Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Πώς ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

'Ο μόσχος ήταν καλοθρεμμένος γιατί, ως τάμα για την ώρα της νίκης, απέσπα την προσοχή όλων των κατοίκων τής πόλης, καθ’ όλη την διαρρεύσασα τετραετία. 'Έτσι εγεννήθη, ετράφη και ανετράφη για να σφαγεί στο ιερό θυσιαστήριο τής εκλογικής νίκης.
Από νωρίς το πλήθος είχε συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία τής πόλης για να απολαύσει, ιδίοις όμμασι, το απρόσμενο θέαμα. Σε ειδική εξέδρα κάθονταν οι τρεις Βιλεαρδουίνοι μετά τής θυγατρός του τελευταίου' Ισαβέλλας και παρακολουθούσαν αμίλητοι τα τεκταινόμενα, ενώ η κούρτη και ο πέριξ χώρος είχαν ηλεκτροφωτιστεί με ισχυρούς προβολείς για να κάνουν τη νύχτα ήμέρα. Οι υπόλοιποι επίσημοι, βρίσκονταν μια θέση πίσω από τούς πρίγκιπες, κατά τη σειρά του αξιώματος του καθενός, κρατώντας στα χέρια λευκά αναστάσιμα κεριά και, ακόμη πιο πίσω, οι νεολαίες των συνεργαζομένων Κόμμάτων, οι πρόσκο­ποι, οι οδηγοί, τα λυκόπουλα, ένοπλο άγημα της αεροπορίας και τμήμα, εναπομεινάντων από την εποχή τής δικτατορίας, αλκίμων.
'Ο μόσχος, όπως αναμενόταν άλλωστε, ήρθε τρα­βηχτός, παρά τη θέλησή του. 'Εξ άλλου, ποιος οδηγείται με τη θέλησή του στο θυσιαστήριo, το οποιοδήποτε θυσιαστήριo; . Ο γνωστός ανά τα περί­χωρα χασάπης Κωνσταντίνος Κοτσαλής, τον είχε δέσει με μια χοντρή τριχιά και έτσι τον έφερε στη μέση της πλατείας, στο σημείο εκείνο στο οποίο το τρεχού­μενο νερό του υδραγωγείου φαντάζεται τον εαυτό του ως σιντριβάνι πού ρέει ακαταπαύστως ενώ το φωτί­ζουν, όπως ακριβώς τα ημιφορτηγά των χαρούμενων Ινδομιγάδων τής γειτονικής κωμοπόλεως, απειράριθμα, πολύχρωμα λαμπιόνια.
. Ο δήμαρχος, επικεφαλής της πλειοψηφίας τού δημοτικού συμβουλίου και μέρους της εκλογικής του πελατείας, προσπάθησε να εμποδίσει τη θυσία. Εις μάτην, όμως! Το πλήθος ήταν αποφασισμένο για όλα και δεν υποχωρούσε με τίποτα. Καμία δύναμη στον κόσμο τούτο, όπως φάνηκε εκ των ύστέρων, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να ανακόψει τη φρενιτιώδη επέλα­σή του πού μόνο με επέλαση μαινάδων θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς. "Όμως και ο δήμαρχος δεν το έβαλε κάτω. 'Από γεννησιμιού του αγωνιστής συνήθιζε πάντα να θέτει τον εαυτό του μπροστά
στους κινδύνους για το συμφέρον της πόλης και των πολιτών. Έτσι και σ' αύτή την περίπτωση, στάθηκε
μπροστά για να εμποδίσει, με το σώμα του, τα αιμοσταγή ένστικτα τού Κοτσαλη να εκδηλωθούν στο σώμα τού άτυχούς και ανυπεράσπιστου μόσχου. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και ένα φορτηγό, ανατρεπόμενο, δεκαπέντε περίπου τόνων και ένας φορτωτής, για να συμπαρασταθούν στον νεαρό χασάπη, ενώ ο μόσχος, πού τον ερέθιζε και το κόκκινο της γραβάτας τού πρώτου ανδρός της πόλης και το λευκό του μαντηλάκι, επετέθη μανιασμένος εναντίον του, όπως ακριβώς ο ταύρος κατά τού ταυρομάχου στις Ισπανι­κές αρένες, και τον ανάγκασε να κάνει ένα. γυριστό τσαλιμάκι για να αποφύγει την κουτουλιά. Αύτή όμως η κίνηση ήταν πολύ ατυχής για τον μόσχο, γιατί γλίστρησε στα ολισθηρά πλακάκια της πλατείας και, με τη φόρα πού είχε, έχασε, την ασταθή άλλωστε ισορροπία του και σωριάστηκε, ανήμπορος πλέoν για αντίσταση, καταγής. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ξέφρε­να σε ρυθμό ροκ εν ρόλ ανάμικτο με τσιφτετέλι και καρσιλαμά και χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να εμφυσήσει το δικό του ενθoυσιασμό στο μεγάλο και ηρωικό εκδοροσφαγέα πού, όλως ανελπίστως, άρχισε να τα χάνει ελαφρώς, απογοητεύοντας έτσι και το πλήθος πού είχε συρρεύ­σει από νωρίς για να θαυμάσει την πρωτοφανή και μεγαλειώδη θυσία άλλά και τούς παρατεταγμένους, κατά τη σειρά τού αξιώματος, επισήμους. Ευτυχώς όμως, ο μόσχος ήταν ακόμη ξαπλωμένος καταγής και αυτό το γεγονός έδωσε στο διστακτικό Κοτσαλη και τη δύναμη άλλά και το θάρρος πού χρειαζόταν για την περίσταση και του μπήγει στον αυχένα το κοφτερό του το μαχαίρι, ενώ το πλήθος αλάλαζε απ’ τη χαρά του.
Αυτό ήταν! . Η δημοκρατία ενίκησε για μιαν ακόμη φορά! . Ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας και εκρεμάσθη πάραυτα από την κουτά­λα τού φορτωτή για να τον γδάρουν με τις ιαχές τού πλήθους. 'Η κομμένη κεφαλή του κύλησε στο δάπεδο και έκοψε διαμιάς κάθε ήχο, κάθε φωνή και κάθε αλαλαγμό γιατί, δυστυχώς, ή κεφαλή τού μόσχου, όπως απεκαλύφθη στη στιγμή, ήταν ή κεφαλή τού ατuχoύς δημάρχου, που δεν μπόρεσε, τελικά, να αποφύγει το μοιραίον, παρά τις υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις του προσπάθειες. 'Έτσι, ήταν μοιραίο, να αποκεφαλισθεί μπροστά στους οπαδούς του και ή πόλη να χάσει τη φυσική της ηγεσία.

Οι συνεχείς όσο και θλιβερές μεταμορφώσεις του ήρωα Αλκιδάμα και το ηρωικό του τέλος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Αλκιδάμας, όταν γεννήθηκε, ήταν ένα παιδί εντελώς φυσιολογικό και τίποτα δεν έδειχνε την πιθανότητα κάποιας μελλοντικής μεταμόρφωσης, εκτός, ίσως, το σχετικά μεγάλο μέγεθος των γεννητικών του οργάνων, το οποίο, αρχικά, ευχαρίστησε υπέρ το δέον, όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τους γονείς του, χωρίς να τους φορτώσει, βέβαια, με αρνητικές σκέψεις. Αυτό θα συμβεί αργότερα με τα πρώτα σημάδια απρόσμενων αλλαγών. Αυτό το μέγεθος, το απροσδιόριστα μεγάλο, είναι που καθόρισε στη συνέχεια και τη στάση του απέναντι στο γυναικείο φύλο αλλά και στο σύνολο της κοινωνίας, που πάντα την έβλεπε ως γένους θηλυκού.
Τα γεννητικά του όργανα, λοιπόν, συνέχιζαν να μεγαλώνουν, αργά αλλά σταθερά, με το πέρασμα του χρόνου, πάντα όμως δυσανάλογα με το υπόλοιπο κορμί του και σε μεγέθη που υπερτερούσαν συντριπτικά έναντι των υπολοίπων ανδρών. ΄Έτσι, όταν ενηλικιώθηκε, οι όρχεις του ζύγιζαν σχεδόν δύο ολόκληρες οκάδες ο καθένας, ενώ το πέος του, ευρισκόμενο πάντοτε σε στύση, όπως του θεού Πρίαπου, έφτασε τελικά τους 46 πόντους. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του πια ήταν η μεταφορά τους, γιατί λόγω βάρους και μεγέθους ήταν αδύνατον να βρει παντελόνι στην αγορά, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι και αναγκαζόταν να κάνει ειδική παραγγελία για παντελόνια με ειδικές θήκες από μετάξι για να τοποθετεί μέσα τους όρχεις του, ενώ το πέος του το έδενε σφιχτά με λεπτό αλλά ανθεκτικό σκοινί από φυτικές ίνες γύρω από τον αριστερό του μηρό. Εννοείται ότι καμία ιατρική παρέμβαση δεν μπόρεσε να βρει λύση στο πρόβλημά του αυτό αλλά και στα άλλα που εμφανίστηκαν σιγά-σιγά, καθώς περνούσαν τα χρόνια.
Αυτά ήταν τα πρώτα, όχι όμως και τα σημαντικότερα προβλήματα, που του παρουσιάστηκαν εξαρχής, οι πρώτες αλλαγές, τουλάχιστον εξωτερικά, γιατί, όσον αφορά στον χαρακτήρα του, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι και εκεί θα είχε συμβεί κάτι αντίστοιχο ενώ, παράλληλα, όλες αυτές οι αλλαγές θα είχαν άμεση επίδραση στη διαμόρφωσή του, στο μέτρο που τους αναλογούσε, όπως άλλωστε και ό,τι άλλο του συνέβη αργότερα ως το τέλος της ζωής του. Αυτό το απέδειξαν και οι έρευνες που έγιναν αργότερα για τη διαλεύκανση αυτού του περίεργου φαινομένου, που στάθηκε συγχρόνως και η απαρχή μιας σειράς άλλων αλλαγών, μεταλλαγών και μεταλλάξεων στο ανθρώπινο οικοσύστημα. Ο Αλκιδάμας εμφανίστηκε έτσι ως το όργανο κάποιας βούλησης υπέρτερης, που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να ξεκαθαρίσει τι φύσεως ήταν και τι πραγματικά επιθυμούσε και την ύπαρξη της οποίας κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί με βεβαιότητα μετά από τόσα ανεξήγητα με την απλή λογική γεγονότα. Είναι φανερό ότι κάτι ανεξέλεγκτο και ακατανόητο στην ανθρώπινη σκέψη και λογική οδηγούσε τα πράγματα στο σημείο εκείνο που επηρέαζε σημαντικά και αμετάκλητα την ψυχοσωματική διάπλαση του, αρχικά, αξιόλογου Αλκιδάμα, ο οποίος υπήρξε τελικά η τιμωρός χειρ κάποιας σκοτεινής και ανεξερεύνητης βούλησης που έπρεπε να βάλει τάξη στη γενική αταξία του τόπου στα χρόνια εκείνα, όπως ακριβώς ο τιμωρός άγγελος που εξανάγκασε τους Αιγυπτίους να αφήσουν ελεύθερους τους ταλαίπωρους Ισραηλίτες. Ας πάρουμε όμως τις αλλαγές με την σειρά που εμφανίστηκαν.
