ή πιο απλά για δημιουργικές συναντήσεις στο πεδίο της ποίησης συγγενικών φωνών μέσα από παραπλήσια βιώματα και καταστάσεις;
Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι ποίηση εικονιστική και αναπαριστά με σαφήνεια και ακρίβεια παραδειγματική τον εφιαλτικό κόσμο ή, καλύτερα, για να είμαστε πιο ακριβείς κι εμείς με την σειρά μας, την εφιαλτική α-κοσμία της ζωής του μεταπολεμικού ανθρώπου, που την ζει έντονα μέσα από την καθημερινή βίωση του θανάτου του και ταυτόχρονα την υπέρβαση αυτού του κόσμου μέσω του ονείρου, της ποίησης και του έρωτα. Οι εικόνες, που δημιουργεί, διαδέχονται η μία την άλλη με ελεγειακή, λυρική, λαϊκή και ονειρική αφηγηματικότητα και θεατρική, σκηνική διάρθρωση και ολοκληρώνονται πάντα στο τέλος του ποιήματος. Τα πρόσωπα, που κινούνται σ’ αυτές, αυτοί οι αφανείς και ανώνυμοι ήρωες της καθημερινότητας, τοποθετημένοι πάντα στο ιστορικό βάθος της εποχής τους από τον σκηνοθέτη-ποιητή με τέτοιο τρόπο, ώστε να φωτίζεται με ακρίβεια και η παραμικρή λεπτομέρεια των κινήσεών τους , δρουν πάντα σε σχέση με τους δυο μεγάλους άξονες, που ορίζουν την ποίησή του, δηλαδή τον έρωτα και τον θάνατο, το όνειρο και τον εφιάλτη, την ποιητική και την άλλη αντιμετώπιση της ζωής, σε χρόνο, που δεν είναι ποτέ απόλυτα καθορισμένος αλλά πάντα αναγνωρίσιμος, γιατί είναι ο δικός μας χρόνος, που αποτελεί μια χωρίς όρια ενότητα, από την οποία αντλεί συνεχώς η μνήμη. Το ίδιο συμβαίνει και με τον χώρο.
Ο χώρος και ο χρόνος είναι η αφετηρία και όχι η κατάληξη ή ο σκοπός του ποιήματος, γιατί αυτά ορίζονται πάντα από τα πρόσωπα και τη δράση τους. ΄Έτσι, και ο χώρος και ο χρόνος λειτουργούν μέσα στο ποίημα υποκειμενικά ή, καλύτερα, σε προσωπικό επίπεδο, γι’ αυτό και η Ιστορία, ενώ ξεκινάει ως καθολικό, ομαδικό βίωμα στο «Κατώγι», γίνεται περισσότερο ατομική υπόθεση στο «Σακί», για να μετατραπεί σε εντελώς προσωπική υπόθεση στα «Αντικλείδια» και τις μεταγενέστερες ποιητικές συλλογές. Στο τελευταίο του βιβλίο, το «Λίγος ΄Άμμος», η Ιστορία έχει παραχωρήσει τη θέση της στη σύγχρονη θέαση των πραγμάτων και του κόσμου, εσωτερικού και εξωτερικού, στη σύγχρονη μυθολογία και ο ποιητής μετατρέπεται ευφάνταστα σε έναν σύγχρονο μάγο-παραμυθά.
Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου στηρίζεται, κατά μεγάλο μέρος, στη δραστική λειτουργία της μνήμης, η οποία ανασύρει συνεχώς ψήγματα χρυσού από τις ακένωτες πηγές ενός ρημαγμένου και σχεδόν αποτρόπαιου παρελθόντος και ξαναστήνει μπροστά στα μάτια μας με νέα μορφή τις παλιές εικόνες, που δεν λένε να σβήσουν από το συλλογικό υποσυνείδητο του ανθρώπου για να τις ζήσουμε ξανά σαν μια νέα, εικονική αυτή τη φορά, πραγματικότητα. ΄Έτσι, το παρελθόν δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά ένα χωρίς όρια παρόν και το όνειρο ή ο εφιάλτης δεν τελειώνουν ποτέ, είναι μια συνεχής παρουσία, αποτελούν από μόνα τους μια άλλη πραγματικότητα μέσα στη γνωστή και συνηθισμένη, που ζούμε, και, συγχρόνως, μαζί με την φαντασία προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους συνεχείς βιασμούς, που δέχεται ο άνθρωπος καθημερινά στα περιορισμένα όρια μιας φρικτής, εχθρικής και αποτρόπαιης καθημερινότητας, προσπαθώντας μ΄αυτόν τον τρόπο να την υπερβούν και ν’ αποτελέσουν συνάμα τα δυναμικά στοιχεία μιας ικανοποιητικής αντίστασης του υποκειμένου στις ασφυκτικές πιέσεις του κόσμου, που το περιβάλλει.
Στα «Αντικλείδια», η έντονη παρουσία του ονείρου εις βάρος του εφιάλτη έχει εξαφανίσει σχεδόν ολοκληρωτικά κάθε άλλη αντίμαχη και αντίρροπη δύναμη. Το ίδιο συμβαίνει, πιο έντονα ίσως, και στο «Λίγος ΄Άμμος». Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πειστικά ότι η πορεία του ποιητή από την πρώτη του εμφάνιση μέχρι και σήμερα διενεργείται σταθερά από τον εφιάλτη προς το όνειρο, από τον θάνατο και την φθορά προς τον έρωτα και την ζωή, από την φθορά και τη διάλυση των στοιχείων, που αποτελούν τον πεπερασμένο κόσμο στην αφθαρσία του αιώνιου, από το παρελθόν προς το παρόν και, συνεπώς, προς το μέλλον, από τους χαμηλούς και, φαινομενικά, απαισιόδοξους τόνους των πρώτων του ποιημάτων στα τρυφερά ποιητικά παιγνιδίσματα των τελευταίων και από τον διάλογο με τον κόσμο μέσω της ποίησης στον διάλογο με την ίδια την ποίηση. Στα «Αντικλείδια» και το «Λίγος ΄Άμμος» οι μορφές, που κυριαρχούν, είναι οι γυναικείες. Μέσα από τις σελίδες των δύο βιβλίων παρελαύνουν γυναίκες που αγαπήσαμε ή που θα θέλαμε να αγαπήσουμε, που σίγουρα όμως τις αγάπησε ο ίδιος ο ποιητής σε μια χώρα ερωτικής και ποιητικής ουτοπίας κι αυτό μας το υπενθυμίζει διαρκώς με διακριτικότητα και τρυφερότητα, ο έρωτας και το όνειρο ταυτίζονται, ενώ οι φίλοι και οι ομότεχνοι, γνωστοί και άγνωστοι στο ευρύτερο κοινό, καλούνται από τον ποιητή σε μια ατέλειωτη συζήτηση για την ποίηση και τον έρωτα στο επίπεδο της καθημερινότητας.
Στο «Κατώγι» βλέπουμε, στο πρώτο τουλάχιστον εκτεταμένο και σπονδυλωτό ποίημα, «Το Απομνημόνευμα», ατέλειωτες σειρές πολεμιστών να γυρνούν κατηφείς απ’ το μέτωπο, νικημένοι, εξευτελισμένοι, προδομένοι, συντριμμένοι και να ζουν τη θλιβερή πραγματικότητα μέσω της μνήμης και με τον αναίτιο και αχρείαστο, για να μην πω, άχρηστο, θάνατό τους, ενώ στα υπόλοιπα ποιήματα αυτής της συλλογής οι δυο αντίμαχες δυνάμεις, που διακατέχουν την ύπαρξή μας, ο έρωτας και ο θάνατος δηλαδή, στέκουν αντιμέτωπες στα μετερίζια τους κι ο άνθρωπος ανάμεσά τους μάχεται καθημερινά τον μάταιο, μα ταυτόχρονα ελπιδοφόρο, αγώνα του κατά της φυσικής φθοράς και της αναπόφευκτης διάλυσης.
