Της Λίτσας Δαμουλή-Φίλια
Ο ποιητής Ανδρέας Φουσκαρίνης αυτή τη φορά διάλεξε τον τίτλο Φρυκτωρίες για την ποιητική συλλογή που πρόσφατα εξέδωσε από τις εκδόσεις του Γιώργου Δημητρόπουλου «Βιβλιοπανόραμα», 2010. Οι φρυκτωρίες στην αρχαιότητα ήταν η μετάδοση σημάτων με πυρσούς κατά τη νύχτα σε μακρινές αποστάσεις.
Μα την αλήθεια ωραίος τρόπος για να μεταδίδεις σήματα μακριά, με σιωπηλό τρόπο, κι ο καθένας ας το πάρει όπως θέλει… Κάτι αντίστοιχο έκαναν και οι Ινδιάνοι στους λόφους της Αμερικής κάποτε.
Είναι ένας τρόπος σιωπηλής διαμαρτυρίας η ποίηση του Φουσκαρίνη, διαποτισμένη με έντονη ειρωνεία για τους θεσμούς και οτιδήποτε καλοβολεμένο και ψεύτικο κοινωνικά. Ο Φουσκαρίνης αναφέρεται σε νοικοκυρές βαλτωμένες στη δήθεν τάξη του σπιτιού τους, στους πολιτικούς κυρίως, στις πόρνες που θέλουν ν’ αλλάξουν ζωή, στους αυτοπυρπολούμενους ποιητές. Ακόμη και με τον ΄Όμηρο τα βάζει που δεν αφήνει ήσυχο τον «πολυμήχανο» Οδυσσέα στις θάλασσες, και τελειώνει τη ζωή του σ’ ένα «ρημαγμένο χωριό», στο ποίημα «Οδυσσέως απόλογος». Για τον Φουσκαρίνη είναι αδιανόητο κάτι τέτοιο, παράλογο, και συμφωνεί μάλλον με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο σχετικά με τις «Ιθάκες» και τις νοσταλγίες τους… κι όχι τόσο με τον Καβάφη. Σαρκασμός μέχρι μηδενισμού από τον Ανδραβιδιώτη λόγιο, και μπόλικη φιλοσοφία που φυσιολογικά φέρνει η πείρα και η ωριμότητα. Η ωριμότητα δε χρειάζεται απολογία ούτε αποδείξεις ούτε ντροπές, αναστολές και μισόλογα. Αναζητά στο κάθε τι την ουσία και την ποιότητα.
Οι Ηλείοι για παράδειγμα κουράστηκαν από τις υποσχέσεις και «τα κούφια λόγια τα μεγάλα» των πολιτικών, έτσι προέκυψε από τον Φουσκαρίνη το ποίμα «Ο κουμπάρος»;
« Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας Κολωνακίου»
………………………………
Γνωστή αυτή η φιγούρα του ευκολόπιστου αγρότη που ανεβαίνει στο τραίνο φορτωμένος όλα τα καλά από τον κόπο του για τον δήθεν κουμπάρο και πολιτικό στην Αθήνας. Η Ηλεία και η Αθήνα. Τι αντιπαράθεση! Δυο κόσμοι τόσο διαφορετικοί! Ο πολιτικός τον αγνοεί συστηματικά. Πόσες φορές τη γέλασαν την Ηλεία, της έταξαν και της τάζουν (πριν και μετά τις πυρκαγιές), από την εποχή των παππούδων μου ακόμη, απ΄ όσο θυμάμαι τουλάχιστον.
Αλλά κι αλλού το θέατρο συνεχίζεται, «η παράσταση» καλά κρατεί:
«Την περίμεναν όλοι με αδημονία.
΄Όμως δεν έγινε ποτέ, γιατί η νομάρχις
Μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής»
……………………………………………………
Μάστιγα τηε εποχής οι πολιτικοί με τις φανφάρες τους στις μεγάλες πλατείες και την κενότητα των λόγων τους κατάντησαν μισητοί από το λαό. Στο ποίημα «Τα λόγια του πολιτικού» γράφει ότι όλα αυτά είναι κενά ουσίας και τίποτ’ άλλο. «Τον τελευταίο λόγο» για τον ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη τον έχουν οι ποιητές. Αλοίμονο δηλαδή αν δεν υπήρχαν κι αυτοί! Οι ποιητές «ματώνουν» πρώτα και μετά φτιάχνουν ποίηση. Βιώνουν με πόνο την πραγματικότητα και τη μετατρέπουν σε τέχνη γράφει στο «Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»:
«Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις τεχνικά το ένα πάνω στο άλλο»
…………………………………………………..