Η δεύτερη του συνέβη σε ηλικία έξι χρόνων, όταν, εντελώς ξαφνικά και εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητα, στην πραγματικότητα όμως, πάντα πρέπει να το έχουμε υπ’ όψιν μας, τίποτα δεν είναι αδικαιολόγητο, ακόμη και τα πιο περίεργα, παράλογα ή αφύσικα φαινόμενα ή γεγονότα έχουν κι αυτά την ερμηνεία τους, μεγάλωσαν υπέρμετρα τα μάτια του και λόγω του υπερβολικού τους μεγέθους, ίσως, έμεναν στο εξής πάντα ανοιχτά, ακόμα και κατά τη διάρκεια του ύπνου. ΄Έτσι, ποτέ κανείς δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει με ακρίβεια, αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος και αυτό, όπως ήταν φυσικό, δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα σε όλους ενώ, παράλληλα, στον ίδιο έδινε τη δυνατότητα να βλέπει όχι μόνο μακριά σαν αετός αλλά και πίσω από τα πράγματα, και μεταφορικά και κυριολεκτικά, σαν ένα άγνωστο είδος διαπεραστικών ακτίνων.
Λένε πολλά για κείνο το βράδυ που συνέβη αυτή η πρωτοφανής και ανεξήγητη αλλαγή. Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να ξέρει την αιτία. Το μόνο που είναι γνωστό,σύμφωνα με τις δηλώσεις των γειτόνων και τις επιβεβαιώσεις των καλοθελητών, είναι ένα ασήμαντο κατά τα άλλα γεγονός: η μάνα του κοιμήθηκε στο σπίτι τους με τον από διετίας εραστή της, κάτι που επαναλαμβανόταν συνεχώς κάθε φορά που έλειπε ο άντρας της. Βρισκόταν, άλλωστε, πάνω στον ανθό της νιότης της και των ορμών της και φαίνεται ότι εκείνο το βράδυ, μη μπορώντας να κρατηθεί, συνουσιάστηκε αρκετές φορές μπροστά στα έντρομα μάτια του μικρού, που από τότε έμειναν ανοιχτά. Να ήταν αυτή η αιτία της αλλαγής; Ποιος ξέρει! Εικασίες μπορεί να κάνει κανείς χωρίς ούτε ένα ίχνος βεβαιότητας, για αυτό ας αφήσουμε σε άλλους τις ερμηνείες των φαινομένων και ας μείνουμε σταθεροί στην εξιστόρηση μονάχα των γεγονότων.
Αργότερα μεγάλωσαν τ’ αυτιά του. Πάλι κι αυτό συνέβη νύχτα, τη νύχτα που ο πατέρας του ούρλιαζε από τον πόνο και την αγωνία χωρίς να τον ακούει κανείς λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων, που επικρατούσαν, ψυχορραγώντας κάτω από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που του κατάφεραν η σύζυγος κι ο εραστής της, όταν τους έκανε τσακωτούς να συνουσιάζονται στη νυφική παστάδα. ΄Ετσι διαδόθηκε τότε, τίποτα όμως δεν αποδείχτηκε πραγματικά ποτέ γιατί οι φερόμενοι ως δολοφόνοι είχαν κατορθώσει να παρουσιάσουν στον ανακριτή ατράνταχτο άλλοθι που τους απάλλασσε από κάθε υποψία, ενώ ο μικρός Αλκιδάμας, έχοντας ακούσει τα πάντα πίσω από τους τοίχους και την ερμητικά κλεισμένη πόρτα και μη μπορώντας να αντιδράσει λόγω ηλικίας έχασε παράλληλα και τη μιλιά του. Δεν ξαναμίλησε από τότε κι ένας μάρτυρας μουγκός και παιδί ταυτόχρονα δεν είναι μάρτυρας για τη δικαιοσύνη των ανθρώπων. ΄Ηταν τότε οκτώ χρόνων και τ’ αυτιά του έγιναν τεράστια. Το πρωί και κάθε πρωί από τότε κι οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας ή της νύχτας, οι συμμαθητές του στο σχολείο ή στο δρόμο τον πείραζαν σκληρά, όπως σκληρά ξέρουν μονάχα τα παιδιά να τυραννούν και να καταδυναστεύουν τον αδύναμο, ενώ λιγότερο σκληρά τον πείραζαν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία και οι γυναίκες. ΄Ετσι, ήταν εντελώς φυσικό, όταν μεγάλωσε στην ηλικία, να γίνει όχι μόνο μισογύνης αλλά και μισάνθρωπος, όργανο του κακού και της βίας με όλες τις συνέπειες που ακολούθησαν και θα σας τις εξιστορήσω στη συνέχεια με όση ακρίβεια μου έγιναν γνωστές από διάφορες και διαφορετικές πηγές αλλά και από προσωπική γνώση των πραγμάτων.
Παρά τον αθεράπευτο μισογυνισμό του και τη μισανθρωπία του αναγκάστηκε κάποτε να παντρευτεί, γιατί στη μικρή πόλη, που ζούσε, ήταν αδύνατο να εκπληρωθούν με άλλο τρόπο οι τεράστιες σε δύναμη και ένταση σεξουαλικές του ανάγκες, που ώρες-ώρες καταντούσαν βασανιστικές. Την πρώτη κιόλας νύχτα του γάμου του του συνέβη αυτό, που δεν περίμενε ποτέ να του συμβεί: η γυναίκα, που τόσο λαχταρούσε ώστε να την παντρευτεί, τον απάτησε με τον ίδιο του τον αδελφό, τον Αιμίλιο, στο ίδιο του το νυφικό κρεβάτι, που πράγματι βάφτηκε με το ροδόχροο αίμα της διαρηγμένης παρθενιάς της νύφης με άλλον, βέβαια, δράστη. Ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ αγγίξει το λατρεμένο κορμί της γυναίκας των ονείρων του, γιατί το άνομο ζευγάρι, που από καιρό, φαίνεται, οργάνωνε το έγκλημα, του είχε ρίξει στο φαγητό ισχυρότατη δόση υπνωτικού, ικανή να αποκοιμίσει νεαρό ελέφαντα την εποχή των οργασμών του. ΄Ίσως, λόγω της απειρίας περί τα σεξουαλικά να μην καταλάβαινε τίποτα, άλλωστε ο ίδιος δεν θυμόταν απολύτως τίποτα για όσα μεσολάβησαν τη νύχτα που πέρασε, αν δεν φύτρωνε ανεξήγητα στη μέση του μετώπου του ένα τεράστιο κέρατο, σημάδι ανεξίτηλο και εμφανές του παθήματός του, ενώ συγχρόνως του έπεσαν όλα τα μαλλιά.
Για το γεγονός δεν έμαθε ποτέ τίποτα, είχε κάποιες υποψίες , βέβαια, που όμως δεν μπορούσε να επαληθεύσει, αφού όλοι γύρω του ζούσαν την καθημερινότητά τους, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα και μόνο η νύφη είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης και κανείς δεν μπορούσε να τον πληροφορήσει πού βρισκόταν, αφού κανείς, πλην του αδελφού του, που, όμως, σιωπούσε, δεν ήξερε τι είχε απογίνει. ΄Ύστερ’ απ’ αυτό το γεγονός ήταν εντελώς φυσικό να αυξηθεί τα μέγιστα και ο μισογυνισμός και η μισανθρωπία του κι έτσι κατατάχτηκε στον στρατό πιο πολύ για ν’ απομονωθεί, να ζήσει μακριά από τον κόσμο, που γνώριζε, και να σκεφτεί. Πέρασαν έτσι τρία ολόκληρα χρόνια, στα οποία, λόγω του ότι δεν υπήρχε άμεσος φόβος, είχε γυρίσει και η γυναίκα και ζούσε μόνη της σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο λιβάδι, αφού κι ο αδελφός του είχε παντρευτεί στο μεταξύ κάποια άλλη, αυτή φαίνεται που ήθελε πραγματικά κι όχι αυτή που είχε διαφθείρει τη νύχτα εκείνη.
Κάποτε γύρισε κι ο Αλκιδάμας απ’ τον στρατό, είχε τελειώσει άλλωστε κι ο πόλεμος, στον οποίο ανδραγάθησε όσο κανένας άλλος και παρασημοφορήθηκε γι’ αυτό από τον ίδιο τον αρχιστράτηγο και κατοπινό πρωθυπουργό, ενώ του απέδιδαν τιμές στρατιωτικά αγήματα και μπάντες μουσικές. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, ανακηρύχτηκε ήρωας δια βίου, με ειδικά προνόμια για την προσφορά του στην πατρίδα και μισθοδοσία και άλλες παροχές για την υπόλοιπη ζωή του σ’ αυτόν και τα μελλοντικά παιδιά του, αν θα έκανε ποτέ, βέβαια, οικογένεια, όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι.
Γύρισε στο σπίτι του, λοιπόν, έμαθε τα της επιστροφής της μοιχού και την επισκέφτηκε την ίδια νύχτα. Καθόταν ώρες και την κοιτούσε στα μάτια χωρίς να μιλάει, μόνο την κοιτούσε κι εκείνη έτρεμε από τον φόβο της. Στο τέλος την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την ξάπλωσε στο δάπεδο. Την βίασε απανωτά, όλη την υπόλοιπη νύχτα δεν έκανε τίποτ’ άλλο, μόνο την βίαζε τη μία φορά πάνω στην άλλη, ούτε που μπορεί να θυμάται πόσες φορές, τουλάχιστον έτσι άφησε να εννοηθεί σε κάποιους γνωστούς του, γιατί ανάκριση δεν ακολούθησε ποτέ, αφού ποτέ δεν συνελήφθη, τρία χρόνια τη σκεφτόταν, είπε, και τώρα ήρθε η στιγμή να εκπληρώσει τους πόθους του και να επιβάλλει την τιμωρία που έπρεπε. Το πρωί την έπνιξε μ’ ένα σκοινί που βρήκε πρόχειρο στο σπίτι κι ύστερα έπεσε να κοιμηθεί. Το ίδιο αυτό σκοινί, κουρασμένος, όπως ήταν από το ταξίδι και τους ατέλειωτους βιασμούς, δεν το πήρε είδηση, τυλίχτηκε σαν φίδι ολόγυρα στο κορμί του. Το βραδάκι, που ξύπνησε, είδε ότι αποτελούσε πλέον την ουρά του και στο μυαλό του γύριζε συνεχώς η αποκάλυψη της γυναίκας λίγο πριν πεθάνει ότι δράστης της διακόρευσής της ήταν ο ίδιος του ο αδελφός.