Στο «Σακί» οι ιστορικές αναφορές είναι περισσότερο σαφείς και συγκεκριμένες, παρόλο που κι εδώ τα πρόσωπα και οι τόποι δεν κατονομάζονται. Εδώ βλέπουμε τον αγώνα της γενιάς της Αντίστασης κατά των δυνάμεων εκείνων, που, τελικά, την συντρίβουν αλλά και την καθημερινή πάλη του μεταπολεμικού ανθρώπου να επιβιώσει μέσα σ’ ένα αφιλόξενο, αποτρόπαιο και εχθρικό περιβάλλον.
«Το Κατώγι» και «Το Σακί» υποδηλώνουν ταυτόχρονα τον Κάτω Κόσμο, τον ΄Άδη, στον οποίο ο ποιητής κατεβαίνει για να γράψει τη δική του «Νέκυια» με οδηγό του την ποίηση και τους μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος (΄Όμηρος, Βιργίλιος, Δάντης κ.λ.π.), ενώ η μνήμη στέκεται ακοίμητος φρουρός και συγκρατεί ως εικόνα τα κομμάτια της ζωής, σαν τις παλιές, καλές φωτογραφίες. Στην ποίηση γενικά του Γιώργη Παυλόπουλου ο Πάνω και ο Κάτω Κόσμος ταυτίζονται, συμπίπτουν και αποτελούν μια αδιάσπαστη και αδιαίρετη ενότητα μεταξύ τους, ενώ ο ποιητής είναι και το δρων πρόσωπο αλλά και ο προσεκτικός, πλην όμως μεροληπτικός, παρατηρητής των όσων επιτελούνται γύρω του.
Η φρίκη μιας τέτοιας πραγματικότητας, όπως αυτή που περιγράφεται εδώ, εικονίζεται και στον Μιχάλη Σαχτούρη, στον Παυλόπουλο όμως είναι περισσότερο προσωπική, αλλά δεν μένει μόνο εκεί, γιατί από το «εγώ» αναγόμαστε στο Μακρυγιαννικό και Σεφερικό «εμείς», και τα πράγματα, με την στοχαστική ενατένιση του υποκειμένου, αντικειμενικοποιούνται και το ατομικό καθολικεύεται.
Αν ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι ο εκφραστής της ήττας μιας γενιάς και της εποχής της και με την φωνή του μιλούν οι νεκροί του σύντροφοι, ο Παυλόπουλος αναπλάθει από την αρχή αυτή την εποχή και αφήνει τους νεκρούς να μας δείξουν οι ίδιοι, ζωντανοί και ακμαίοι, ολόκληρη τη φρίκη που δεν περιγράφεται αλλιώς. Αν ο Τάκης Σινόπουλος ανακαλεί και αυτός με τη δραστική λειτουργία της μνήμης, έναν κόσμο, που έγινε συντρίμμια την στιγμή που όλα έδειχναν ότι θα μπορούσε να ανασυντεθεί και να παραμείνει ακέραιος στο τέλος και συνδιαλέγεται με αυτόν τον κόσμο, όπως άλλωστε και με τους χαμένους συντρόφους της νιότης του στα νεκρόδειπνα που παραθέτει, πασχίζοντας συνάμα να μας γυρίσει σ’ αυτόν, να τον γνωρίσουμε σε βάθος και να συμβιώσουμε μαζί του, ο Παυλόπουλος ανασυνθέτει για μας αυτόν τον κόσμο και τα πρόσωπα που τον εκφράζουν και τα οδηγεί σ’ έναν ημιτελή διάλογο μαζί μας, ενώ ταυτόχρονα μας δείχνουν τις χαίνουσες πληγές τους. ΄Όλα αυτά τα πρόσωπα, που υπήρξαν κάποτε οι κύριοι φορείς και εκφραστές μιας σχεδόν ολοκληρωτικά και για πάντα χαμένης ελπίδας, βρίσκονται πάντα μπροστά μας και μας κοιτάζουν κατάματα με τα μεγάλα, ορθάνοιχτα μάτια τους, που είναι, συγχρόνως, και τα μάτια της ποίησης. Στις τελευταίες του ποιητικές συλλογές το όνειρο και η φαντασία απομακρύνει, έστω και παροδικά ή φαινομενικά, τον εφιάλτη.
Συμπερασματικά και μέσα στα στενά όρια αυτής της εισήγησης, μπορώ να πω ότι η συνεισφορά του Γιώργη Παυλόπουλου στη μεταπολεμική μας ποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα θεματικά του μοτίβα αντλούνται πάντα από την ανεξάντλητη πηγή των εμπειριών της γενιάς του και της εποχής του, η φωνή του όμως είναι εντελώς προσωπική και στηρίζεται στις καλύτερες στιγμές της ποιητικής παράδοσης, Ελληνικής και ξένης, ενώ η σπάνιας δραστικότητας αίσθηση της γλώσσας, που τον χαρακτηρίζει, συντελεί τα μέγιστα στη διαμόρφωση ενός εκφραστικού οργάνου ικανού να μας μεταδώσει κάθε συγκίνηση και να στήσει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας την ίδια στιγμή μια ατμόσφαιρα ποιητικής μαγείας και απόλαυσης ικανής να μας συνεπαίρνει ακόμη και τότε που έχει τελειώσει η ανάγνωση ή, καλύτερα, η ακρόαση του ποιήματος. Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι μια ποίηση, που μας καλεί σε βίωση του αισθητικού γεγονότος και όχι σε μια απλή ανάγνωση του ποιήματος και συγχρόνως είναι μια ποίηση με αναντίρρητες κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις που, δίνοντας σάρκα και οστά στο όνειρο και κάνοντάς το έτσι οικείο στον αναγνώστη ή τον μελετητή της, προσπαθεί να ματαιώσει τον εφιάλτη μιας στυγνής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Εκφωνήθηκε σε εκδήλωση για τον ποιητή στο πνευματικό κέντρο του Δήμου Λεχαινών..





[1]. Γιώργη Παυλόπουλου: Τα Αντικλείδια. Εκδόσεις «Στιγμή». Αθήνα, 1988. Σελ. 44.
[2] . Περιοδικό «Διάλογος. Τρίμηνη ΄Έκδοση της Μορφωτικής ΄Ένωσης Λεχαινών «Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας». Τεύχος 5. 1979. Σελίδες 27-37.
[3] . Το Βήμα. 1-1-1972.
[4] . Γ.Π.Σαββίδης. Το Βήμα. 6-11-1972.
[5] . Φιλολογική Καθημερινή. 1-10-1981.
[6] . Το Βήμα. 9-11-1971.
[7] . Δες το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού «Διάλογος. Τρίμηνη ΄Έκδοση της Μορφωτικής ΄Ένωσης Λεχαινών ο Ανδρέας Καρκαβίτσας», τεύχος 18, σελ. 7-24, όπου και συνέντευξη του ποιητή για αυτά ακριβώς τα χρόνια και για αυτήν τη δράση.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Ο Πύρρων ο Ηλείος και ο Σκεπτικισμός

του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Ο Σκεπτικισμός σήμερα, ως ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα, έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του και δεν υπάρχει πια, κάποιες αντιλήψεις όμως που εξέφρασε και υποστήριξε στις διάφορες φάσεις της ιστορίας του και που αποτελούσαν κάποτε στάση ζωής, βρήκαν και εξακολουθούν να βρίσκουν ανταπόκριση στη ζωή και τη σκέψη πολλών ανθρώπων και στοχαστών.