Καταφύγιο για τον ποιητή η τέχνη του. Ωστόσο η καθημερινότητα τον απορροφά, χάνει χρόνο και «μοιράζεται στα δύο» για να επιβιώσει όπως οι κοινοί θνητοί. Γράφει στην «Πληρωμή»:
«Τη νύχτα τα όνειρα οργιάζουν
την ημέρα
σκυμμένο το κεφάλι
για τον επιούσιο
……………………
Η μόνη γνήσια πληρωμή
Ο θάνατος…»
΄Έχουμε πράγματι βυθιστεί στη βιοπάλη και δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά. Η παραπλάνηση από τα Μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι μεγάλη καο οδηγεί στην αποπλάνηση. Ο Φουσκαρίνης γράφει χαρακτηριστικά στο «Δείχτε μας κάτι»:
«Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε.
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
…………………….»
Ο άνθρωπος για τον Φουσκαρίνη είναι ένα ζώο με χαλινάρια που ζει συμβατικά και περιορισμένα τη ζωή του ανάμεσα στους πειρασμούς. Γράφει στο «Ταξίδι»:
«Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
και μπήκαμε σε χώρες λωτοφάγων
καράβια δίχως γυρισμό.
Δεν ξέρω πού φτάσαμε
-ή κι αν φτάσαμε δεν έχει σημασία
………………………………….»
Μέσα σ’ όλο αυτό τον κοσμοχαλασμό ένα μετράει για τον ποιητή και το διαπιστώνει με θλίψη και πόνο: η έλλειψη του έρωτα και της αγάπης. Στον «Παυσίλυπο ΄Έρωτα» γράφει:
«Πέρασε τόσος καιρός
Δεν ακούς πια
Τον χαμένο ρυθμό της αγάπης
Που διάβηκε το άδειο λιβάδι τα μεσάνυχτα
Και χάθηκε»
Αλλά αναρωτιέται «πώς μπορεί να στεριώσει» η ζωή «χωρίς τη ζεστασιά του μεσημεριανού αγκαλιάσματος». Ο ποιητής ψάχνει για την Ευρυδίκη του που δεν φαίνεται από πουθενά. Να ‘χει περάσει στον κάτω κόσμο και να την συναντήσει κάποτε εκεί ή όχι;
Ωστόσο η αγάπη είναι το άλας της ζωής, είναι απαραίτητη για όλους, πόσο μάλλον για τους ποιητές!
Απελπισμένα είναι τα σήματα με τους πυρσούς που στέλνει ο Φουσκαρίνης από την Ηλεία και ελάχιστα συγκινήθηκαν οι πολιτικοί, οπότε αναρωτιέται αν οι «Φρυκτωρίες» θα αποδώσουν.
Στο «Φθινοπωρινό» γράφει:
«Το τραγούδι πικρό κι η οδύνη μεγάλη
Το περίσσευμα της καρδιάς μας ελάχιστο
Και ο κόσμος σκορπίζει παντού
Σαν τα φύλλα του πλάτανου
Με τις πρώτες βροχές του φθινόπωρου»
……………………………………………
Ο ποιητής προειδοποιεί απελπισμένα μέσα από την ποιητική συλλογή του. Ανάβει πυρσούς, κάνει σινιάλο, στέλνει S.O.S. σα;ν τα καράβια σε τυφώνα. Μάλλον έχει την εντύπωση ότι το καράβι μας βυθίζεται…
21 Σεπτεμβρίου 2010
(περιοδικό «3η Χιλιετία», τεύχος 46, 2010, σελ. 36-37)
Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011
Σκέψεις και στοχασμοί
Σκέψεις και στοχασμοί
πάνω
στην ποιητική συλλογή
«Φρυκτωρίες»
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μαργαρίτα Αργυράκη
φιλόλογος
Η ψύχρα της νύχτας ήταν διαπεραστική, βασανιστική, ατελείωτη για τον φρουρό που αγρυπνά, με καρφωμένα τα μάτια του στο σκοτεινό ορίζοντα. Αγρυπνά και περιμένει. Περιμένει το φωτεινό σινιάλο του πυρσού που θα σημάνει το τέλος ,του δικού του μαρτυρίου και αλίμονο, την αρχή του μαρτυρίου του αφέντη του. Και ξάφνου, στην ησυχία της νύχτας, ακούγεται η φωνή του, μια κραυγή χαράς και ανακούφισης.