Η σκέψη αυτή τυλίχτηκε σαν φίδι γύρω στο μυαλό του. Θα μπορούσα να επιμείνω εδώ σε ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις, σε έντονα συναισθήματα, κυρίως μίσους ή σε άλλες επουσιώδεις, κατά τη γνώμη μου, αλλαγές , που επήλθαν στο μέλλον στην εμφάνισή του, λόγω άλλων γεγονότων, νομίζω όμως ότι αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τον αναγνώστη, αφού στην πραγματικότητα είναι λεπτομέρειες δευτερεύουσες, που δεν προσθέτουν τίποτα στα κύρια σημεία της αφήγησης αυτής. Θα μείνω μόνο στα άκρως απαραίτητα στοιχεία.
Η δολοφονία της γυναίκας του και εν συνεχεία, σε διάστημα λίγων ωρών, του αδελφού του τον ανάγκασαν, για να αποφύγει την σύλληψη, να φύγει μακριά από την πατρίδα του και να ζήσει περισσότερο απαρατήρητος, ιδίως αν κυκλοφορούσε μόνο νύχτα, όπως και έκανε τελικά. Βέβαια, η εμφάνισή του ήταν τέτοια που δύσκολα θα μπορούσε να αποκρύψει για πολύ την ταυτότητά του, για αυτό και έπαιρνε διάφορα προστατευτικά μέσα χρησιμοποιώντας κάθε είδους μεταμφιέσεις. ΄Ήταν ιδιαίτερα εφευρετικός σ’ αυτό το θέμα.
Εκεί, στις διάφορες συνοικίες της πρωτεύουσας το μίσος του αφέθηκε να ξεσπάσει ελεύθερο, σαν καταρράκτης, κατά του γυναικείου φύλου. Βιάζει αδιακρίτως κάθε γυναίκα που συναντάει στις νυχτερινές του περιπλανήσεις, χωρίς να τον ενδιαφέρει η ηλικία ή η εμφάνιση, αν είναι μόνη ή αν συνοδεύεται –στην περίπτωση αυτή ο συνοδός έχει ήδη καταδικαστεί σε θάνατο κι αν είναι γυναίκα υφίσταται κι αυτή ότι το σύνολο των γυναικών, που τον συνάντησαν τη νύχτα- είτε είναι αρτιμελής είτε όχι. ΄Όλες γι’ αυτόν αποτελούν το μόνιμο και σταθερό αντικείμενο του μίσους του. Εννοείται ότι λόγω του μεγέθους του πέους του καμία δεν κατορθώνει να επιβιώσει μετά από τόσους και τέτοιους βιασμούς, πεθαίνουν όλες μέσα σε αβάσταχτους πόνους, κατακρεουργημένες στη κυριολεξία από μια τέτοια, σωματικής υφής, ξιφολόγχη.
΄Έτσι, αποτέλεσε για κάμποσα χρόνια τον μεγαλύτερο δημόσιο κίνδυνο, όλοι τον τρέμουν και τ’ όνομά του είναι συνώνυμο του φόβου για τα μικρά παιδιά, ενώ οι γυναίκες, όσο κι αν είναι αναγκαίο πολλές φορές αρνούνται να κυκλοφορήσουν νύχτα. Ο τρόμος και η αγωνία για το αύριο βασιλεύουν παντού και η ανασφάλεια είναι το κυρίαρχο συναίσθημα του λαού της πρωτεύουσας και των προαστίων, που την περιβάλλουν. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πώς αυτό το ασύλληπτο τέρας προβαίνει στις ενέργειές του με τέτοιο μίσος, με τέτοια σκληρότητα κατά απροστάτευτων ανθρώπων και γιατί εν τέλει, έστω και μετά τον κορεσμό των άνομων επιθυμιών του δεν άφηνε κανέναν να ζήσει.. Η αστυνομία ματαίως και ανεπιτυχώς τον αναζητεί παντού.
Κάποτε, όμως, συλλαμβάνεται. ΄Ένας θαρραλέος νεαρός βρέθηκε εντελώς συμπτωματικά κοντά στον Αλκιδάμα τη στιγμή που βίαζε για άγνωστη φορά ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι, που, μάλλον, είχε προλάβει να πεθάνει ώστε ο πρώην ήρωας της χώρας βίαζε και ξαναβίαζε ένα άψυχο κορμί. Ο νεαρός, έντρομος αρχικά από το θέαμα αλλά, παρόλ’ αυτά ψύχραιμος, μετά το τέλος του βιασμού παρακολούθησε διακριτικά το τέρας μέχρι το κατάλυμά του. ΄Ύστερα ειδοποίησε την αστυνομία.
Από εκείνη τη στιγμή και πέρα όλα ήταν εύκολα. Χιλιάδες αστυνομικοί περικύκλωσαν το ερείπιο, στο οποίο κατοικούσε, εισέβαλαν στην κρεβατοκάμαρά του και τον συνέλαβαν την ώρα, που κοιμόταν, κουρασμένος από την άσκηση της ολονύχτιας βίας. Φυλακίστηκε μέχρι τη δίκη ως ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, ενώ η φωτογραφία του με μακροσκελείς περιγραφές των πράξεών του δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες του πλανήτη κατά τις επόμενες ημέρες.
΄Ήταν σίγουρο ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορούσε να επιβάλλει ποινή μικρότερη από τον θάνατο. Ο υπουργός Οικονομικών όμως, άριστος επιχειρηματίας στην ιδιωτική του ζωή, σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να μην εκτελεστεί και το κράτος να εκμεταλλευτεί στη συνέχεια για οικονομικούς λόγους και παρά την αντίθετη γνώμη των συγγενών των θυμάτων και της κοινωνίας ολόκληρης, που ζητούσε την κεφαλήν του επί πίνακι, ως το ελάχιστο της ποινής, την σπάνια όσο και μοναδική περίπτωση, που αποτελούσε για τον τουρισμό, το άγριο αυτό ον, που άκουγε στο όνομα Αλκιδάμας. Στο τέλος υπόκυψαν κι οι δικαστές και οι απόφαση βγήκε με απόλυτη ομοφωνία.
Με την επιμονή και την υπόδειξη του επιχειρηματία υπουργού ο Αλκιδάμας κλείστηκε σε ειδικά διαμορφωμένη και έκτακτα φυλασσόμενη πτέρυγα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας και ΄Άλλων Περίεργων Φαινομένων της χώρας, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, μοναδικό, οπωσδήποτε, έκθεμα στο είδος του σε ολόκληρο τον πλανήτη, που τραβούσε σαν μαγνήτης επισκέπτες αμέτρητους κάθε φυλής, θρησκείας και εθνικότητας και, κυρίως, γυναίκες όλων των ηλικιών, που έτρεχαν από όλα τα σημεία του κόσμου τρελαμένες από την περιέργεια για το τέρας, πληρώνοντας ένα μικρό, αλήθεια, εισιτήριο, το οποίο όμως ήταν αρκετό για να συμπληρώσει όλα τα κενά του κρατικού προϋπολογισμού και να δημιουργήσει και πλεόνασμα για επενδύσεις.
Η άνοδος της οικονομίας ήταν θεαματική, ο τουρισμός και οι συναφείς ασχολίες αυξήθηκαν κατακόρυφα, χιλιάδες επιχειρήσεις αποδύθηκαν στη δημιουργία και διάθεση στην αγορά ομοιωμάτων, φωτογραφιών, σχεδίων, μικροαντικειμένων, ενδυμάτων κ.ά. ΄Όλοι δούλευαν πυρετωδώς για να προλάβουν την συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση, μια πανανθρώπινη καταναλωτική ανάγκη, θα έλεγε κανείς, είχε κυριέψει τους πάντες, τα έσοδα του κράτους πολλαπλασιάζονταν καθημερινά με γεωμετρική άνοδο, λύθηκε, ως εκ θαύματος, το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, που για δεκαετίες ταλαιπωρούσε την χώρα και τους κατοίκους της, οι μισθοί και τα εισοδήματα αυξήθηκαν τόσο που όλοι έδειχναν ευχαριστημένοι και, γιατί όχι, και ευτυχισμένοι, σε πείσμα, βέβαια, και σε αντίθεση προς κάθε θεωρία, οικονομική, κοινωνική ή πολιτική, που θα μπορούσε να υποστηρίξει το αντίθετο.
Τότε είναι που αρχίζει κατά πολλούς η μεγάλη ακμή του κράτους και της κοινωνίας. Ο ιδιοφυής υπουργός τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση και υπερηφάνεια, είναι σίγουρος πια, θα μείνει για πάντα στην Ιστορία, ως ο πιο επιτυχημένος υπουργός των οικονομικών όλων των εποχών, ως ο επιτυχημένος υπουργός των μεγάλων αποφάσεων, μπορεί να αναγνωριστεί στο μέλλον κι η αξία του από το κόμμα και την παράταξη, να γίνει ακόμη και πρωθυπουργός. Ποιος ξέρει!
Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι το κλουβί του Αλκιδάμα, για όσον καιρό υπήρξε σε λειτουργία, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έπαψε πια να είναι χρεωμένη σε ξένους πιστωτικούς οργανισμούς και ιδρύματα, άρχισε να νιώθει από τούδε και στο εξής αυτάρκεια και να έχει περίσσια αγαθών, σε σημείο τέτοιο μάλιστα, που να σκέφτεται σοβαρά μήπως ήλθε η ώρα να επεκτείνει τον μικρό πλέον ζωτικό της χώρο, που άρχιζε κιόλας να της γίνεται αποπνικτικός, να εξαπλωθεί εις βάρος των γειτόνων της και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να κυριαρχήσει εν τέλει σε ολόκληρο τον πλανήτη, αν είναι δυνατόν.
Κι όλα αυτά τα χρωστούσε στον Αλκιδάμα ή, καλύτερα, στο πέος του Αλκιδάμα και τον αρρωστημένο σεξουαλισμό του. Για μια ακόμη φορά, έτσι, αναδεικνύεται σε ήρωα μεγάλου βεληνεκούς και σε μεγάλο ευεργέτη και σωτήρα της χώρας του. Αυτή τη φορά, όμως, κανείς δεν τολμά, ούτε κι αυτός ο φιλόδοξος υπουργός των Οικονομικών, να τον προτείνει, για μιαν ακόμη φορά, για παρασημοφορία. Το αίμα των θυμάτων ήταν νωπό ακόμη και τα ειδεχθή και αποτρόπαια εγκλήματά του δεν ήταν δυνατόν να ξεχαστούν, παρά το γεγονός ότι όλοι, όσοι είχαν ωφεληθεί τα μέγιστα από τις νέες οικονομικές συνθήκες, κρυφά ή και με ομοϊδεάτες τους, μακάριζαν την ώρα και τη στιγμή που εμφανίστηκε αυτό το τέρας, που τους έφερε τον πλούτο και την ευτυχία με τη δική του δυστυχία, έστω, γιατί κάποια στιγμή θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι, πράγματι, ήταν, πρέπει να ήταν, ιδιαίτερα δυστυχισμένο.