Ο Σκεπτικισμός ήταν ένα από τα σημαντικότερα κινήματα της μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη φιλοσοφίας που είχε οπαδούς σε όλες τις εποχές και που μια πρακτική του έκφραση την είδαμε σε μια ακραία και επιφανειακή μορφή τη δεκαετία του 1960 με το κίνημα των χίπηδων, που εμφανίστηκε ως πλήρης άρνηση κάθε αξίας της αστικής ζωής και κοινωνίας. Σημειωτέον ότι οι οπαδοί του κινήματος αυτού μιμήθηκαν ως ένα βαθμό, ακόμα και με την εξωτερική τους εμφάνιση, τους πρώτους σκεπτικούς και κυνικούς. Αργότερα βέβαια οι περισσότεροι απ’ αυτούς αναίρεσαν την τότε στάση τους και εντάχθηκαν ομαλά στην κοινωνία που πολεμούσαν, πολλοί μάλιστα σε υψηλόβαθμες θέσεις. ΄Ηταν η όψιμη μορφή της φιλοσοφίας αυτής που για πρώτη φορά εμφανίστηκε στην ΄Ηλιδα από τον Πύρρωνα στον 4ο αιώνα π.Χ.
Η πνευματική ζωή της Ηλείας στα χρόνια της Αρχαιότητας ήταν, όπως και σήμερα άλλωστε, ως ένα σημείο, περιθωριακή, περιορισμένη σε συγκεκριμένα πράγματα που ενδιέφεραν και αφορούσαν τους κατοίκους της και τον τρόπο ζωής τους. Η χώρα, πλούσια σε υλικά αγαθά, με απέραντα λιβάδια, δάση και γόνιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις κυβερνιόταν σχεδόν πάντα από τους πλούσιους γαιοκτήμονες της ΄Ηλιδας, οι οποίοι, βυθισμένοι στην καλοπέραση και την άνεση που τους πρόσφεραν τα πλούτη που αποκόμιζαν από τη συνεχή και ανεμπόδιστη εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων, των γύρω περιοχών που είχαν καταλάβει έγκαιρα και των ιερών με την πανελλήνια λάμψη, ενδιαφέρθηκαν ελάχιστα για άλλες κατακτήσεις ή για πνευματικές, καλλιτεχνικές και πολιτιστικές αναζητήσεις. Με κάποιες ατομικές εξαιρέσεις, βέβαια, που όμως ενισχύουν τον κανόνα. Αλλά και με τη δημοκρατία λίγα πράγματα άλλαξαν. Η συνήθεια και η παράδοση είναι ισχυροί παράγοντες για να διαιωνίσουν μια μόνιμα σχεδόν διαμορφωμένη κατάσταση. ΄Ετσι, σπάνια βλέπουμε τους Ηλείους να παίρνουν ενεργό μέρος στη διαμόρφωση και τη δημιουργία της αρχαίας Ιστορίας και σχεδόν πάντα αθέατα και διακριτικά. Κύριο ενδιαφέρον τους τα πανηγύρια, οι μεγάλες γιορτές, τα συμπόσια, η διασκέδαση, ο εύκολος και ευχάριστος τρόπος ζωής. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Παρά ταύτα όμως υπήρξαν κατά καιρούς και επιφανείς Ηλείοι, όπως και σήμερα άλλωστε, που έλαμψαν ως άτομα με το έργο τους και τη δράση τους στο χώρο του Πνεύματος, της Επιστήμης και της Τέχνης. Ο γλύπτης Κολώτης π.χ. ήταν Ηλείος. Μαθητής και συνεργάτης του Φειδία δούλεψε μαζί του ή αυτόνομα στην κατασκευή του κολοσσιαίου χρυσελεφάντινου αγάλματος του Ολύμπιου Δία και άλλων σημαντικών έργων της περιοχής. ΄Ηταν έξοχος στην επεξεργασία του χρυσού και του ελεφαντόδοντου. Δικά του έργα ήταν τα χρυσελεφάντινα αγάλματα της Αθηνάς και του Ασκληπιού ( «θαυμαστόν ιδείν ξόανον», κατά τον Στράβωνα ) και ένα τραπέζι με ανάγλυφες μορφές πάνω στο οποίο τοποθετούσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων τα στεφάνια των νικητών. Επίσης, Ηλείοι ήταν ο ανδριαντοποιός Κάλλων και ο αρχιτέκτονας Λίβων, με τα σχέδια του οποίου κτίστηκε ο μεγαλοπρεπής ναός του Δία στην Ολυμπία.
Ονομαστοί ήταν οι μάντεις και οι μάγοι της Ηλείας. Εκτός από τον μυθικό Μελάμποδα υπήρξε ολόκληρη σειρά γενεών μάντεων της ίδιας οικογένειας, όπως οι Κλυτίδες, οι Ιαμίδες, οι Καλλιάδες και οι Τελειάδες. Μεγάλη παράδοση που ξεκινάει από τον 5ο αιώνα π.Χ. υπήρξε στη φιλοσοφία. Εδώ γεννήθηκαν και ξεκίνησαν ή ολοκλήρωσαν τη σταδιοδρομία τους ο διάσημος σοφιστής Ιππίας, ο φιλόσοφος Φαίδων, αγαπητός μαθητής και σύντροφος του Σωκράτη και ιδρυτής της Ηλειακής Φιλοσοφικής Σχολής, ο διάδοχός του Πλείσταινος, μαθητής του Ευκλείδη, ο σοφιστής Αλεξίνος και, φυσικά, ο Πύρρων ο Εφεκτικός, ο ιδρυτής του Σκεπτικισμού ως ολοκληρωμένου φιλοσοφικού κινήματος.
Ο σοφιστής Ιππίας, ματαιόδοξος και επιπόλαια πολυμερής, ήθελε να διαδώσει όλες τις γνώσεις του καιρού του σε όλους τους ανθρώπους και για αυτό καταπιάστηκε με το σύνολο σχεδόν των επιστημών, με τα Μαθηματικά, την Αστρονομία, τη Φιλοσοφία και γυρνώντας από πόλη σε πόλη δίδασκε τους εύπορους νέους της Ελλάδας με μεγάλη αμοιβή. Απόκτησε και στην Αθήνα ένα ευρύ κύκλο θαυμαστών και μαθητών, όπως μαρτυρούν και τα έργα του Πλάτωνα που αναφέρονται σ’ αυτόν ή τον κατονομάζουν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε και δύο πολύ σημαντικούς Αθηναίους που έζησαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους στην Ηλεία μετά τη φυγή τους από την Αθήνα για καθαρά πολιτικούς λόγους και επηρέασαν τα μέγιστα την περιοχή και τον πολιτισμό της: το γλύπτη Φειδία που εγκατέστησε το εργαστήριό του στην Ολυμπία δεχόμενος παράλληλα πληθώρα μαθητών και τον Ξενοφώντα, ο οποίος έγραψε ένα μεγάλο μέρος του έργου του στα κτήματά του στη Σκυλλουντία.
Η πληροφορία του ΄Ερμιππου ότι ίδρυσε σχολή στην Ολυμπία και ο Αλεξίνος κρίνεται ανακριβής. Ο ιδιόρρυθμος αυτός φιλόσοφος που λόγω του φιλονεικώτατου του χαρακτήρα του κλήθηκε και Ελεγξίνος, μαθητής του Μεγαρικού Ευβουλίδη διαφωνούσε ριζικά με όλους τους φιλοσόφους και κατηγορούσε τη Ρητορική ότι χρησιμοποιεί σοφιστικές μεθόδους και ασχολείται με άχρηστα θέματα. Βρίσκεται πλήρως μέσα στο πνεύμα του Σκεπτικισμού που θα αναπτυχθεί πλήρως από τον Πύρρωνα και τους μαθητές του.
Ο Πύρρων, ο ιδρυτής της Σκεπτικής Φιλοσοφικής Σχολής, γεννήθηκε στην ΄Ηλιδα, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ενενηντάχρονης ζωής του (360-270 π.Χ.) μαζί με την αδελφή του, τη Φιλίστα, που ήταν μαμή. Νεαρός ακόμη μαθήτευσε στον Βρύσκιο, μαθηματικό φιλόσοφο της Μεγαρικής Σχολής του Ευκλείδη, η οποία είχε διαδεχθεί με τη σειρά της την Ηλειακή Σχολή του Φαίδωνα υπό την επίδραση, ίσως, του Αλεξίνου. Η Ηλειακή παράδοση δηλαδή και σκέψη ήταν καθοριστική στη διαμόρφωση του δικού του φιλοσοφικού στοχασμού.