ὦ χαῖρε λαμπτήρ νυχτός, ω, σε χαιρετώ φλόγα της νύχτας,
ἡμερήσιον φάος πιφάσκων που μέσα στο σκοτάδι σαν φώς ημέρας
φαίνεσαι .
τά δεσποτῶν γάρ εὖ πεσόντα Γιατί, την καλή τύχη που έχουν οι αφέντες
θήσομαι. μου θα λογαριάσω δική μου,
τρίς ἕξ βαλούσης τῆσδέ μοι αφού τρεις φορές εξάρες μου έφερε, αυτό
φρυκτωρίας. Το φωτεινό σημάδι
Με αυτά λοιπόν τα φωτεινά σήματα, τις φρυκτωρίες, επέλεξε ο Αισχύλος στην Ορέστειά του, να αναγγείλει την επιστροφή του Αγαμέμνονα στο Άργος. Με τον ίδιο, φαινομενικά σιωπηλό, αλλά αλήθεια , τόσο εύγλωττο τρόπο, επέλεξε ο Ανδρέας Φουσκαρίνης να μεταδώσει τα φλογερά μηνύματα που φέρνουν τα ποιήματα της 3ης ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Φρυκτωρίες».Και λέω, φλογερά, γιατί ο Α.Φ. είναι ένας λογοτέχνης γνώμης, κριτικής, διαμαρτυρίας, αμφισβήτησης, ανατροπής. Τα ποιήματά του τόσο με το μεγάλο εύρος των θεμάτων τους ( κοινωνικοί θεσμοί, αντιλήψεις, ανθρώπινες συμπεριφορές, σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν. Όσο και με τον τρόπο που παρουσιάζονται ( το ύφος, την πεζολογικότητα του στίχου, την πληθώρα των πραγματολογικών στοιχείων που περιέχουν, τη γλώσσα τους), αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες των εμπεριστατωμένων γνώσεων του ποιητή και των κατασταλαγμένων απόψεών του.
ΟΙ «Φρυκτωρίες» του Α.Φ. απαρτίζονται από τρεις επί μέρους μικρότερες ενότητες ποιημάτων με τους τίτλους: Φρυκτωρίες, Νύχτες, Έρος λυσιμελής και παυσίλυπος. Πρόκειται ,στο σύνολό τους σχεδόν, για ποιήματα γνώμης, κριτικής, σχολιασμού που αφορούν σε πρόσωπα, καταστάσεις, απόψεις, συμπεριφορές, συναισθήματα.
Το ύφος των ποιημάτων είναι έντονα ειρωνικό και με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής
άλλοτε διακωμωδεί ,
όπως στο ποίημα « Ο κουμπάρος» ή στο ποίημα « Η νοικοκυρά
Ο χωρικός Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι Περήφανη
Και το ταγάρι παραμάσχαλα Για το πραγματικό μεγαλείο
Πήγε να δει το βουλευτή του της νοικοκυροσύνης της
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα Όλα ταχτοποιημένα στην
Στο πολυτελές του γραφείο εντέλεια
Της πλατείας Κολωνακίου Και με τάξη
………………………………….. ………………………………….
Άλλοτε πάλι του δίνεται η δυνατότητα να σαρκάσει,
Όπως στο ποίημα « Ο ξεναγός»
Ξέχασε ο δύστυχος
Ή τέλος πάντων δεν τον πληροφόρησε κανείς
Πως στη γειτονική Ιταλία
Δείχνουν πρώτα τα νέα
Και μάλιστα σε στύση
Κι ύστερα πάνε και στ’ αρχαία
Για ρέμβη κι ενδοσκόπηση
……………………………………..
ή
στο ποίημα « Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
Ευτυχώς που οι βόθροι
Αργούν να γεμίσουν ως πάνω
Αλλιώς
Τι θα γινόμαστε
Χωρίς
Βοθροκαθαριστές !
Συχνά, μ’ αυτό το έντονα ειρωνικό του ύφος αποδομεί
Όπως στο ποίημα « Τα προσωπεία»
Δώδεκα μασκαράδες
Φόρεσαν τα γιορτινά τους
Και βγήκαν αμέριμνοι στην αγορά
Χωρίς τις μάσκες τους
Τη μέρα της Αποκριάς
…………………………
ή στο ποίημα « Το σπίτι μου»
Το σπίτι μου βλέπει στη θάλασσα
Ανθισμένα τα πτώματα μαύρο το πέλαγος
Σκορπίζουν παντού τον ακάθιστο δείπνο
………………………………………………
Και άλλοτε , φτάνει μέχρι την ανατροπή
Όπως το ποίημα « Οδυσσέως απόλογος»
………………………………………………
Όμηρε πως το μπόρεσες
Να τον αφήσεις να σαπίσει
Στο ρημαγμένο του χωριό;
Τόση αλμύρα η θάλασσα
Δε λησμονιέται με τη σύνταξη
Στα λιανοχώραφα της νήσου του
Και στον οντά της ιμερτής αλόχου.