Το όνειρο, που ένας ολόκληρος λαός το ζούσε καθημερινά σε στιγμές εθνικής μέθης και αλλόφρονος ενθουσιασμού, δυστυχώς, δεν κράτησε για πολύ. ΄Όλα τα κατέστρεψε μέσα σε μια στιγμή η ματαιοδοξία και η αμυαλιά μιας γυναίκας: της συζύγου του Αντιβασιλέως και πρώτης κυρίας της χώρας, αφού ο βασιλικός θρόνος εχήρευε εκείνα τα χρόνια. Θέλησε η ανόητη να φωτογραφηθεί με τον Αλκιδάμα για να καυχηθεί αργότερα για μιαν ακόμη φορά στις άσπονδες φίλες της, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις, βέβαια, των επιφορτισμένων με την φροντίδα του και τους φόβους των ανδρών της φρουράς της. Η διαταγή είναι διαταγή και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή της σ’ αυτού του είδους τα καθεστώτα.
΄Έτσι, άνοιξε για λίγο το κλουβί και η σύζυγος του αντιβασιλέως μπήκε μέσα, ευσταλής και συγχρόνως περήφανη για τη μοναδικότητα του εγχειρήματός της, γεμάτη περιφρόνηση για τους ανόητους και απλοϊκούς φόβους των συνοδών της. Τα φλας άστραψαν στη στιγμή και το γεγονός φάνηκε ότι είχε απαθανατιστεί. Ο θρίαμβος στο βλέμμα της γυναίκας όμως δεν κράτησε για πολύ. Εκεί που όλοι την παρότρυναν να βγει πια έξω απ’ το κλουβί, δεν υπήρχε άλλωστε λόγος να κάθεται περισσότερο δίπλα στο τερατόμορφο δημιούργημα της Φύσης και της Κοινωνίας, ο Αλκιδάμας κινήθηκε με ταχύτητα αστραπής και, πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, την άρπαξε από την μέση, τη γύμνωσε σε κλάσματα δευτερολέπτου, ξεσχίζοντάς της με μανία και πάθος αληθινό τα πολυτελή ενδύματα και το πέος του ορμητικότατο από την πολύχρονη αχρησία, ίσως, διατρυπά το διάτρητο κι από άλλες πλην όμως ηδονικότατο αιδοίο της, ενώ η ίδια, σε αντίθεση με τα άλλα θύματα του τέρατος, βογκάει από ηδονή κι απέραντη ευχαρίστηση.
Aυτό ήταν και το τέλος του Αλκιδάμα. Οι φρουροί, παρά τις τρομερές προσπάθειες που κατέβαλαν, δεν κατάφεραν να τον αποκολλήσουν απ’ το κορμί της συζύγου του Αντιβασιλέως, και γι’ αυτό τον σκότωσαν επί τόπου, πυροβολώντας τον με τα ισχυρά όπλα, που κρατούσαν στα χέρια τους, προσέχοντας ταυτόχρονα να μην πληγώσουν με οποιονδήποτε τρόπο το κορμί της γυναίκας, που σπαρταρούσε, μάλλον από ηδονή, καθώς το πέος του τέρατος, σαν έμβολο μηχανής, μπαινόβγαινε με ορμή στο γλαφυρό αιδοίο της. Δυστυχώς όμως, δεν πρόλαβαν ολόκληρο το κακό. Ο τελευταίος σπασμός του ήρωα Αλκιδάμα, με τον οποίο εγκατέλειψε για πάντα τον μάταιο τούτο κόσμο, ήταν συγχρόνως και ο τελευταίος ερωτικός σπασμός, με τον οποίο το τεράστιο πέος του άρχισε να εκσπερματώνει και να πλημμυρίζει με το εκχυνόμενο υγρό του τον κόλπο της Αντιβασίλισσας. Οι φωτογραφικές μηχανές, που άστραπταν συνεχώς, από τη στιγμή που μπήκε η γυναίκα στο κλουβί μέχρι και την αποχώρησή της στη συνέχεια, απαθανάτισαν και αυτό το συγκλονιστικό, κατά τα άλλα, γεγονός, πλην όμως δεν επετράπη ποτέ η δημοσίευση κάποιας σχετικής φωτογραφίας ενώ τα φιλμ κατασχέθηκαν την ίδια στιγμή απ’ την αστυνομία. ΄Έτσι, λόγω και της λογοκρισίας που ίσχυε πάντα, ο λαός άργησε πολύ να πληροφορηθεί το γεγονός, μέχρις ότου οι συνέπειές του έκαναν αδύνατη πλέον την απόκρυψή του.
Ο Αλκιδάμας πέθανε. Ο θάνατός του, όμως, αποτέλεσε και την αρχή της βασιλείας των τεράτων, αφού η σύζυγος του Αντιβασιλέως ήταν η μόνη γυναίκα, που επέζησε του βιασμού της και, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μετά το τέλος του καθορισμένου χρόνου, έφερε στον κόσμο τον γιο του τέρατος, πιστό αντίγραφο του νεκρού πατέρα του. Κανείς δεν τόλμησε να πάρει μέτρα εναντίον του, ίσως γιατί πίστευαν ότι μπορούσε να τους κρατάει πάντα δυνατούς στον οικονομικό τομέα, ίσως και απ’ τον φόβο του Αντιβασιλέως, που δεν θα ήθελε, φυσικά, να πληγώσει την ούτως ή άλλως, πληγωμένη σύζυγό του.
Ο γιος του Αλκιδάμα έζησε, λοιπόν, ανετράφη και μεγάλωσε κρυφά μέσα στην αυλή του Αντιβασιλέως. Κανείς απ’ τους αυτόπτες δεν τόλμησε ποτέ να φανερώσει το παραμικρό κι έτσι το μυστικό κρατήθηκε για χρόνια πολλά. Η κληρονομιά του πατέρα του στο τέλος επικράτησε, ο σεξουαλισμός του τον κατέκλυσε κι άρχισε κι αυτός τα ίδια. Η καλή ανατροφή τον έκανε πιο ευγενικό την ώρα του βιασμού και οι γυναίκες, παρά τις πληγές, επιζούσαν κι έφερναν στον κόσμο τους απογόνους του. Σε λίγα χρόνια το είδος του πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ ώστε να μην αποτελεί πια αντικείμενο για έκθεση στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας της χώρας, γιατί έπαψαν πια να αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα.
Σήμερα, εκεί εκθέτουν μόνο τους ανθρώπους, γιατί αυτοί αποτελούν πια την εξαίρεση και το είδος που οδηγείται αργά αλλά σταθερά στην εξαφάνιση ενώ τα τέρατα παντού κυριαρχούν. Ας μείνουν, λοιπόν, στα μουσεία μας οι άνθρωποι για να τους μελετούν, όπως πρέπει πάντα να μελετούν την Ιστορία και την Φύση των προγόνων τους, όλες οι επερχόμενες γενιές των τεράτων.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Το ημερολόγιο ενός λοχία της Μικρασιατικής εκστρατείας

Το ημερολόγιο ενός λοχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Από τη Μεγάλη Ελλάδα στη μικρή: 1920 – 1923. Η περίπτωση του Νικόλαου Τσαμαδού.
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη



Θα μας απασχολήσει η περίπτωση ενός εθελοντή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που παρέμεινε για τρία ολόκληρα χρόνια σχεδόν στο μέτωπο και που το ημερολόγιο που κρατούσε μέρα παρά μέρα, αποτελεί σήμερα σημαντική ιστορική και λαογραφική πηγή για τα χρόνια εκείνα τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Τουρκία. Πρόκειται για το έργο του Νικόλαου Τσαμαδού, έφεδρου λοχία του Ελληνικού Στρατού, με τον ίδιο τίτλο, που έχει και αυτή εδώ η εργασία.
Ο Νικόλαος Τσαμαδός γεννήθηκε στα 1899 στην Ανδραβίδα, όπου και πέθανε στα 1987, αφού έζησε όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής του στην πόλη που γεννήθηκε και αγάπησε με πάθος, όπως έδειξε η κατοπινή του δράση, παρά το γεγονός ότι διακόπηκε πολύ σύντομα, όταν διαπίστωσε με απογοήτευση ότι δεν είχε την καθολική αποδοχή των συμπολιτών του, όπως λανθασμένα νόμιζε. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ανήκε σε μια από τις πιο παλιές οικογένειες της πόλης, αφού η πρώτη εγγραφή μέλους της στα δημοτολόγια παρατηρείται ήδη στα 1858 και ήταν, μαζί με τον αδελφό του, το τελευταίο μέλος αυτής της οικογένειας, αφού δεν υπήρξαν άλλοι απόγονοί τους. ΄Ηταν άνθρωπος της προόδου και επιθυμούσε να προσφέρει τα μέγιστα στο γενέθλιο τόπο, γι’ αυτό και η δράση του στα τοπικά πράγματα, μετά την επιστροφή του από την περιπέτεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, στη δεκαετία του 1920, ως πρόεδρος του σημαντικού για εκείνα τα χρόνια πολιτιστικού συλλόγου «Αναγέννησις», ήταν σπουδαία και απέβλεπε στην πραγματική αναγέννηση του τόπου. Δυστυχώς όμως δεν είχαν την ίδια άποψη και οι συντηρητικοί συμπατριώτες του και του αρνήθηκαν με την ψήφο τους τη θέση που τοποθετεί έναν πολίτη το αξίωμα του δήμαρχου, παρά το μεγαλόπνοο και πρωτοποριακό για την εποχή εκλογικό πρόγραμμα και τα αξιόλογα δείγματα γραφής που είχε δείξει μέχρι τότε. ΄Ισως αδυνατούσαν πλήρως να κατανοήσουν σε βάθος την κάπως ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και να αποδεχτούν την υπεροχή του έναντι των υπόλοιπων συμπολιτών του κι έτσι, όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, προτίμησαν κάποιον άλλο για τη θέση του τοπικού άρχοντα. ΄Εναν άνθρωπο, που γνώριζε να χειρίζεται καλύτερα τους ανθρώπους σε προσωπικό επίπεδο και να τους εξυπηρετεί σε πρώτη προτεραιότητα, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το γενικότερο καλό της πόλης. Και τον κράτησαν 34 χρόνια κι η Ανδραβίδα βούλιαξε κυριολεκτικά στη μιζέρια και την ανυποληψία. Ο Τσαμαδός αυτό το έφερε πάντα βαρέως, προσβλήθηκε, δεν συγχώρεσε ποτέ τους συμπολίτες του για το ατόπημά τους αυτό και τους τιμώρησε αρνούμενος πεισματικά να ασχοληθεί ξανά με την ενεργό τοπική πολιτική, παρά τις ισχυρές πιέσεις, που δέχτηκε κατά καιρούς από φιλοπρόοδους πολίτες όλων των γενεών. Εκτός από πεισματάρης ήταν και αρκούντως εγωιστής και κλείστηκε μέχρι τον θάνατό του στο καβούκι του. Αυτό αποτέλεσε σοβαρότατο πλήγμα, κατά τη γνώμη μου, στην απρόσκοπτη ανάπτυξη του γενέθλιου τόπου του.