Συνοδεύοντας τον Αλέξανδρο μαζί με δεκάδες άλλους επιστήμονες, φιλοσόφους, καλλιτέχνες διέσχισε ολόκληρη σχεδόν την Ασία, ήλθε σε επαφή με τους μάγους της Περσίας, μελέτησε σε βάθος το μυστικισμό της Ανατολής και έφτασε ως τις Ινδίες, όπου γνωρίστηκε με τους βραχμάνους, τους περίφημους γυμνοσοφιστές, οι οποίοι επεδίωκαν την ηθική τελείωση στην απόλυτη αταραξία (νιρβάνα) και την πλήρη υποταγή του σώματος στις λιγοστές ανάγκες της ψυχής. Η επίδρασή τους ήταν μεγάλη και στη σκέψη και στον τρόπο ζωής του Ηλείου φιλοσόφου. Με πολλούς απ’ αυτούς διατήρησε φιλικές σχέσεις μέχρι το τέλος της ζωής του.
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου γύρισε στην πατρίδα του και για λίγο καιρό ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, στη συνέχεια όμως με τη φιλοσοφία. ΄Εζησε μέχρι τον θάνατό του πιστός, παρά τις διάφορες προκλήσεις, στη δική του φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Επίσης, θα μπορούσε να πει κανείς με κάθε βεβαιότητα σχεδόν ότι δέχτηκε επιδράσεις και από άλλους, προγενέστερους ΄Ελληνες φιλοσόφους, όπως τον Ευκλείδη τον Μεγαρικό, το Δημοκρίτειο φιλόσοφο Ανάξαρχο καθώς και από εκπροσώπους της αρχαίας Σοφιστικής, όπως τον Πρωταγόρα.
Ο Πύρρων επεδίωκε πάντα να ζει, όσο του ήταν βέβαια δυνατόν, σε απόλυτη συμφωνία με τις φιλοσοφικές δοξασίες του. ΄Ετσι, έζησε απλά και ταπεινά μια πραγματική ζωή φτωχού με ελάχιστες, τις απαραίτητες, ανάγκες και σύμφωνα πάντα με τα έθιμα και τις συνήθειες των φτωχών συμπατριωτών του. ΄Όπως μας πληροφορεί ο Διογένης Λαέρτιος πουλούσε καθημερινά στην αγορά της ΄Ηλιδας πουλερικά και γουρουνόπουλα για τον επιούσιο και δεν αρνιόταν ποτέ ακόμα και τις πιο ταπεινές δουλειές σε αντίθεση με πολλούς άλλους σύγχρονούς του πολίτες αδιαφορώντας πλήρως για τη γνώμη των γύρω του.
Η γνώση για τη ζωή του από νωρίς σκεπάστηκε από ένα πέπλο μυστηρίου και μύθου. Τη διδασκαλία του, τις δοξασίες του, τις θεωρίες του δεν τις κατέγραφε, όπως και ο Σωκράτης και έγιναν ευρύτερα γνωστές από τον πνευματικό του κληρονόμο, τον Τίμωνα. Πολλά περιστατικά της ιδιόρρυθμης ζωής του, για την οποία προσπαθούσε πάντα να είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία του, έφτασαν ως εμάς με τη μορφή ανέκδοτων. Ρίχνουν όμως κάποιο φως στο σκοτάδι της πληροφόρησης που έχουμε για τον ίδιο και για το έργο του. Λέγεται ότι μονάχα δυο φορές στη ζωή του ξέφυγε (δηλαδή ταράχτηκε) από τους κανόνες που ο ίδιος είχε θεσπίσει γι’ αυτήν: τη μια, όταν τρομαγμένος σκαρφάλωσε στην κορυφή ενός δένδρου προσπαθώντας να γλιτώσει απ’ την επίθεση ενός επικίνδυνου σκύλου και την άλλη, όταν για άγνωστο σ’ εμάς λόγο νευρίασε με την επίμονη αδελφή του και κάποιος τον περιγέλασε με το γνωστό «δάσκαλε που δίδασκες!». Τότε ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε με τη χαρακτηριστική ψυχραιμία που τον διέκρινε πως δεν ήταν δυνατόν να εξαρτήσει την απόδειξη της «αδιαφορίας» του από μια γυναίκα κι ότι με μια γυναίκα ποτέ δεν θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα ατάραχος.
Κάποια από τα περιστατικά της ζωής του που έφτασαν ως εμάς δείχνουν παραδειγματικά τι εννοούσε ακριβώς όταν μιλούσε για την αταραξία. Κάποτε, παραδίδεται απ’ τις αρχαίες πηγές, ο φίλος του Ανάξαρχος, καθώς βάδιζαν μαζί στις ερημιές της ΄Ηλιδας, γλίστρησε και έπεσε στον παρακείμενο βάλτο. Ο Πύρρων, σαν να μην συνέβη τίποτε, συνέχισε ατάραχος τον περίπατό του αδιαφορώντας παντελώς για τον φίλο του που κινδύνευσε πραγματικά να πνιγεί. Το περιστατικό αυτό ο Ανάξαρχος το διηγείτο συχνά στους ακροατές του για να εκφράσει το θαυμασμό του για τον Ηλείο φιλόσοφο. Προσωπικά βέβαια πιστεύω και τον αποτροπιασμό του για το γεγονός, αφού κόντεψε ν’ αφήσει τα κόκαλα του εκεί για ν’ αποδείξει ο Πύρρων τις θεωρίες του.
Κάποια άλλη στιγμή του άνοιξαν και του καυτηρίασαν με τα πιο επώδυνα αντισηπτικά της εποχής μια πληγή κι ο φιλόσοφος, παρά τον ανυπόφορο πόνο που ένιωθε να τον βασανίζει δεν έκανε ούτε μια σύσπαση, έναν μορφασμό στο ήρεμο και ατάραχο πρόσωπό του. ΄Εδειξε με τον πιο πρόσφορο τρόπο ότι δεν του συνέβαινε τίποτα το συνταρακτικό εκείνη τη στιγμή και τράβηξε άπειρα βλέμματα θαυμασμού πάνω του.
Συχνά αναφερόταν στον ΄Ομηρο και έλεγε ότι δεν πρέπει κανείς να στενοχωριέται ποτέ για το θάνατο γιατί, αφού ο Πάτροκλος που άξιζε περισσότερο απ’ τον καθένα μας πέθανε από το δόρυ του ΄Εκτορα τότε γιατί να ζούμε εμείς που είμαστε σαφώς κατώτεροί του κι ότι οι άνθρωποι μοιάζουν με τα φύλλα των δένδρων που πεθαίνουν το φθινόπωρο. Εδώ έχουμε μια αντίληψη και μια μεταφορά χρησιμοποιημένη ήδη από τη λυρική και τη χορική ποίηση του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ.
Αυτά διέσωσε η αρχαία παράδοση για τη ζωή του Πύρρωνα που ομολογουμένως ρίχνουν κάποιο φως και ερμηνεύουν τις δοξασίες του. Οι Ηλείοι, εκτιμώντας την προσφορά του στη Φιλοσοφία αλλά και στην πατρίδα του τον τίμησαν κυρίως ηθικά, όσο ζούσε: τον έκαναν αρχιερέα και απάλλαξαν εξ αιτίας του όλους τους φιλοσόφους από τη φορολογία. Μετά το θάνατό του όμως του ανήγειραν περικαλλές μνημείο ενώ τοποθέτησαν και την εικόνα του στη Στοά της αγοράς της ΄Ηλιδας.
Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά τις θεωρίες του και τη ζωή τους στην Ιστορία του Πνεύματος και ειδικά της Φιλοσοφίας.