ή στο ποίημα « Έρως»
Έρως ανίκατε μάχαν!
Πόσες φορές νικήθηκε αρχαίε ποιητή;
Το ξέρεις;
Πόσες φορές επήρε λάθος δρόμο
Κι η μάχη έγινε αλλού
Στην πλήρη απουσία του;
Μελετώντας τον στίχο των ποιημάτων της συλλογής διαπιστώνουμε ότι είναι, κατά βάση ,πεζολογικός και διακρίνεται για την λιτότητά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται ακόμα και ελλειπτικός, αφού μία λέξη, αποτελεί έναν στίχο. Πρόκειται λοιπόν για έναν στίχο , κυριολεκτικά σπάραγμα που άλλοτε
με έμμεσο τρόπο καταγγέλλει
Όπως στο ποίημα « Το ντέρμπυ»
Το ντέρμπυ
Ήταν
Σκληρό
Τρεις
Νεκροί
Και ογδόντα
Τραυματίες
Ανακοίνωσε με θλίψη
Το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ
……………………………………………….
Και άλλοτε μοιάζει με κατηγορηματική δήλωση, όπως στο ποίημα
« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
………………….
Επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε εκείνα τα ποιήματα της συλλογής που ο ποιητής έχει επιλέξει να τα γράψει στο πρώτο πρόσωπο, στο εγώ, διαπιστώνουμε ότι, παρόλο τον χαμηλόφωνο και πολλές φορές εξομολογητικό τόνο τους, πλημμυρίζουν κυριολεκτικά από έντονα , κατά βάση, συναισθήματα. Συναισθήματα γνωστά ,που γεννιούνται στον καθένα από μας στη διάρκεια της ζωής του , σημάδι πως ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά την ανθρώπινη ψυχή.
Διακρίνουμε λοιπόν το πάθος και μάλιστα το ερωτικό, στο ποίημα
« Έρος λυσιμελής , απόσπασμα 3»
Σ’ αγαπώ
Σαν τη γύμνια του κορμιού μου
Την Άνοιξη
Σαν το κύμα που σκάει αφρίζοντας
Στα βράχια της πατρίδας μου
Τι μπορείς να μου πεις
Για το τέλος του ατέλειωτου πόνου
Το μεγάλο τραγούδι της Άνοιξης
Στο καταχείμωνο
Αστερόεσσα εσύ λαμπερή
Που δεν λες να μου δώσεις
Το σώμα σου;
Διακρίνουμε επίσης τον πόνο, ίσως την απελπισία, στο ποίημα « Σπουδές»
Που να πάω λοιπόν;
Πώς να κουνήσω τα πόδια μου
Αχρηστεμένα από το βάρος του Χρόνου;
Που η τρύπα να κρυφτώ;
Να λουφάξω, να χαθώ για πάντα από τα μάτια του κόσμου τούτου;
Όμως διακρίνουμε επίσης, και την αγωνία ,που συχνά στοιχειώνει τη ζωή μας.
στο ποίημα « Ρόπτρα»
……………………………………
Ένα είναι το ρόπτρο που αγαπώ: το αερόστατο
Όταν απογειώνεται
Παίρνει μαζί του και το σπίτι
Και σ’ ελευθερώνει
Αντίθετα
Η κεφαλή της μέδουσας
Φοβάμαι
Μήπως πετρώσει τα όνειρά μου.
Διακρίνουμε, ακόμα, την τρυφερότητα, αυτό το αίσθημα που συχνά, ενσταλάζεται τόσο καταπραϋντικά στις ανασφάλειές μας
στο ποίημα
« Έρος παυσίλυπος, απόσπασμα 4»
Έλα τώρα γλυκιά μελωδία
Να ανθίσεις εξαίσια
Στα κόκκινα χείλη της αγαπημένης
Που κοιμάται ντυμένη
Το λευκό μεγαλείο του έρωτα
Αγκαλιά με τρελές ανεμώνες.