Μερικούς μήνες πριν από τον θάνατό του μου έδωσε να διαβάσω το χειρόγραφο προσωπικό του ημερολόγιο των ετών 1920 – 1923 και μου ζήτησε παράλληλα να του κάνω όποιες γραπτές παρατηρήσεις επιθυμούσα. Δυστυχώς, λόγω φόρτου εργασίας δεν ανταποκρίθηκα στην απαίτησή του αυτή εκείνη τη στιγμή και του παρέδωσα το χειρόγραφο, όπως μου το είχε δώσει, του υποσχέθηκα όμως να το κάνω στο μέλλον. Αλλά μέλλον δεν υπήρξε, αφού πρόλαβε ο θάνατος.
Τα χρόνια, στα οποία αναφέρεται το εν λόγω ημερολόγιο, υπηρέτησε ως εθελοντής σε μάχιμες μονάδες του Ελληνικού Στρατού από την αρχή σχεδόν της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως το τέλος της. Για τη δράση του αυτή απολύθηκε με τον βαθμό του λοχία και παρασημοφορήθηκε. Και κάτι προσωπικό: στα ίδια ακριβώς χρόνια υπηρέτησε ως στρατιώτης στην ίδια περιοχή αλλά σε άλλη μονάδα και ο πατέρας μου κι έτσι, με μεγάλη συγκίνηση αλήθεια, διάβασα πολλά περιστατικά στο ημερολόγιο, που τα είχα ακούσει να μας τα διηγείται ο πατέρας μου τις νύχτες του χειμώνα, όταν δεν υπήρχε ακόμη τηλεόραση στη χώρα.
Στη διαθήκη του άφησε δύο φωτοαντίγραφα του ημερολόγιου αυτού, με κάποιες αυτόγραφες επεμβάσεις σε κάποια, ελάχιστα βέβαια, σημεία του κειμένου, στον Ανδραβιδαίο διανοούμενο Κωνσταντίνο Γώτη, ο οποίος και μου τα παρέδωσε για να τα χρησιμοποιήσω κατά το δοκούν. Το ένα το κατέθεσα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ανδραβίδας για να βρίσκεται πάντα στη διάθεση του καθενός και το άλλο το κράτησα ο ίδιος στο αρχείο μου για να το δώσω εν καιρώ σε οργανισμό που θα εκδηλώσει το σχετικό ενδιαφέρον. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω πού βρίσκεται ακριβώς το αυτόγραφο κείμενο, παρά μόνο γενικά και αόριστα στα χέρια κάποιου δικηγόρου. Αγνοώ όμως ποίου και ο Κωνσταντίνος Γώτης δεν ζει πια για να τον ρωτήσω.
Τα δύο φωτοαντίγραφα αποτελούνται από τέσσερα τετράδια σπιράλ διαστάσεων 31Χ22 και περιλαμβάνουν 559 γραμμένες σελίδες, από ένα ακόμη ίδιο τετράδιο 196 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει επιλεγμένες σελίδες από το πρώτο και το δεύτερο τετράδιο και από ένα ευρετήριο, που διευκολύνει τα μέγιστα τον αναγνώστη. Μερικές εβδομάδες πριν από τον θάνατό του μου είχε δείξει ένα ακόμη αυτόγραφο τετράδιο, το οποίο περιείχε στοιχεία από τη δράση του στην Ανδραβίδα κατά τη δεκαετία του 1920, το οποίο παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον για την τοπική Ιστορία, αφού λείπουν γενικά πληροφορίες γι’ αυτήν και για τα χρόνια που αναφέρεται το κείμενο. Εδώ, θα έπρεπε ο Δήμος, τον οποίο άφησε κατά ένα μεγάλο μέρος κληρονόμο της σημαντικής περιουσίας του, να το αναζητήσει από τους υπόλοιπους κληρονόμους του και να το εκδώσει, γιατί τον αφορά άμεσα.
Το ημερολόγιο αυτό του Νικολάου Τσαμαδού καταγράφει, μέρα παρά μέρα σχεδόν, με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια, ό,τι υπέπεσε στην αντίληψη του συντάκτη του κατά τη διάρκεια της τετράχρονης εθελοντικής στρατιωτικής θητείας του στη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Ο νεαρός τότε Νικόλαος Τσαμαδός δεν διστάζει καθόλου να μας πει καθαρά και ξάστερα τη γνώμη του και να εκφράσει με αληθινή παρρησία τις απόψεις του για πρόσωπα και γεγονότα, είτε αυτά είναι πολιτικά, είτε στρατιωτικά, είτε έχουν άμεση σχέση με την καθημερινή ζωή των στρατιωτών και των κατοίκων των περιοχών αυτών, Ελλήνων ή Τούρκων, με μια έντονη, είναι αλήθεια, συναισθηματική διάθεση. Η τόλμη του είναι πρωτοφανής όχι μόνο όταν γράφει αλλά και όταν πράττει. Γράφει χαρακτηριστικά στις 22-11-1920:
«Σήμερα Κυριακή εσηκωθήκαμε πρωί γιατί γίνεται το δημοψήφισμα για επαναφορά του Κωνσταντίνου. ΄Ολοι οι άντρες του λόχου συντάσσονται και φεύγουν για το κέντρο που γίνεται η ψηφοφορία. Είμαι ο μόνος απ’ το τάγμα που παίρνω την απόφαση, κι ίσως να ‘ ναι παράτολμη. Αποφασίζω, δηλαδή, ν’ απόσχω του δημοψηφίσματος, γιατί κάτι μου λέει μέσα μου πως η επαναφορά του Κωνσταντίνου δε θα ‘χει καλό αποτέλεσμα για την πατρίδα. Προτού ο λόχος ξεκινήσει για την ψηφοφορία, με καλεί ιδιαιτέρως ο λοχαγός μου και σε πολύ φιλικό τόνο μου λέει: δε θέλω να σε πιέσω, αλλά σκέψου, η αποχή σου σε εκθέτει. Τ’ απάντησα πως όλα τα ‘χω σκεφτεί και ό,τι κάνω το κάνω παρακινούμενος απ’ τη φωνή της συνειδήσεως. Η διαταγή ήταν να ψηφίσουν ως την κλάση του 1919 (που κει είμαι και ‘γω), τ’ απόγιομα όμως έρχεται κατεπείγουσα νεοτέρα διαταγή να ψηφίσουν και οι κληρωτοί των νεοτέρων ηλικιών. Τούτο δείχνει φόβο της κυβερνήσεως για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (πρέπει τα υπέρ να συγκεντρώνουν τα 2/3 των ψηφοδελτίων)».
Η οπτική του είναι εκείνη του στρατευμένου εθελοντικά οπλίτη, βενιζελικού στα φρονήματα, σε μια εκστρατεία, στην οποία πίστευε και ο ίδιος με πάθος και από τα βάθη της ψυχής του. Ο εικοσάχρονος αυτός Ανδραβιδαίος, απόφοιτος του Γυμνασίου της Πάτρας, φανατικός πατριώτης και βενιζελικός ως το κόκαλο στις πολιτικές του αντιλήψεις, θιασώτης της μεγάλης ιδέας του Ελληνισμού στα χρόνια εκείνα, πιστεύει με φανατισμό στις δημοκρατικές διαδικασίες και το εκφράζει με θρησκευτική, θα έλεγα, προσήλωση. Ταυτόχρονα είναι τόση η λατρεία του και η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Βενιζέλου, ώστε πολλές φορές να παραβλέπει κάποια λάθη της πολιτικής του και συνάμα να μην του μένει χώρος στην καρδιά του για άλλον ΄Έλληνα πολιτικό, ιδιαίτερα της αντίπαλης παράταξης. Ας δούμε ένα απόσπασμα από την εγγραφή της 1-11-1920, ημέρας βουλευτικών εκλογών:
«Κείνη η στιγμή για με ήταν μια ιεροτελεστία. Τέτοια κατάνυξη εδοκίμαζα μόλις προσερχόμουν να μεταλάβω των αχράντων μυστηρίων. Δεν έβλεπα μπροστά μου ονόματα υποψηφίων, που άλλωστε σε με ήσαν όλοι άγνωστοι, αλλά έβλεπα πατρίδα, ένα ολόκληρο έθνος. Τρέμοντας σύγκορμος και ιδρωμένος απ’ τη συγκίνηση, βουτώ την πένα, παίρνω μελάνι και κάνω κείνο που με προστάζει η συνείδησή μου. Αρχίζω να μαυρίζω γραμμή την αντιπολίτευση, τους ανεξάρτητους και τέλος τους σοσιαλιστές, και άφησα κατάλευκους όλους τους φιλελεύθερους. Επομένως εψήφισα Βενιζέλο. ΄Έδωσα το ψηφοδέλτιο στην επιτροπή και εκατάλαβα τον εαυτόν μου ελευθερωμένο, γιατί έκανα το καθήκον μου».
Με την πτώση του Βενιζέλου, που έρχεται με αυτές τις εκλογές, προαναγγέλλει, ως άλλος μάντης κακών, το άδοξο τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας, γιατί πιστεύει ακράδαντα ότι η διάδοχος κατάσταση δεν έχει ούτε τη γνώση, ούτε τη θέληση αλλά ούτε και την ικανότητα του πολιτικού από την Κρήτη. Δεν κρύβει εξάλλου τη βαθιά του απογοήτευση από τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, επειδή ο τελευταίος αγνοούσε πλήρως τη χρήση και τη λειτουργία των όπλων και τον συγκρίνει στο πεδίο αυτό με τον Βενιζέλο. Η σύγκριση είναι καταδικαστική για τον Γούναρη. Εδώ, ηθελημένα ίσως, ξεχνάει ο νεαρός λοχίας ότι ο Βενιζέλος, πριν ανακατευτεί με τα πολιτικά πράγματα της χώρας, ήταν αντάρτης πάνω στα Κρητικά βουνά και πολεμούσε τον εχθρό ταγμένος στην πρώτη γραμμή. Ας δούμε τι γράφει στις 21-4-1921:
«Σήμερα θα υποδεχτούμε τον πρωθυπουργό κ. Γούναρη. Στις τρεις το απόγιομα το σύνταγμα παρατάσσεται στο χώρο όπου ο εφοδιασμός. Ο λόχος μου έχει ορισθεί ν’ αποδώσει τας τιμάς. Στις τέσσερις καταφθάνει το πρωθυπουργικό αυτοκίνητο και σταματάει προ της τιμητικής φρουράς. Ο κ. πρωθυπουργός κατέρχεται του αυτοκινήτου και ο παρατεταγμένος λόχος μου αποδίδει τιμάς παρουσιάζοντας όπλα. Συγχρόνως καταφθάνουν άλλα τρία αυτοκίνητα με το μέραρχό μας στρατηγό Τρικούπη, διοικητή του Β΄ Σώματος στρατηγόν Βλαχόπουλον και στρατηγούς Ξενοφώντα Στρατηγόν και Εξαδάκτυλον. Μπροστά μου κουβεντιάζει ο πρωθυπουργός με τους στρατηγούς και μιλούν σχετικά με τα πηλήκια του στρατού. Σε μια στιγμή ο κ. πρωθυπουργός παίρνει από ‘να φαντάρο του λόχου μου το οπλοπολυβόλο και, κρατώντας το, ρωτάει μεγαλοφώνως τους στρατηγούς: «Τι είναι τούτο;». Οι στρατηγοί τ’ απάντησαν: «Οπλοπολυβόλο, κύριε πρόεδρε». Εμένα μ’ έπιασε απελπισία να βλέπω τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, που πολεμάει συνεχώς δέκα χρόνια, να ρωτάει «τι είναι τούτο» για κείνο που το ξέρουν και τα μικρά παιδάκια. Προπαντός εντύπωση μου ‘κανε η αφέλειά του, γιατί, μια φορά και δεν εγνώριζε αυτό το σύνεργο, όφειλε ιδιαιτέρως να ρωτήσει τι διάβολο είναι αυτό το σύνεργο.