Τη διδασκαλία του Πύρρωνα και των διαδόχων του στη Σκεπτική Σχολή μας τη διέσωσαν αποσπασματικά ο Διογένης Λαέρτιος και ο Σέξτος Εμπειρικός. Ο ιδρυτής του Σκεπτικισμού έβγαζε αρνητικά συμπεράσματα από την ασυμφωνία των φιλοσόφων μεταξύ τους στα βασικά προβλήματα της φιλοσοφίας και της ζωής. Κατά τον Πύρρωνα η σοφία, δηλαδή η γνώση είναι σχετική και τίποτα το πραγματικά αληθινό δεν υπάρχει. Η λογική με τη σειρά της δε μπορεί να φτάσει στην πλήρη γνώση του αληθινού με οποιοδήποτε τρόπο. ΄Ετσι, αν θέλουμε να οδηγηθούμε στην ενάρετη αδιαφορία που αποτελεί το ιδανικό του σοφού (το καλό και το κακό είναι επίσης συμβατικά και σχετικά) θα πρέπει να αποφεύγουμε να μιλάμε και να δίνουμε ορισμούς στα πράγματα. Και τούτο γιατί τίποτα δε μπορεί να είναι απόλυτα κατανοητό επειδή δε μπορούμε να ορίσουμε, να γνωρίσουμε δηλαδή ένα πράγμα στις λεπτομέρειές του με ορισμούς μέσω κάποιου άλλου που ανήκει ή όχι στο ίδιο είδος. ΄Ετσι εκείνο που κυριαρχεί στη γνώση των πραγμάτων είναι η φαινομενικότητα.
Κύριο στοιχείο λοιπόν της σκέψης του Πύρρωνα είναι η αμφιβολία για πράγματα που δεν είναι ολότελα φανερά, όπως π.χ. οι ιδέες του Πλάτωνα. Τίποτα δε μπορεί να μας βεβαιώσει με σιγουριά για την ύπαρξη ή όχι των πλατωνικών ιδεών. Συνεπώς δε μπορούμε να έχουμε ή να εκφέρουμε γνώμη ασφαλή ούτε για το Αγαθό ούτε για το Κακό αυτά καθ’ εαυτά (« Ου μάλλον ούτως έχει τόδε ή εκείνης ή ουδετέρως»). ΄Ετσι, ο Ηλείος φιλόσοφος οδηγείται στην ολοκληρωτική άρνηση της ύπαρξης και της σκοπιμότητας της επιστήμης ενώ την ιδέα της ευτυχίας, που ήταν κυριαρχική στη σκέψη των ανθρώπων της εποχής του, τη μεταβάλλει σε απόλυτη αδιαφορία για το κάθε τι.
Μοναδικός και βέβαιος δρόμος για να φτάσει κανείς στην «απάθεια», αντίληψη που αποτελεί την κορύφωση και το τέρμα της φιλοσοφικής του θεώρησης των πραγμάτων, είναι η «αφασία», το να μη λέει δηλαδή κανείς τίποτα για τίποτα και η «αταραξία». Κύρια όμως απαίτηση της απάθειας είναι ο σεβασμός των νόμων και των συνηθειών. ΄Ετσι, ουσιαστικά ο Πύρρων οδηγείται στην άρνηση των αλλαγών στο κοινωνικό και, συνεπώς, στο πολιτικό περιβάλλον καθώς αρνείται κάθε τάση ή δυνατότητα για αλλαγή, επανάσταση και ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης.
Οι άνθρωποι πέφτουν στη δυστυχία από δικό τους λάθος γιατί ο πόνος δεν είναι τίποτ’ άλλο από τη στέρηση εκείνου που νομίζουν ως αγαθό (που φυσικά δεν είναι ή είναι φαινομενικά) και που για να μην το χάσουν ανέχονται να διαπράττεται αυτό που θεωρούν ως κακό. Η «σκέψη» όμως, δηλαδή η αμφιβολία (από εδώ και η ονομασία «Σκεπτικοί», εκείνοι δηλαδή που αμφιβάλλουν για τα πάντα) μειώνει τον πόνο μέχρι να τον αναγκάσει να χαθεί εντελώς. Συγγενείς όροι είναι η «αρρεψία», η αμφιταλάντευση δηλαδή της κρίσης και η «εποχή» (από το ρήμα επέχω), δηλαδή η πλήρης και ολοκληρωτική αδιαφορία. Με την απάθεια ο άνθρωπος ενισχύει την αβεβαιότητα εκείνου που δε μπορεί να κατανοήσει με τον νου ή τις αισθήσεις. ΄Ετσι η ηθική του Πύρρωνα πλησιάζει κάπως από άλλο δρόμο την ηθική των Στωικών και των Επικούρειων.
Ο Πύρρων μαθήτευσε στα νιάτα του στον Βρύσκιο, μαθηματικό και φιλόσοφο της Μεγαρικής Σχολής, η οποία είχε διαδεχθεί με τη σειρά της την αρχαιότερη Ηλειακή Σχολή του Φαίδωνα, όπου μαθήτευσε και ο προγενέστερός του, Ηλείος στην καταγωγή, Αλεξίνος. Ο Πύρρων δηλαδή ακολούθησε πιστά τη μεγάλη Ηλειακή φιλοσοφική παράδοση στην αρχή και τη σκέψη του ενίσχυσε στη συνέχεια η συνάφειά του με τη σκέψη των προγενέστερων ή των σύγχρονών του φιλοσόφων και στοχαστών αλλά και η στενή επαφή του με τους Ινδοσοφιστές που συνάντησε όταν ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στις Ινδίες. Εκεί γνώρισε σε βάθος τον μυστικισμό της Ανατολής αφού ήλθε σε στενή επαφή όχι μόνο με τους βραχμάνους της Ινδίας αλλά και με τους μάγους της Περσίας. Ο ίδιος χωρίς να γράψει ποτέ τίποτα με το χέρι του μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα δίδασκε τους μαθητές του προφορικά και ζούσε στην Ηλεία σε πλήρη συμφωνία με τις αντιλήψεις και τη διδασκαλία του. Η στάση του, ο τρόπος ζωής του θύμιζαν κατά πολύ το μεγάλο δάσκαλο του 5ου προχριστιανικού αιώνα, τον Σωκράτη.
Θα μπορούσε να πει κανείς, με κάποια σοβαρή επιφύλαξη πάντα, ότι στο τέλος του 4ου προχριστιανικού αιώνα είχε συντελεστεί κατά πολύ η ολοκλήρωση της ζωής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Στα χρόνια του Πύρρωνα κυριαρχούσαν ακόμα τρεις κορυφαίες τάσεις της: η φυσική αντίληψη του Αριστοτέλη για τα πράγματα, η μεταφυσική του Πλάτωνα και η ηθική του Ζήνωνα ενώ οι διάδοχοι του Πλάτωνα αναζητούσαν τις ιδέες στα αφηρημένα μαθηματικά και γίνονταν από φιλόσοφοι ηθικολόγοι. Η διαλεκτική αμφιβολία εξάλλου του Ζήνωνα και ο μεταφυσικός αγνωστικισμός του Ευκλείδη είχαν αρχίσει ήδη να κυριαρχούν πιεστικά στην Ελληνική σκέψη, αφού είχε περάσει πια ο καιρός των Πλατωνικών Ιδεών και της απόλυτης γνώσης: της απόλυτης βεβαιότητας της γνώσης. Στην πραγματικότητα τα πάντα σχεδόν είχαν συζητηθεί, όμως το Σύμπαν είχε κρατήσει για τον εαυτό του το μεγάλο μυστικό της δημιουργίας του, ενώ οι άνθρωποι είχαν κουραστεί να αναζητούν μάταια την αρχή και την ουσία των όντων. ΄Ετσι, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη φιλοσοφία και τη διδασκαλία του Πύρρωνα που ήλθε για να αμφισβητήσει τα πάντα και να δείξει στον άνθρωπο το μάταιο του αγώνα του για πλήρη, ολοκληρωτική και απόλυτη γνώση.