Όμως, άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, διακρίνουμε ακόμα και την απογοήτευση, συναίσθημα τόσο συχνό πλέον στη ζωή μας,
στο ποίημα «Ταξίδι»
Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
Και μπήκαμε στη μαύρη θάλασσα
Να ταξιδέψουμε σε χώρες λωτοφάγων
Καράβια δίχως γυρισμό
Δεν ξέρω που φτάσαμε
-ή αν φτάσαμε. Δεν έχει σημασία-
………………………………………
Εξετάζοντας, τώρα, πιο ειδικά το περιεχόμενο των ποιημάτων της συλλογής «Φρυκτωρίες», διαπιστώνουμε ότι στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν μια σειρά θεσμοί που πάνω τους χτίζεται η κοινωνία μας. Πρόκειται ,αρχικά, για την πολιτική και τους παντός είδους υπηρέτες της. Ο ποιητής αναφερόμενος σ’ αυτούς στα ποιήματά του ,τους παρουσιάζει να πρωταγωνιστούν σε ποικίλους ρόλους , με ποικίλες μορφές. Πρόκειται για τους ηγήτορες, τους βοθροκαθαριστές, τον κουμπάρο- βουλευτή, το φαμφαρόνο πολιτικό, τη νομάρχη που μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής αλλά και τον γέρο πρώην αντιρρησία, τον τραμπούκο, τους καταληψίες, τον εύελπη.
Αντικείμενο της κριτικής του γίνεται και η παιδεία, όπως επίσης και ο θεσμός της οικογένειας
Ακόμα , μελετώντας τον άνθρωπο, στο στόχαστρό του μπαίνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές που καθορίζουν και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Επίσης ,αρκετά φαίνεται να τον απασχολεί ,η σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν.
Οι διαπιστώσεις που αποκομίζει από την ποιητική ενασχόληση με όλα αυτά, σίγουρα, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Γι’ αυτό ,άλλωστε, εκπέμπει τα φωτεινά και , γιατί όχι, αφυπνιστικά του μηνύματα.
Με οργή, άλλοτε κρυμμένη και άλλοτε φανερή αλλά και με έντονα, σαρκαστική διάθεση αποκαλύπτει:
Αρχικά την υποκρισία που κυριαρχεί παντού
Την υποκρισία στην πολιτική,
Όπως στο ποίημα «Ο κουμπάρος» ,
…………………………………………….
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμα
Την υποκρισία που κυριαρχεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας θα λέγαμε.
όπως στο ποίημα « Η απόφαση»
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Η πόρνη
Αποφάσισε
Να σταματήσει
Το ατελείωτο πέρα δώθε
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Το ξανάρχισε
Με τον ίδιο ρυθμό
Και στο ίδιο σημείο ακριβώς.
Για να τη βρίσκουν οι πελάτες της, είπε.
…………………………………………….
Παράλληλα στηλιτεύει το συντηρητισμό και την ψευτοηθική τόσο των θεσμών και των ιδεών, όσο και των προσώπων.
Όπως στο ποίημα « Δείχτε μας κάτι»
Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
Να χαρούν
Κι οι παρθένες οι άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
Ή στο ποίημα «Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
……………………………………………………………………
Η ατμόσφαιρα αποπνικτική
Και μυσαρή έως θανάτου
Το λευκό της αγνότητας
Χάθηκε ανεπιστρεπτί
Είπε ο γυμνασιάρχης
Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του με αποστροφή.
Αυτή την εμμονή στη στηλίτευση της ψευτοηθικής διακρίνουμε
Και στο ποίημα «« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
Είπε ο πατέρας τους με στόμφο, εσείς
Τραβάτε το δρόμο της απωλείας.
Την άλλη μέρα το πρωί
Τον βρήκαν στο κρεβάτι
Αγκαλιά
Με τη φιλάσθενη κόρη του
…………………………….
Έντονα σαρκαστικός, καυτηριάζει επίσης την κομπορρημοσύνη, και τον φανφαρονισμό , ιδιαίτερα προσφιλή για κάποιους.
όπως στο ποίημα
«Τα λόγια του πολιτικού»
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους
Κανείς δε θα τα θυμηθεί ποτέ!
………………………………….
Καταγγέλλει επίσης με ένταση, την παντελή έλλειψη ιδανικών και στόχων που συχνά χαρακτηρίζει θεσμούς και πρόσωπα.
Όπως στο ποίημα « Η κατάληψη»
Όπου αρχικά διαπιστώνεται ότι:
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
……………………………………………………………
Για να καταλήξει
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Από το στόχαστρο της κριτικής του δεν ξεφεύγει επίσης ο τυχοδιωκτισμός και η μηδενική διορατικότητα των παντός είδους ηγητόρων.