΄Έρχεται στο μυαλό μου τώρα το φέρσιμο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Σε μια παρόμοια συγκέντρωση, στο Μακεδονίτικο μέτωπο, τον καιρό της Αμύνης, ρωτάει ένα διοικητή πολυβολαρχίας (στη Μακεδονία) ποιος είναι ο καλύτερος πολυβολητής του και ο λοχαγός του απαντά: «Αυτός ο λοχίας, κύριε πρόεδρε». Τότε ο πρόεδρος λέει στο λοχία: «Φέρε δυο πολυβόλα». Σε όλους που παρακολουθούν τη σκηνή κορυφώνεται η περιέργεια. Ο λοχίας παρουσιάζει τα δυο πολυβόλα και ο πρόεδρος, παίρνοντας το ένα, του λέει: «Εμπρός, να δούμε ποιος θα διαλύσει και θα συναρμολογήσει πρώτος» και, γονατίζοντας στο έδαφος, αρχίζει το έργον και ο έμπειρος πολυβολητής επίσης. Ο πρόεδρος, με μια επιδεξιότητα μοναδική, έλυσε και συναρμολόγησε το πολυβόλο, ενώ ο λοχίας, παρόλη του την προσπάθεια, ευρισκόταν στη μισή δουλειά. Να πρωθυπουργός του πολέμου, ενώ η πατρίδα του τον έστειλε στην εξορία!!!
Ο κ. Γούναρης κατά τ’ άλλα μοιάζει μ’ ένα αγαθό δασκαλάκο. Πάντως εγώ απογοητεύτηκα και καλύτερα να μην τον έβλεπα. Μα δεν άκουσα και κανένα φαντάρο να του γιομίσει το μάτι. Δε μου φαίνεται σωστό που ο πρωθυπουργός δεν είπε δυο λόγια προς τους φαντάρους. Μετά είκοσι λεφτά ανέβηκαν στ’ αυτοκίνητα όλοι οι επίσημοι και έφυγαν για τα άλλα συντάγματα. Καημένε Βενιζέλε, πού είναι αυτή η διαπεραστική ματιά σου και πού είναι η άφθαστη μεγαλοπρέπειά σου!»
Ενδεικτική είναι η αντίδρασή του, όταν πληροφορείται τον θάνατο του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου. Ο πόνος, η ανησυχία του, στην πραγματικότητα, δεν είναι για την απώλεια του ανθρώπου αλλά γιατί δεν υπήρχε άλλο άτομο μέσα στη βασιλική οικογένεια που να μπορέσει να χρησιμεύσει στο Βενιζέλο. Ιδού η εγγραφή της 10ης Οκτωβρίου του 1920:
«Από το φυλάκιο Μπιγαδίτς μου ‘στειλαν μια εφημερίδα («Πατρίδα»). Πολύ ελυπήθηκα που διάβασα πως η υγεία του Βασιλέως Αλεξάνδρου (λόγω του δαγκώματος από τον πίθηκο) επιδεινούται. Εύχομαι να βοηθήσει ο Θεός να γίνει καλά, γιατί μόνον αυτός μπορεί να χρησιμέψει στο Βενιζέλο για να ολοκληρώσει το μεγαλεπήβολο εθνικό σχέδιό του. Γιατί φαίνεται πως αυτός έχει καταλάβει την αξία του Βενιζέλου, παρόλο που έζησε και ανατράφηκε στην πνιγηρά και αντεθνική ατμόσφαιρα του παλατιού».
Το ημερολόγιο του Νικολάου Τσαμαδού, όπως μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας τις σελίδες του, είναι ένα οδοιπορικό στη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία στα χρόνια των πολεμικών συγκρούσεων Ελλήνων και Τούρκων για εδάφη που διεκδικούσαν και οι δύο, με διαφορετικά συμβόλαια βέβαια ο καθένας, και συνάμα μια δυναμική κατάδυση στο Χρόνο και την Ιστορία. Πορείες μέσα σε εχθρικά ή φιλικά περιβάλλοντα, μάχες, περιγραφές πόλεων, ασήμαντα και σημαντικά περιστατικά από τη ζωή των στρατιωτών και των κατοίκων, Ελλήνων και Τούρκων, καταγράφονται καθημερινά με δημοσιογραφική επιμέλεια, ευαισθησία και ευσυνειδησία, ενώ γνωστά ή άγνωστα πρόσωπα της εποχής, σημαντικά ή ασήμαντα, φιγουράρουν συνεχώς στις σελίδες του. ΄Αξια προσοχής η συμπάθεια που νιώθει για τους Τούρκους ως λαό, η συμμετοχή των στρατιωτών σε κοινωνικές και οικογενειακές εκδηλώσεις των Τούρκων ως προσκεκλημένοι, λες και δεν βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση οι δυο λαοί, και τέλος η άψογη συμβίωση των δύο λαών προτού τα νέφη του πολέμου σκιάσουν τη ζωή τους και τις σχέσεις τους. Κι από συναισθήματα, πληθώρα: νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο, πίστη στο μέλλον της πατρίδας του, αργότερα απογοήτευση, απελπισία, μοναξιά, ειρωνεία κ.ά. Δέστε, τι συμβαίνει, όταν θυμάται με νοσταλγία την Πάτρα στις 25 – 1921:
«Τ’ απόγιομα πήγα σ’ ένα χωριουδάκι για να ψωνίσω κάτι. Σ’ ένα καφενεδάκι έτυχε να συναντήσω έναν ντόπιο Τούρκο που μου ‘λεγε πως στην Πάτρα, ως αιχμάλωτος το 1912, είχε μείνει ένα χρόνο. Μα μου φάνηκε πως έβλεπα ένα μου φίλο. Μου φάνηκε πως η γνωριμία του με την Πάτρα μου δημιουργούσε κάποιο δεσμό μαζί του. Στο γυρισμό κόβω ένα μποκέ από αγριοτριαντάφυλλα κι άλλα λουλούδια. Το τοπίο είναι μαγευτικό».
Οι κρίσεις για τους ηγέτες του στρατεύματος και της χώρας είναι, όπως είδαμε, στην ημερήσια διάταξη. Το ίδιο και οι εθνολογικές παρατηρήσεις, που τις κάνει ασυνείδητα, γιατί δεν είναι ειδικός. Τελικά, όλα τον πληγώνουν, πονάει, ιδιαίτερα όταν βλέπει τον Βενιζέλο να βρίσκεται μακριά από την πολιτική σκηνή των Αθηνών, δεν το κρύβει, δεν κρύβει τίποτα, θέλει να ξεχάσει μα δεν μπορεί. Μέσα στη φρίκη του πολέμου δεν ξεχνάει ποτέ και το όνειρο, μόνο που τώρα μετασχηματίζεται σε εφιάλτη.
Δεν ξεχνάει ποτέ ότι το δράμα είναι διφυές, ότι δίπλα στην τραγωδία βρίσκεται πάντα η κωμωδία και γι’ αυτό, παρά την αυστηρότητα και την σοβαρότητα που φαίνεται ότι τον χαρακτηρίζει, όπου χρειάζεται, γελάει και μας παρασύρει και μας μαζί του στο γέλιο, αστειεύεται ή ειρωνεύεται. ΄Αλλοτε γίνεται πάλι σκληρός, όταν κυρίως νομίζει ότι πρέπει να επικρίνει μια κατάσταση ή να επιτιμήσει κάποιο πρόσωπο, που δεν στέκεται καλά στη θέση του. Από την άλλη, η αγάπη του για τη ζωή είναι μεγάλη, το ίδιο και η λατρεία του προς το ωραίο φύλο, τα άλογα, το κυνήγι και τις μικρές, καθημερινές απολαύσεις της ζωής. Πολλές φορές, καθώς τον διαβάζεις, ξεχνιέσαι και έχεις την εντύπωση ότι ο πόλεμος βρίσκεται κάπου μακριά και δεν τον αφορά, όπως δεν φαίνεται να αφορά και τους ντόπιους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, ΄Έλληνες και Τούρκους, που δείχνουν ότι συμβιώνουν θαυμάσια, ότι τίποτα δεν τους χωρίζει πραγματικά παρά τις εθνικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και τον πόλεμο. Γι’ αυτό και πασχίζει με κάθε τρόπο και σε κάθε στιγμή να καταλάβει τον εχθρό, να τον κατανοήσει σε βάθος, αφού η στρατιωτική και πολιτική προπαγάνδα του έχει πει άλλα πράγματα, ενώ άλλα βλέπει ενίοτε ο ίδιος. ΄Ετσι έχει πάντα τα μάτια του ανοιχτά και συμμετέχει σε κάθε εκδήλωση που τον καλούν οι ντόπιοι. Απολαύστε, όσα έγραψε στις 3 – 12 – 1920:
«Σήμερα είχα την περιέργεια και παρακολούθησα ένα τοπικό γάμο, που γαμπρός είναι ο Τούρκος δήμαρχος του χωριού, που είναι πολύ πλούσιος. Είδα κάτι ωραίες συνήθειες, γιατί ο γάμος δεν περιορίζεται στο φαγοπότι, στο γλέντι και το ξεφάντωμα μόνον του στενού περιβάλλοντος του γαμπρού, αλλά απλώνεται και αγκαλιάζει το ενδιαφέρον όλου του χωριού και έτσι, όχι μόνον τον κύκλον των διασκεδαστών μεγαλώνει απλώς, αλλά και όλους αυτούς, που με την ευκαιρία αυτή ψυχαγωγούνται, αυτόματα (και χωρίς να φαίνεται) τους συνδέει ένα αίσθημα ενδιαφέροντος και αγάπης, που αν αυτό το προεκτείνεις, θα το δεις πως γίνεται ένα με το συναίσθημα της αγάπης του χωριού τους και ακόμη και εκείνο της αγάπης της πατρίδας. Ο γαμπρός, λοιπόν, για τη χαρά του γάμου του και για ψυχαγωγία όλου του χωριού, πρώτα πρώτα οργάνωσε ιππικούς αγώνες. ΄Εξω λοιπόν απ’ το χωριό έχουν φτιάξει ένα τοπικό ιπποδρόμιο που το χρησιμοποιούν όταν τους χρειάζεται. Στο ιπποδρόμιο αυτό, κατά τις εννιά το πρωί, ήρθαν αρκετοί νεαροί Τούρκοι έφιπποι και έπαιξαν μερικά όμορφα παιχνίδια ως καβαλαραίοι.