Κατά τον Πύρρωνα δεν υπάρχει τελική αλήθεια ούτε βεβαιότητα. ΄Ετσι καταργείται για πάντα ο δογματισμός. ΄Η σχεδόν για πάντα. Η επιδίωξη της ψυχικής γαλήνης είναι πολυτιμότερη για τον άνθρωπο από την ίδια την αλήθεια. Η παύση της αναζήτησης οδηγεί τον άνθρωπο στην αταραξία. Τα πάντα είναι συμβατικά και ανεκτά, συνεπώς ο καθένας οφείλει να είναι πάντα ανεκτικός απέναντι στους άλλους και να τους αποδέχεται έτσι όπως πράγματι είναι. Εξάλλου, ούτε ο νους ούτε οι αισθήσεις δίνουν ασφαλή και βέβαιη γνώση παρά τα όσα έλεγαν οι προγενέστεροι φιλόσοφοι, γιατί οι μεν αισθήσεις παραμορφώνουν τα πράγματα ενώ ο νους δεν είναι παρά ένας σοφιστής – υπηρέτης των επιθυμιών του καθενός και κάθε λόγος έχει υποχρεωτικά και τον αντίλογό του. Κι ακόμη, διακήρυττε ο Πύρρων, το ίδιο πράγμα μπορεί να είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, μικρό ή μεγάλο, όμορφο ή άσχημο, έξυπνο ή ηλίθιο ανάλογα με τις συνθήκες και την ψυχική μας διάθεση. ΄Όλα είναι μια πρόσκαιρη γνώμη, ακόμη και η ύπαρξη των θεών. Ο Πύρρων είναι στην πραγματικότητα ο θεμελιωτής της σύγχρονης θεωρίας της σχετικότητας χωρίς τη μαθηματική της διατύπωση κι όταν τον ρώτησαν γιατί εξακολουθεί και δεν πεθαίνει, απάντησε ότι σε τίποτα δεν διαφέρει το ένα από το άλλο και φυσικά του είναι αδιάφορο τι από τα δύο θα επικρατήσει και πότε.
Η επίδραση του Πύρρωνα στην κατοπινή εξέλιξη της φιλοσοφίας ήταν μεγάλη και ποικίλη κι ο Ηλείος φιλόσοφος θεωρήθηκε στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ως ο τελευταίος στη σειρά μεγάλος στοχαστής της κλασσικής περιόδου της αρχαιότητας πριν από τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο της ΄Υστερης αρχαιότητας. Οι σύγχρονοί του Επικούρειοι και Στωικοί δέχτηκαν στην ανάπτυξη του στοχασμού τους πολλές Πυρρώνειες επήρειες ή τον επηρέασαν κι αυτοί με τη σειρά τους. Κατά τον ίδιο τον Επίκουρο μάλιστα το μέγιστο ιδανικό του φιλόσοφου είναι η αταραξία και η «καταστηματική ηδονή», όπως την ονομάζει, συνίσταται στην πλήρη έλλειψη φυσικού πόνου («απονία») και ταραχής.
Ο Πύρρων απόκτησε πολλούς μαθητές, όπως τον Φίλωνα τον Αθηναίο, δεν ίδρυσε όμως ποτέ κανονική σχολή με κανόνες κατά το πρότυπο της Πλατωνικής Ακαδημίας ή του Αριστοτελικού Λυκείου. Τη διδασκαλία του τη συνέχισε κυρίως ο μαθητής του Τίμων ο Φλειάσιος (320-230 π.Χ.) που έγραψε εκτός των άλλων και τραγωδίες, σατυρικά δράματα, ιάμβους κ.ά. Ονομαστό ήταν κατά την Αρχαιότητα το έργο του «Σίλοι» (σκώμματα σε τρία βιβλία), όπου ο ποιητής, παρωδώντας την Ομηρική «Νέκυια», κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο και συζητάει με τον Ξενοφάνη ασκώντας κριτική και διακωμωδώντας εκ του ασφαλούς όλους τους τύπους που απεικόνιζε σ’ αυτό.
΄Εμμεσοι μαθητές του Πύρρωνα, άμεσα επηρεασμένοι όμως από τη διδασκαλία του, ήταν οι Ακαδημαϊκοί Αρκεσίλαος και Καρνεάδης. Ο Αρκεσίλαος, διευθυντής της Πλατωνικής Ακαδημίας από το 260 π.Χ. μέχρι τον θάνατό του στα 240 π.Χ., ήταν δεινός συζητητής και διαλεκτικός. ΄Εγραψε λίγα κι αυτά σε στίχους, όπως οι παλιότεροι ΄Ιωνες φιλόσοφοι. Η φιλοσοφική του διδασκαλία, απομακρυσμένη αρκετά από τη διδασκαλία του Πλάτωνα, του ιδρυτή της σχολής που διοικούσε, ήταν ένα κράμα από δόγματα των Ακαδημεικών, των Μεγαρικών και των Σκεπτικών και βρισκόταν πάντα σε αντιπαλότητα και αντιδικία με τη διδασκαλία των Στωικών. Κατ’ αυτόν, το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει την αλήθεια γιατί το ψεύτικο και το αληθινό παρουσιάζονται εξίσου ακαταμάχητα. ΄Ετσι ο σοφός το μόνο που μπορεί ή δικαιούται να κάνει είναι να αμφιβάλλει συνεχώς για ό,τι νομίζει ότι αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις ή τον νου και να αρκείται μόνο στο να θεωρεί τα πάντα πιθανά.
Διάδοχος του Αρκεσίλαου στην Ακαδημία ήταν ο Καρνεάδης, ονομαστός ρήτορας και διαλεκτικός. Ο τρόπος που ζούσε συμφωνούσε περισσότερο με τη ζωή του Πύρρωνα παρά με την παράδοση της σχολής του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι πολλές φορές, αφοσιωμένος στη μελέτη πολύπλοκων φιλοσοφικών προβλημάτων, ξεχνούσε ακόμη και να φάει. Κατά τον Καρνεάδη υπάρχουν τρεις βαθμοί πιθανότητας, όμως η αντικειμενική αλήθεια παραμένει παντελώς άγνωστη γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να γνωρίσουν παρά μόνο τα φαινόμενα. Το 156 π.Χ. πήγε στη Ρώμη ως επίσημος απεσταλμένος και εκπρόσωπος της πόλης του, της Αθήνας. Εκεί έδωσε δύο διαλέξεις: την πρώτη, για να αποδείξει την ύπαρξη της Δικαιοσύνης και τη δεύτερη, την επόμενη ημέρα ακριβώς, για να την αναιρέσει. Είναι προφανές ότι άρχιζε η αναβίωση της παλαιάς Σοφιστικής μέσα όμως από την κούφια ρητορικότητα της νέας. Η συμπεριφορά του άφησε αλγεινή εντύπωση και σοκάρισε τα μέγιστα τους συντηρητικούς και πρακτικούς Ρωμαίους που τον αποδοκίμασαν αμέσως και έντονα. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν απογοήτευσε τον Αθηναίο φιλόσοφο που συνέχισε απτόητος τη διδασκαλία του όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου μετά από λίγα χρόνια διαδέχθηκε τον Αρκεσίλαο στη διεύθυνση της Ακαδημίας. Μαθητές του Καρνεάδη υπήρξαν ο Κλειτόμαχος ο Καρχηδόνιος (2ος αι. π.Χ.) και ο Φίλων (2ος-1ος αι. π.Χ.).
΄Αλλοι ονομαστοί σκεπτικοί ήταν: ο Μηνόδοτος, ο Αινισίδιμος ο Κνώσσιος, ο οποίος αναθέρμανε το κίνημα του Σκεπτικισμού και συστηματοποίησε τη διδασκαλία του με τα οκτώ βιβλία των «Πυρρώνειων λόγων» που συνέγραψε και για τον οποίο «το πολλοίς πείθον αληθινόν», ο Ηρόδοτος και ο μαθητής του Σέξτος ο Εμπειρικός, συγγραφέας των «Πυρρώνειων υποτυπώσεων» και του «Προς μαθηματικούς», εναντίον δηλαδή των μαθηματικών, δηλαδή των Πυθαγορείων φιλοσόφων, όπου εκθέτει διεξοδικά και με έντονα κριτικό πνεύμα το σύνολο των αντιλήψεων του Πύρρωνα και των μαθητών του, γεγονός που σημασιοδοτεί και τη δική του συμβολή στην αποκρυστάλλωση και διάσωση των δογμάτων του Σκεπτικισμού.