Όπως στο ποίημα « Η συγκέντρωση»
Η συγκέντρωση Οι ηγήτορες όμως
Ήταν Ενθουσιασμένοι
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή Δεν πρόσεξαν διόλου
Δύο χιλιάδες φοιτητές Την πλημμυρίδα
Και πεντακόσιοι οικοδόμοι Που τους σάρωσε
Τα έκαναν όλα Μέρα μεσημέρι
Γυαλιά καρφιά
Ο Α.Φ, με ιδιαίτερη ευαισθησία, θέτει στο κέντρο της ποιητικής ματιάς του τον άνθρωπο. Ανήσυχος, τον παρακολουθεί να γίνεται όλο και περισσότερο ατομιστής, αδιάφορος για όσα συμβαίνουν γύρω του , όπως στο ποίημα « Στο ρυθμό του ντίσκο»
Ο κρεμασμένος
Θλιβερός αυτόχειρας μιας ταραγμένης εποχής
Κουνούσε πέρα δώθε το κορμί του
Σαν εκκρεμές. Δύο βήματα πιο πέρα
Χιλιάδες νεαροί κουνιόντουσαν επίσης
Στο ρυθμό του ντίσκο σαν εκκρεμή.
Η συναυλία δινόταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
…………………………………………………………..
Συχνά, βλέπει τον άνθρωπο να ευτελίζεται και να γελοιοποιείται
όπως στο ποίημα « Στον ιππόδρομο»
Στο Φαληρικό Δέλτα Να μην τους χάσουμε παιδιά
Δεν υπήρχαν πια Αποτελούν το γραφικό στοιχείο μας
Άλλα περιθώρια Μια κάποια ατραξιόν ας πούμε
Σοβαρού κέρδους Ενδιαφέρουσα κι ελκυστική
Για αυτούς που ωρύονταν Για τα ατημέλητα στίφη των επισκεπτών
Τετάρτη και Σάββατο μας.
Μπροστά στα άδεια ταμεία
Του Ιπποδρόμου
Τον εξοργίζει όταν τον παρακολουθεί να συναλλάσσεται παντοιοτρόπως και με κάθε τίμημα όπως στο ποίημα « Το σκώμμα»
Τα άλματα ξέρεις, είναι για τους σαλτιμπάγκους
Για όσους έχουν τη δύναμη, την αντοχή, την άνεση
Να συνδιαλέγονται με όλους και για όλα
Μα πρώτα πρώτα πρέπει
Να τα’ χεις καλά με τον εαυτό σου
Αυτό μετράει τελικά.
Συχνά ,συγκλονισμένος, βλέπει τον άνθρωπο, ακόμα και να αυτοενεχειριάζεται ανυποψίαστος, ίσως,
όπως στο ποίημα « Το άλογο»
Το άλογο είναι υπερήφανο ζώο
Δέχεται το χαλινάρι και υπηρετεί
Το αφεντικό του
Με συγκατάβαση και παραδοχή.
Ο άνθρωπος είναι κι αυτός υπερήφανο ζώο,
Κατασκευάζει ο ίδιος τα χαλινάρια του
Και τα προσαρμόζει με επιτυχία
στον εαυτό του.
Από την ανατρεπτική ματιά του Α.Φ. δεν ξεφεύγει ούτε, η εν πολλοίς κυρίαρχη τάση, εξωραϊσμού και εξιδανίκευσης του ιστορικού μας παρελθόντος και δη του αρχαιοελληνικού. Η εντελώς στείρα, επιφανειακή και πολλές φορές ανιστόρητη, προσέγγισή του. Γι’ αυτό και στο ποίημά « Τρεις χιλιάδες χρόνια», με σημείο αναφοράς την ακρόπολη των Μυκηνών αρχικά επισημαίνει:
Το αίμα των σκλάβων που έλιωσαν εδώ
Τριγυρίζει σαν έρημο πουλί
Και ζητάει εκδίκηση
Και αποφασισμένος, δηλώνει κατηγορηματικά:
Τούτη την πύλη
Που μάτωσε τόσες φορές στους αιώνες
Τούτη την πύλη
Που πέτρωσε τόσες φορές τη ζωή
Τούτη την πύλη
Τη μίσησα
Δεν θα διαβώ
Το κατώφλι της
Πιά.
Φυσικά, μέσα στις «Φρυκτωρίες»κυριαρχικός είναι ο ρόλος της Τέχνης της Ποιήσεως, αφού, έμμεσα ή άμεσα, σ’ αυτήν αναφέρονται τέσσερα από τα ποιήματα της συλλογής.