΄Εχουν ωραία κορμοστασιά οι νέοι και καβαλικεύουν κάτι μικρόσωμα αράπικα άλογα που είναι αϊτοί στο τρέξιμο. Μετά τον ιππόδρομο πήγαμε στα αλώνια του χωριού, όπου έχουν οργανωθεί αγώνες πάλης, που ακολουθούντο και από τοπικά όργανα. Οι παλαισταί είναι νέοι του χωριού –κι ίσως κι απ’ τα τριγύρω χωριά- και όλοι παρουσιάζουν μια φόρμα εξαιρετική. ΄Εκλεισα τα μάτια μου και προς στιγμήν εφαντάστηκα πως δεν ήμουν στην Τουρκία, μα στην Ολυμπία της αρχαίας εποχής. Η φευγαλέα αυτή σκέψις με βάζει σε συλλόγιση, αλλά θέλω να την ξεχάσω…
Η ατραξιόν για το φανταρόκοσμο είναι ότι στα αλώνια ήρθαν όλες οι χανούμισσες, που, από κείνα που έδειχναν και που δεν έδειχναν, ήσαν πολύ ωραίες και λαχταριστές. Τ’ απόγιομα ακούω στο δρόμο όργανα και βλέπω γυναίκες –Ελληνίδες και Τουρκάλες- να τρέχουν προς τα κει.
Πηγαίνω και εγώ, γιατί είναι η συνέχεια του γάμου. Περνάει η πομπή. Προηγείται η τουρκική σημαία, ακολουθούν χωροφύλακες –Τούρκοι, φυσικά- με εφ’ όπλου λόγχη, πολλοί ιππείς και τοπικά όργανα. Κατόπιν ακολουθούν πέντε μεγαλόσωμες γκαμήλες φορτωμένες τα προικιά της νύφης και στους λαιμούς τους έχουν περάσει ζωνάρια ριγωτά. Ακολουθεί ένας αραμπάς ανοιχτός με συμπεθέρους του γαμπρού και συνέχεια άλλος αραμπάς κατάκλειστος με ψάθες, και κει μέσα βρίσκεται η νύφη, και πίσω από τον αραμπά της νύφης ακολουθεί πεζό πλήθος κόσμου. Ακολουθώ ως του γαμπρού το σπίτι. Εκεί τον είδα. Είναι σχεδόν εξηντάρης, ενώ η νύφη –μαθαίνω από συντοπίτες- είναι πολύ νέα (καμιά εικοσαριά χρόνων), επομένως πολύ καλός μεζές και πολύ συνηθισμένος, αφού εδώ οι Τούρκοι εφαρμόζουν την πολυγαμία. Λοιπόν, μόλις ο αραμπάς της νύφης επλησίασε στο εξώπορτο του προαυλίου του σπιτιού του γαμπρού, αμέσως άπλωσαν πανιά και σκέπασαν τον αραμπά και τον κενό χώρο μέχρι την πόρτα του σπιτιού, ώστε η νύφη κατέβηκε απ’ τον αραμπά, επροχώρησε μέσα στο τούνελ που σχημάτιζαν τα πανιά και μπήκε μέσα στο σπίτι του γαμπρού χωρίς να την ιδεί ανθρώπινο μάτι, ενώ κατά το διάστημα αυτό έριχναν οι συγγενείς ασημικά απάνου στον αραμπά. Στα παράθυρα των γύρω σπιτιών φιγουράρουν μερικές χανούμισσες χωρίς φερετζέ. ΄Ολες είναι θαύμα ομορφιάς και πειρασμοί. Κοιτάμε μια μπρούτζινη θεά απ’ αυτές με το Νώντα, και μου λέει αυτός: «Αν πρόκειται κανείς να παντρευτεί αυτή την αμαζόνα και εμπόδιο ήταν πως εκείνη δε θα ‘θελε να βαφτιστεί, τι έπρεπε να γίνει;», κι εγώ –στ’ αστεία- τ’ απάντησα: «Απλούστατα, να ξεβαφτιστεί εκείνος», και έσκασαν στα γέλια οι τριγύρω ΄Ελληνες και Τούρκοι.»
Και λαογράφος, λοιπόν, παρατηρητικός και αφηγητής και ευθυμογράφος, ευχάριστος και κατανοητός αλλά πάντα μεροληπτικός ως προς τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Ο γάμος όμως δεν κρατάει μόνο μια ημέρα, έχει και συνέχεια, που φέρνει στο νου του αναγνώστη πανάρχαιες συνήθειες και εκδηλώσεις, όπως οι αρχαίοι Ολυμπιακοί αγώνες. Μια ομοιότητα ακόμη των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων. Γράφει, μεταξύ άλλων, στις 16 – 12 – 1920:
«Τ’ απόγιομα πήγα στο χώρο που θα γινόταν αγώνας πάλης ως συνέχεια της ψυχαγωγίας του γάμου του δημάρχου. Είχαν και βραβεία να δώσουν (χορηγός, φυσικά, ο γαμπρός), ένα άλογο και τριάντα λίρες τουρκικές (χάρτινες). Οι παλαισταί, ημίγυμνοι, με σφριγηλά κορμιά, επρόβαλαν στο χώρο της πάλης ανάμεσα στο λαό, που τούτος φωνάζει και χειροκροτεί. Πρώτα πρώτα οι παλαισταί άλειψαν το σώμα τους με λάδι, και, όπως ήσαν μελαψοί και με μυς σφιχτούς τα κορμιά τους, έμοιαζαν σαν μπρούτζινα αγάλματα. Αρχίζει η πάλη (πρόκειται περί Τούρκων, φυσικά, παλαιστών). Κοιτάζω με ποια συμπάθεια, με ποια λαχτάρα, οι Τούρκοι και οι χανούμισσες παρακολουθούν τις φάσεις του αγώνα. Διαβάζει κανείς στα μάτια τους πως δεν τραβιούνται απ’ τους παλαιστές μα από την πάλη..
Η πάλη συνεχίζεται, εγώ όμως κάνω τους συλλογισμούς μου. Μου κάνει εντύπωση το ότι οι Τούρκοι, καίτοι στα περισσότερα πράματα είναι οπισθοδρομικοί, καλλιεργούν όμως τη σωματική τους ρώμη (που θα πει και την ψυχική τους), όπως δείχνουν οι συχνοί αγώνες που οργανώνουν και η θερμή διάθεση των Τούρκων (συν γυναιξί και τέκνοις) που τους παρακολουθούν. Επίσης, είναι χαρακτηριστική και η αδελφοσύνη αυτών των ανθρώπων και η απλότητά τους, γιατί, να, βλέπω μπροστά μου ξαπλωμένους χάμου στα χορτάρια αγάδες γλυκομιλούντες και χαριεντιζόμενους με το λαό, που τους δείχνει όχι φόβο αλλά αγάπη και σεβασμό. Τέλος, ο αγώνας έληξε και ο νικητής εμπρός και τα όργανα και όλος ο κόσμος –κι εγώ μαζί- ξεκινάμε για το σπίτι του γαμπρού. Εκεί –στην αυλή- έστησαν χορό και πρώτοι χόρεψαν οι παλαισταί, ημίγυμνοι όπως ήσαν με τα σφιχτά και γυαλιστερά κορμιά τους. Εδώ το δημοσιογραφικό μου καθήκον (ας το πούμε έτσι) τελείωσε και φεύγω για το λόχο να συντάξω την ανταπόκρισή μου. Τέλος, περιπατώντας, περνάει απ’ το μυαλό μου μια φευγαλέα σκέψη: πως θα χρειαστούμε μεγάλη προσπάθεια για να καταβάλουμε αυτούς τους Τούρκους, που δείχνουν πως δεν είναι οι «χαμάληδες», καταπού τους χαρακτηρίζει ο Κοραής αλλά φαίνονται άνθρωποι με ψυχή και πίστη».
Είναι φανερό ότι η καθημερινή συνάφεια και η αλληλογνωριμία των δύο λαών φέρνει την κατανόηση και τη συμπάθεια ανάμεσά τους κι ότι παλιά μίση και διχόνοιες μπορούν να εξαλειφτούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Κι ακόμη ότι η αρμονική συμβίωση των δύο λαών δεν είναι όνειρο καλοκαιρινής νύχτας αλλά μια βεβαιότητα που κάποτε, και λόγω ανάγκης ίσως, θα παγιωθεί. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο διάλογος που ανοίγει, έστω και για λίγο, με τον Κοραή. Κι ακόμη, η διαβεβαίωσή του ότι η καταγραφή των γεγονότων, των σκέψεων και των συναισθημάτων ή των περιγραφών των τόπων, των τοπίων και των πόλεων ή των χωριών που βλέπει κατά τη διάρκεια της εκστρατείας γίνεται καθημερινά σαν ένα πραγματικό δημοσιογραφικό καθήκον.