Μετά τη μεγάλη ακμή του Σκεπτικισμού και των σχεδόν παράλληλων χρονικά σχολών του Στωικισμού και των Επικούρειων αρχίζει ο σταδιακός μαρασμός της Ελληνικής φιλοσοφίας με κάποιες εξάρσεις κατά διαστήματα, συνακόλουθο φαινόμενο της γενικότερης πτώσης και παρακμής του Ελληνικού πολιτισμού και της πολιτικής ελευθερίας που τον δημιούργησε. Στα χρόνια της Ρωμαϊκής κατάκτησης που ακολούθησαν η φιλοσοφία μετατρέπεται σ’ ένα κράμα εκλεκτικισμού, αναζήτησης νέων αντιλήψεων και νέων θεοτήτων, μαγείας και δυσπιστίας γενικά προς κάθε παγιωμένη αντίληψη ενώ παντού επικρατεί η Νέα Σοφιστική που δεν είναι παρά ένα κίνημα καθαρά βερμπαλιστικό, μία στείρα επίδειξη γνώσεων των σοφιστών-ρητόρων που γυρνούν από πόλη σε πόλη και επιδεικνύουν τις ρητορικές του ικανότητες σε πυκνά ακροατήρια. ΄Υστερα από την αναλαμπή του Νεοπλατωνισμού (Πλωτίνος, Πρόκλος κ.ά.) και του Στωικισμού (Σενέκας, Μάρκος Αυρήλιος κ.ά.) και τη σταδιακή επικράτηση του Χριστιανισμού η Ελληνική Φιλοσοφία φθίνει συνεχώς για να πεθάνει οριστικά με την ενσωμάτωση κάποιων αντιλήψεων και μεθόδων της στη Χριστιανική Θεολογία μετά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το έτος 529 μ.Χ.
Το τέλος του αρχαίου κόσμου είναι στέρεα δεμένο με το τέλος της αρχαίας φιλοσοφίας και την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού. Παρά ταύτα όμως η Ελληνική σκέψη θα συνεχίσει την πορεία της έμμεσα μέσα από το επίσημο δόγμα και τις αιρέσεις, τις ατελείωτες συζητήσεις για τη δογματική θεμελίωση της νέας θρησκείας, τα γραπτά των φωτισμένων πατέρων της εκκλησίας του 4ου και 5ου μεταχριστιανικού αιώνα και των διαδόχων τους καθώς και μέσα από τις πολυποίκιλες αιρέσεις που διασάλευσαν πολλές φορές την ενότητα του ενός και μοναδικού και από όλους αποδεκτού θρησκευτικού δόγματος.
Το τέλος του Σκεπτικισμού ως φιλοσοφικού κινήματος αρχίζει να επιβάλλεται σταδιακά από τον 3ο μεταχριστιανικό αιώνα κυρίως υπό τα δυνατά χτυπήματα της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, που αρχίζει να γίνεται κυρίαρχος στις χώρες της Μεσογείου. Βέβαια, ποτέ δεν έσβησε εντελώς από τη σκέψη των ανθρώπων η αμφιβολία για τα πράγματα και το γενικότερο πνεύμα της αμφισβήτησης που οι ρίζες τους βρίσκονταν ήδη πολύ βαθιά στο κίνημα των σοφιστών του 5ου π.Χ. αιώνα δεν έπαψαν ποτέ να καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος στην ανθρώπινη σκέψη. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το πνεύμα της αμφισβήτησης γονιμοποίησε και τη μεταγενέστερη φιλοσοφική σκέψη, αφού το συναντάμε μεταστοιχειωμένο σε θεολογία στις διάφορες Χριστιανικές αιρέσεις αλλά κυρίως στους φιλοσόφους της ΄Ύστερης Αναγέννησης κι ακόμη στο Μονταίνιο, τον Χιουμ, τον Καρτέσιο ακόμα και στον Καντ, στο κίνημα του Σχετικισμού και τέλος ακόμα και στις μέρες μας στην αρνητική και ακραία απορριπτική στάση του χιπισμού. Επί πλέον θα έλεγα ότι σήμερα μετά την κατάρρευση των ιδεολογιών και των καθεστώτων που στηρίζονταν σ’ αυτές η αμφιβολία και η έλλειψη σταθερής πίστης ή η αναζήτηση νέας αποτελεί κυρίαρχη αντίληψη σ’ ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Γης.
Ο Σκεπτικισμός ως οργανωμένο φιλοσοφικό κίνημα εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στα χρόνια του Αλέξανδρου και των διαδόχων του. Σε μια εποχή – τομή δηλαδή, όταν η κρίση σε όλους τους θεσμούς, τη σκέψη, την πολιτική και τον πολιτισμό είναι κυρίαρχο φαινόμενο στον κλασικό Ελλαδικό χώρο και τον «κόσμο» του και οι αλλαγές που πρόκειται ν’ ακολουθήσουν είναι ακόμη αμφίβολες και άγνωστες. Η μορφή ακριβώς αυτού του κόσμου αλλά και το ιδεολογικό του περιεχόμενο τότε αρχίζει να αλλάζει ριζικά, από τη βάση του, οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές δομές παθαίνουν σιγά – σιγά ανεπανόρθωτες αλλοιώσεις. Η πόλη – κράτος, θεσμός στον οποίο στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο η ανάπτυξη του κλασικού Ελληνικού πολιτισμού, αποδυναμώνεται αρχικά μέχρι την οριστική του διάλυση και στη θέση του εγκαθιδρύεται η νέα μορφή του κοσμοκρατορικού ιδεώδους της Μακεδονικής μοναρχίας και των μεγάλων πολυεθνικών κρατικών μηχανισμών με την κυριαρχία του Ελληνικού στοιχείου που τώρα πια είναι Ελληνιστικό.
Τις εξελίξεις αυτές και τις μεταλλαγές ή τις μεταλλάξεις τους που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια ακόμα και μεγάλα και ισχυρά πνεύματα, όπως ο Αριστοτέλης, που τις έζησαν από κοντά, δεν θα κατορθώσουν να τις κατανοήσουν και θα εξακολουθήσουν να επιμένουν σε περασμένες μορφές ανάλυσης των γεγονότων και των ιδεολογιών, σε ξεπερασμένες μορφές πολιτικής και κοινωνικής διαβίωσης. Μόνο κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους θα γίνει κατανοητή σε μεγάλο βαθμό η αλλαγή των καιρών με τον ιστορικό προορισμό που θα δώσουν οι Στωικοί, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, στην οικουμενικότητα του Ρωμαϊκού κράτους. Με την αντίληψη αυτή θα συμφωνήσουν αργότερα και οι Χριστιανοί διανοητές και πατέρες της Εκκλησίας όταν θα τους αναγνωριστεί και επίσημα το δικαίωμα της ύπαρξης από τον Κωνσταντίνο και θα προσδώσουν έτσι την ίδια οικουμενικότητα στη Χριστιανική πλέον Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης αλλά και στην ίδια τη Χριστιανική πίστη.
Οι συνθήκες που επεκράτησαν παγκοσμίως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου δεν ήταν δυνατόν παρά να ευνοήσουν τη διάδοση της Σκεπτικής Φιλοσοφίας, όπως επίσης και των παράλληλων προς αυτήν διδασκαλιών των Στωικών, των Επικούρειων και των Κυνικών. Η στενή επαφή του Ελληνισμού με τους λαούς της Ανατολής που εντείνονται στα χρόνια των διαδόχων ενισχύει την ιδεολογική σύγχυση και ο Συγκρητισμός και ο Εκλεκτισμός δημιουργούν καινούριες τάσεις στην ανθρώπινη σκέψη και νέες διεξόδους στην κατανόηση και επίλυση των προβλημάτων που αναφύονται καθημερινά μέσα στα πλαίσια των ανατρεπτικών αλλαγών που συμβαίνουν συνεχώς, αφού ο άνθρωπος από τούδε και στο εξής θα είναι πια πολίτης του κόσμου (κοσμοπολίτης) και όχι ενεργό και δραστήριο μέλος μιας πόλης – κράτους.