Η ποίηση ,κατά τον Α.Φ. αντανακλά, κάθε φορά, όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στη ζωή. Είναι ο καθρέφτης τους, όπως διαπιστώνεται
στο ποίημα « Φθινοπωρινό»
Σκόρπιοι και οι στίχοι μας, σκόρπιοι
Χαράγματα πάνω σε θρυμματισμένα μάρμαρα.
Χαράζουν την άσπρη γραμμή της ζωής.
Χαράζουν τη μαύρη γραμμή του θανάτου.
Η ποίηση λοιπόν, είναι συνοδοιπόρος του ανθρώπου στη ζωή και στο θάνατο. Καταστάλαγμα εμπειρίας, πνευματικού και ψυχικού μόχθου, κατάθεση ψυχής του ποιητή . Του ποιητή, που με πόνο, με αγωνία βιώνει την πραγματικότητα και την μετουσιώνει σε τέχνη, όπως μας εξομολογείται ο Α.Φ στο
«Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»
Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις, τεχνικά, το ένα πάνω στο άλλο
Κι ύστερα νάρθει ο ήρωας να το ξεθεμελιώσει;
Και με νεκρό τον κόσμο των ανθών και των σωμάτων;
Η ποίηση είναι πανταχού παρούσα, ακόμα και όταν εμείς είμαστε απόντες. Μια δύναμη που εμπνέει, ωθεί και κάποτε, γιατί όχι, πυρακτώνει τα όνειρά μας. Τα όνειρά των δυνατών ανθρώπων , όπως γράφει ο Α.Φ. στο ποίημά του « Στον Π. Α. Σινόπουλο, χαιρετισμός»
Νάσαι καλά, ευυπόληπτε πολίτη.
Ο χρόνος είναι σύμμαχος στους δυνατούς
Κι η ποίηση στην αγκαλιά του χρόνου πάντα
Θα πει τον τελευταίο λόγο.
Και πράγματι η ποίηση θα πει τον τελευταίο λόγο, ακόμα και αν ο ποιητής είναι , φαινομενικά, απών όπως στο ποίημα
« Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα»
Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα
Φορώντας τα γιορτινά του
Στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας
Όταν γινόταν παρέλαση.
Η μυρωδιά της βενζίνης
Σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Τα θλιβερά απομεινάρια
Μιας καρδιάς που διαλύθηκε
Στα εξ ων συνετέθη.
Ήταν τρελός, είπε κάποιος
Διστάζοντας λιγάκι βέβαια μα το είπε.
Όχι, όχι, αγάπησε πολύ
Τον αντίκρουσε με βεβαιότητα
Μια κοντή με γυαλιά.
Που τέντωνε το κορμί της σαν τόξο για να δει.
Έτσι κάνουν συνήθως στην Ανατολή
Παρατήρησε ο διανοούμενος
Και κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση
Ανασηκώνοντας συνεχώς τα γυαλιά του
Και μια γριά Αμερικάνα
Oh, it’s fantastic, it’s fantastic
Ξεφώνιζε με ενθουσιασμό
Και τράβαγε αμέτρητες αναμνηστικές φωτογραφίες
Για τη μακρινή της πατρίδα
Κι ο μαχαλόμαγκας
Που βρέθηκε εντελώς συμπτωματικά
Και οπωσδήποτε έξω από τα νερά του
Ρε το μαλάκα, είπε
Και τράβηξε το δρόμο του
Αδιάφορος για τα περαιτέρω.
Με την αναμενόμενη εμφάνιση της αστυνομίας
Διαλύθηκαν όλοι στη στιγμή
Κι έμεινε μόνη μια γυναίκα
Που σπάραξε
Πάνω στη στάχτη.
Ο ποιητής
Που ήταν;
Σ’ αυτό το γεμάτο αγωνία ερώτημα, νομίζω ότι η απάντηση είναι μία και ιδιαίτερα ελπιδοφόρα:
Η ποίηση, πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο
Ναι λοιπόν και φυσικά δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η ποίηση , η εμπνευσμένη ποίηση, είναι αυτή που πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο. Έναν λόγο που θα αποκαλύπτει, θα καταγγέλλει, θα προτρέπει, θα παρηγορεί , θα εμπνέει, ακόμα κι αν ο ποιητής είναι μέσα στη φωτιά, ακόμα κι αν έγινε στάχτη, για να βάλει φωτιά στα όνειρά μας.