Ας δούμε τώρα και την περιγραφή μιας πόλης, της Προύσας, όταν την αντικρίζει στις 27 – 1 – 1921. Στο νου του βρίσκεται όμως ο άνθρωπος κι όχι τα κτίσματα:
«Στις εννιά είμαστε συνταγμένοι και εκκινούμε. Διασχίζουμε την Προύσα, πάλι δια μέσου του κεντρικού της δρόμου. Η Προύσα είναι μια μεγάλη και όμορφη πόλις, π’ αφήνει να πλανιέται κείνη η βαριά, η τούρκικη πνοή, που δεν ελευθερώνει την ψυχή τ’ ανθρώπου να φτερουγίσει ψηλά ανάλαφρη και χαρούμενη, μα την καρφώνει στη γης για να ξοφλήσει εδώ κάτω τις χαρές της και τα μυστήριά της. Να, η ζεστή απόπνοια των σπαρμένων χαμάμ. Να, τα όλο περιπάθεια καφασωτά παράθυρα των παλατιών της. Να και η αριστοκράτισσα χανούμισσα (μια από τις γυναίκες κάποιου πασά) με το φερετζέ, βαδίζουσα με ηγεμονικό τουπέ, και να την ακολουθεί σε πέντε βήματα ο ευνούχος, που όλα μπορεί να τα ξεχάσει κανείς μα ποτέ όμως το βλέμμα αυτού του πανύψηλου και σωματώδους ζώου, βλέμμα που δεν μοιάζει καθόλου για ανθρώπινο, αλλά μανιασμένου λιονταριού που καρτερεί πεινασμένο το θήραμά του. Στη διαδρομή μας υπάρχουν καταστήματα παντός είδους και ΄Ελληνες υπάρχουν πολλοί. Η φυσική της ομορφιά είναι περίφημη…
Τ’ απόγιομα, κάπως ξεκουρασμένος, κάθομαι στο δωματιάκι του γραφείου και αναθυμιέμαι μερικές εικόνες της εξαήμερης πορείας μας. Ναι, προχωρούμε και κατά διαστήματα βλέπεις στρατιώτες, άλλους λιποθυμισμένους από εξάντληση ή αρρώστια και άλλους να βαδίζουν με μόχθο από την ξυπολυσιά, με πόδια ματωμένα. Στην πορεία αυτή ένας φαντάρος του λόχου μου, χωρίς άρβυλα, είχε ξεκοπεί απ’ τη φάλαγγα κι ακολουθούσε αργοβαδίζοντας και κουτσαίνοντας. Τρώει λοιπόν μια γενναία κατσάδα από τον ίδιο το συνταγματάρχη. ΄Ενας άλλος παρακάτω είχε μείνει κι αυτός πίσω γιατί ήταν τελείως ξυπόλυτος. Τον βλέπει ο λοχαγός και άγρια του φωνάζει: «Προχώρα, ρε κτήνος» κι ο μαύρος ο φαντάρος κλαψιάρικα απαντά: «Δεν μπορώ κυρ-λοχαγέ» και ο κυρ-λοχαγός βάναυσα του φωνάζει: «Τώρα να πεθάνεις, παλιόσκυλο» και άπειρα τέτοια μαργαριτάρια μπορούσε να μαζέψει κανείς. Κι έτσι διαπιστώνεται πως για το στρατιώτη δεν υπάρχει οίκτος ούτε δικαιοσύνη, αλίμονο».
Η φροντίδα του αυτοδίδακτου συγγραφέα για το ύφος του κειμένου του καθώς και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι αξιοζήλευτη και δείχνει το πάθος του να το δει κάποτε δημοσιευμένο γι’ αυτό και το ξαναγράφει σε μεγαλύτερη ηλικία και το διορθώνει στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Προσπαθεί και το πετυχαίνει να μην επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις ώστε να έχει μια ποικιλία η γλωσσική του έκφραση και μια γλαφυρότητα το ύφος του κι ό,τι γράφει δεν αποτελεί, το ξέρει αυτό, τη μόνη βεβαιότητα, τη μόνη αλήθεια. Ξέρει ότι κρίση από κρίση διαφέρει γι’ αυτό και μπορεί να υπάρξουν περισσότερες ερμηνείες στην ανάλυση ενός γεγονότος. Αποδίδει τα πάντα με ακρίβεια και σαφήνεια μέσω του πλουσιότατου και πολλές φορές μεταφορικού λεξιλογίου του και τίποτα δεν αφήνει στην τύχη του αναπόδεικτο ή αδικαιολόγητο.
Κάποτε ήρθε η ώρα της επιστροφής στην πατρίδα, η επιστροφή του Οδυσσέα μετά την εκστρατεία χωρίς τις περιπλανήσεις της επιστροφής του. Με άλλα όνειρα είχαν φύγει, μια άλλη πραγματικότητα περίμεναν να αντικρίσουν. Δυστυχώς, η μιζέρια και η μικροπολιτική, η μικρότητα και η μικροψυχία του Ελληνικού κράτους και των εκπροσώπων του ήταν πάντα εκεί! Απογοήτευση και θλίψη! Ας διαβάσουμε την τελευταία εγγραφή που έγινε στις 9 – 8 – 1923:
«Κατά τις τεσσερεσήμισι το πρωί βρισκόμαστε προ του λιμένος των Πατρών. Αλήθεια, φθάσαμε στην Πάτρα; Ναι, διαγράψαντες επί τέσσερα σχεδόν χρόνια την Οδύσσειά μας, φθάνουμε σήμερα στην Ιθάκη μας. Προ του ονειρεμένου λιμένος της Πάτρας σταματάμε για να μπούμε στην προσδιορισμένη ώρα, προκειμένου να γίνει προγραμματισμένη υποδοχή. Μα έλα που δεν υπάρχει στάλα υπομονή στους φαντάρους, που όλοι φωνάζουν: «Βγάλε μας, καπετάνιε… δε θέλουμε υποδοχή… βγάλε μας, να πιούμε νερό, εσκάσαμε…». Κι έτσι ο καπετάνιος αναγκάστηκε να αράξει το πλοίο στο λιμάνι απ’ τις εφτά, οπότε αρχίζει η αποβίβασις. Είναι η ώρα τέτοια που βασιλεύει ερημιά. Ο πόθος ο διακαής του γυρισμού είχε δημιουργήσει στη φαντασία μας μια Πάτρα εξιδανικευμένη και κατεβαίνοντας δεν βρήκαμε τίποτα άλλο παρά την Πάτρα που είχαμε αφήσει. Στην αρχή του λιμενοβραχίονα έχει στηθεί μια αψίδα στολισμένη με μυρτιές και με την επιγραφή: «Δόξα και τιμή σε Σας». (…).
Μηδέ κρύβω πως το θέαμα αυτό ήταν μακάβριο κυριολεκτικά, γιατί φαίνεται δεν υπήρχε κανένας αρμόδιος να τις ελέγξει ή και κανείς Πατρινός ν’ ανοίξει τα μάτια των αρμοδίων. Δηλαδή, οι πινακίδες αυτές μόλις είχαν περασθεί με ένα ελαφρό λευκό χρώμα και καθαρότατα εδιάβαζε κανείς τα παλιά συνθήματα που ‘ σαν γραμμένα μόλις γιόρταζε η Πάτρα επί Βενιζέλου ένδοξους σταθμούς της Ιστορίας μας, όπως ήσαν οι μεγάλες μάχες του Μακεδονικού μετώπου, η κατάληψη της Σμύρνης, η υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών.».
Η επιστροφή θυμίζει το τέλος μιας αρχαίας τραγωδίας. Και μήπως δεν ήταν, άλλωστε, τραγική για τον Ελληνισμό αυτή η εξέλιξη της Ιστορίας του;
Εδώ τελειώνει η σύντομη περιδιάβαση στις σελίδες του ημερολογίου του Νικολάου Τσαμαδού. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να πω ότι δεν έχουμε μπροστά μας, σε καμιά περίπτωση, έναν καινούριο Μακρυγιάννη, όπως θα μπορούσε να συμπεράνει λανθασμένα κάποιος διαβάζοντας με επιπολαιότητα αυτή την παρουσίαση. ΄Αλλωστε, ο συγγραφέας του ημερολογίου δεν είναι αγράμματος και το κείμενό του δεν έχει ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία αλλά κατά κύριο λόγο ιστορική και στόχος του είναι να πληροφορήσει τις επερχόμενες γενιές για όσα είδε, άκουσε και έζησε στα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Είναι μια σπουδαία ιστορική πηγή, λοιπόν, ιδιαίτερα χρήσιμη στις μέρες μας, που γίνονται και πάλι προσπάθειες για το πλησίασμα των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, και την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεών τους στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Αποτελεί μια σπουδαία πηγή πληροφοριών για μια πολύ σημαντική στιγμή της Ιστορίας των δύο λαών που επιδρά ακόμα στις πολιτικές και άλλες εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα μας πληροφορεί για πολλά γεγονότα της καθημερινότητας και του πολιτισμού των λαών της Μικράς Ασίας αλλά και του στρατού.
Ο ίδιος ο συντάκτης του ημερολογίου, βέβαια, έχει πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος. Γράφει χαρακτηριστικά σε αυτόγραφο σημείωμά του στο τέταρτο τετράδιο του ημερολογίου που μου είχε παραδώσει λίγο πριν τον θάνατό του: «ΑΝ τύχει και τα διαβάσει αυτά κανείς, μη φαντασθεί ποτέ πως γράφτηκαν από πολυπραγμοσύνη, αλλά, γιατί, μέσα στις τραγικότητες της ζωής μου, δημιουργήθηκε στην ψυχή μου αδιέξοδο που ξεπερνούσε κάθε βαθμό απόγνωσης, κι αν με τα λόγια μου αυτά που μοιάζουν με μοιρολόι δεν εκτονωνόταν το ψυχικό μου άλγος, δε θα απέμενε παρά η ανυπαρξία». Βρισκόμαστε, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και οι ίδιοι, μπροστά σε μια περίπτωση λογοτεχνικής προσποίησης. Σα να θέλει να μας παραπλανήσει ο συγγραφέας, γιατί είναι έντονη, κατά βάθος, η επιθυμία του, παρά τα όσα θέλει να υποστηρίζει στα φανερά, να τον δούμε κάποια στιγμή και ως λογοτέχνη και κάπου στο βάθος της ψυχής του το περιμένει διακαώς.
Κλείνοντας θέλω να προσθέσω μόνο ότι δεν έκανα καμία παρέμβαση στο κείμενό του παρά κάποιες ασήμαντες πλην αναγκαίες όμως ορθογραφικές προσαρμογές, όπου το απαιτούσε η περίσταση για την καλύτερη πρόσληψή του από τον σημερινό αναγνώστη του 21ου αιώνα.

The timetable of sergeant...

The timetable of sergeant of Greek Expedition in Asia Minor: From Big Greece in small: 1920 – 1923. The case of Nikolaos Tsamados.
By Andreas Fouskarinis

Nikolaos Tsamados served as volunteer in combative units of Greek Army from the beginning almost of Expedition until her end. Young then Nikolaos Tsamados describes persons and makes, or these is political, or militarily, or has direct relation with the daily life of soldiers and residents of these regions, Greeks or Turks. The timetable of Nikolaos Tsamados is one walking in Macedonia, the Thrace and the Asia Minor in the years of martial conflicts of Greeks and Turks for territories that claimed and the two. Daily it records courses in hostile or friendly environments, battles, descriptions of cities, insignificant and important incidents from the life of soldiers and residents, Greeks and Turks. The crises for the leaders of troop and country are, as we saw, in the daily provision. Also and the ethnological observations, that he makes unconscionably, because he is not expert. Deductively, the timetable of Nikolaos Tsamados constitutes an important historical source, therefore, particularly useful in our days, where become once again efforts for the approaching of two populations, Greeks and Turks, and the complete standardisation of their relations in the frames of European Union. It constitutes an important source of information on a very important moment of History of two populations that affects still in the political and other developments, while simultaneously it informs us for a lot of events of everyday routine and culture of populations of Asia Minor and also of the army.