Εξάλλου, ο Σκεπτικισμός δεν γεννήθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Στοιχεία του προϋπήρχαν ήδη στη διδασκαλία των πρώτων σοφιστών και ιδιαίτερα του Πρωταγόρα, ο οποίος με τον υποκειμενισμό που τον διέκρινε άνοιξε το δρόμο σε νέες επιστημονικές και λογικές έρευνες. Ακόμα κι αυτή η στάση του Σωκράτη με τη θεατρική προσποίηση της άγνοιας και με την πλήρη κατάφαση της αγνωσίας (εν οίδα ότι ουδέν οίδα) καθώς και με τον απορριμματικό τρόπο της διδασκαλίας του, την περίφημη μαιευτική μέθοδο δηλαδή, θεμελιώνει με τη σειρά της την έννοια της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης που θα αποτελέσει τη βάση της διδασκαλίας των Πυρρωνιστών, με τους οποίους μάλιστα θα οδηγηθεί σε ακρότατα αρνητικές μορφές σκέψης, αφού θα αρνηθεί στο τέλος ακόμα και την ίδια της την ύπαρξη. Από την αμφιβολία αυτή όμως και σε αντίθεση προς τους Σκεπτικούς θα γεννηθεί και η πρώτη βεβαιότητα του Καρτέσιου που θα θέσει τις βάσεις για τη νεότερη Φιλοσοφία, η σκέψη δηλαδή ως προϋπόθεση της ύπαρξης («Σκέφτομαι άρα υπάρχω»).
Στον Πυρρωνισμό όμως η αμφιβολία δεν είναι προϋπόθεση και γι’ αυτό δεν δίνει κανένα σταθερό αποκούμπι στον άνθρωπο, καμία βεβαιότητα, γι’ αυτό και στο τέλος καταντάει ένα ανούσιο και άχρηστο λεκτικό παιχνίδι. Γι’ αυτό ίσως και τα περισσότερα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα που ακολούθησαν χτύπησαν με τέτοιο πάθος το Σκεπτικισμό, αφού μέσα στις θεωρίες του έβρισκαν αυτό που ήθελαν ν’ αποφύγουν με τη διδασκαλία τους, τα στοιχεία της διάλυσης δηλαδή και της αποδυνάμωσης κάθε πίστης και εγκυρότητας της γνώσης ή του δόγματος. ΄Ετσι, κατά τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, ο Σκεπτικισμός δεν είναι παρά μια επικίνδυνη και κακή αρρώστια, εχθρική σε κάθε μεταφυσική και συνεπώς σε κάθε θεολογική διάθεση και βεβαιότητα.
Εκεί όμως που ο Σκεπτικισμός, αν επικρατούσε ολοκληρωτικά ως ιδεολογία, φιλοσοφική πρόταση και στάση ζωής, θα έδινε τη χαριστική βολή είναι η κοινωνία και η πολιτική, όπως είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε ή συνέχισαν να διαμορφώνονται και στο μέλλον. Με την άρνηση κάθε δράσης και την κήρυξη της αδιαφορίας για τα κοινά ως ιδανικής στάσης του πολίτη, με την αταραξία και την απαθή αποδοχή όσων συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά, η κοινωνική και πολιτική συγκρότηση και εξέλιξη των καθεστώτων θα έριχνε τις πόλεις, τις χώρες, τους λαούς στον πιο μεγάλο κίνδυνο και βέβαια μια τέτοια στάση θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την παράδοση, αφού πολιτικά συστήματα όπως των Αθηνών για παράδειγμα απαγόρευαν αυστηρά την αδιαφορία και τη μη συμμετοχή του πολίτη στα καθημερινά τεκταινόμενα της πόλης του. Ο Πυρρωνισμός δεν είναι παρά μια φιλοσοφία, ένας τρόπος σκέψης που γεννήθηκε σε εποχή μεγάλης κρίσης και σημαντικών ανατροπών και είναι γνωστό από την Ιστορία ότι σε τέτοιες εποχές υπάρχει πάντα έντονο το στοιχείο της αμφισβήτησης, της αμφιβολίας, της αδιαφορίας αλλά και της αναζήτησης ταυτόχρονα διεξόδων που θα βγάλουν στο τέλος τις κοινωνίες από τη δύσκολη θέση στην οποία έχουν περιέλθει. ΄Ετσι, από την πλευρά αυτή εκπλήρωσε όσο καλύτερα μπορούσε τον προορισμό του με την ώθηση που έδωσε, έστω και αρνητικά, στο ξανακοίταγμα των προβλημάτων που ακολουθούσαν πάντα την εξέλιξη των αρχαίων κοινωνιών και μάλιστα των Ελληνικών.
Παρά ταύτα όμως οι σκεπτικιστές δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, αρνητές των πάντων μια και δέχονταν με υπομονή, και με απάθεια έστω ή με αδιαφορία, τον απλό, συνηθισμένο και καθημερινό τρόπο ζωής που είχαν παραλάβει από τους προγόνους τους, αρνούνταν όμως κάθε αλλαγή, συνεπώς αποτελούσαν ιδεολογικό εμπόδιο στην εξέλιξη της κοινωνίας και της Ιστορίας. Λέει χαρακτηριστικά ο Σέξτος ο Εμπειρικός: «Μένοντας προσκολλημένοι στα φαινόμενα ζούμε χωρίς δογματισμούς σύμφωνα με τον καθιερωμένο κανόνα ζωής, γιατί δεν μπορούμε να είμαστε τελείως άπρακτοι». Και γιατί, προσθέτουμε εμείς, πώς θα φέρουμε τη ζωή μας ως το τέλος, αν δεν κάνουμε τίποτε για τον επιούσιο και τις λοιπές βιολογικές μας, και όχι μόνο, ανάγκες; Εξάλλου οι Σκεπτικοί αρνούνταν την εκούσια έξοδο απ’ τη ζωή, την αυτοκτονία δηλαδή, σε αντίθεση με άλλες φιλοσοφικές και ιδεολογικές αντιλήψεις της εποχής τους.
Σε γενικές γραμμές θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Σκεπτικισμός είναι η σκέψη και η στάση εκείνη της ζωής που οι κοινωνίες, όταν επιδιώκουν την πρόοδο, συνήθως αποφεύγουν, γιατί η πλήρης και άκριτη αποδοχή τους θα σήμαινε γι’ αυτές την οριστικής τους διάλυση ή στην καλύτερη των περιπτώσεων την ανακοπή κάθε πορείας ή κίνησης προς τα εμπρός.
Και εδώ, το ανέφερα και πιο πάνω, ερχόταν σε σύγκρουση με μεγάλο μέρος της Ελληνικής παράδοσης. Ο Σόλων, ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ., είχε απαγορέψει αυστηρά με νόμο την αδιαφορία για τα κοινά, τιμωρώντας τον «μη μετέχοντα» με παντελή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων υποβιβάζοντάς τον σε πολίτη δεύτερης κατηγορίας. ΄Ενας νόμος που θα πρέπει να ίσχυε και σε άλλα Ελληνικά κράτη, κυρίως, δημοκρατικά. Η απάντηση λοιπόν στον πολιτικό Σκεπτικισμό είχε δοθεί από παλιά, από τον ίδιο τον θεμελιωτή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και είναι γνωστό το πόσο μεγαλούργησε η Αθήνα με αφετηρία αυτό τον νόμο και ότι οδηγήθηκε σε παρακμή στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., όταν αυτός ο νόμος άρχισε να καταστρατηγείται μαζί με άλλους εξίσου σημαντικούς.