πάνω
στην ποιητική συλλογή
«Φρυκτωρίες»
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μαργαρίτα Αργυράκη
φιλόλογος
Η ψύχρα της νύχτας ήταν διαπεραστική, βασανιστική, ατελείωτη για τον φρουρό που αγρυπνά, με καρφωμένα τα μάτια του στο σκοτεινό ορίζοντα. Αγρυπνά και περιμένει. Περιμένει το φωτεινό σινιάλο του πυρσού που θα σημάνει το τέλος ,του δικού του μαρτυρίου και αλίμονο, την αρχή του μαρτυρίου του αφέντη του. Και ξάφνου, στην ησυχία της νύχτας, ακούγεται η φωνή του, μια κραυγή χαράς και ανακούφισης.
ὦ χαῖρε λαμπτήρ νυχτός, ω, σε χαιρετώ φλόγα της νύχτας,
ἡμερήσιον φάος πιφάσκων που μέσα στο σκοτάδι σαν φώς ημέρας
φαίνεσαι .
τά δεσποτῶν γάρ εὖ πεσόντα Γιατί, την καλή τύχη που έχουν οι αφέντες
θήσομαι. μου θα λογαριάσω δική μου,
τρίς ἕξ βαλούσης τῆσδέ μοι αφού τρεις φορές εξάρες μου έφερε, αυτό
φρυκτωρίας. Το φωτεινό σημάδι
Με αυτά λοιπόν τα φωτεινά σήματα, τις φρυκτωρίες, επέλεξε ο Αισχύλος στην Ορέστειά του, να αναγγείλει την επιστροφή του Αγαμέμνονα στο Άργος. Με τον ίδιο, φαινομενικά σιωπηλό, αλλά αλήθεια , τόσο εύγλωττο τρόπο, επέλεξε ο Ανδρέας Φουσκαρίνης να μεταδώσει τα φλογερά μηνύματα που φέρνουν τα ποιήματα της 3ης ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Φρυκτωρίες».Και λέω, φλογερά, γιατί ο Α.Φ. είναι ένας λογοτέχνης γνώμης, κριτικής, διαμαρτυρίας, αμφισβήτησης, ανατροπής. Τα ποιήματά του τόσο με το μεγάλο εύρος των θεμάτων τους ( κοινωνικοί θεσμοί, αντιλήψεις, ανθρώπινες συμπεριφορές, σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν. Όσο και με τον τρόπο που παρουσιάζονται ( το ύφος, την πεζολογικότητα του στίχου, την πληθώρα των πραγματολογικών στοιχείων που περιέχουν, τη γλώσσα τους), αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες των εμπεριστατωμένων γνώσεων του ποιητή και των κατασταλαγμένων απόψεών του.
ΟΙ «Φρυκτωρίες» του Α.Φ. απαρτίζονται από τρεις επί μέρους μικρότερες ενότητες ποιημάτων με τους τίτλους: Φρυκτωρίες, Νύχτες, Έρος λυσιμελής και παυσίλυπος. Πρόκειται ,στο σύνολό τους σχεδόν, για ποιήματα γνώμης, κριτικής, σχολιασμού που αφορούν σε πρόσωπα, καταστάσεις, απόψεις, συμπεριφορές, συναισθήματα.
Το ύφος των ποιημάτων είναι έντονα ειρωνικό και με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής
άλλοτε διακωμωδεί ,
όπως στο ποίημα « Ο κουμπάρος» ή στο ποίημα « Η νοικοκυρά
Ο χωρικός Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι Περήφανη
Και το ταγάρι παραμάσχαλα Για το πραγματικό μεγαλείο
Πήγε να δει το βουλευτή του της νοικοκυροσύνης της
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα Όλα ταχτοποιημένα στην
Στο πολυτελές του γραφείο εντέλεια
Της πλατείας Κολωνακίου Και με τάξη
………………………………….. ………………………………….
Άλλοτε πάλι του δίνεται η δυνατότητα να σαρκάσει,
Όπως στο ποίημα « Ο ξεναγός»
Ξέχασε ο δύστυχος
Ή τέλος πάντων δεν τον πληροφόρησε κανείς
Πως στη γειτονική Ιταλία
Δείχνουν πρώτα τα νέα
Και μάλιστα σε στύση
Κι ύστερα πάνε και στ’ αρχαία
Για ρέμβη κι ενδοσκόπηση
……………………………………..
ή
στο ποίημα « Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
Ευτυχώς που οι βόθροι
Αργούν να γεμίσουν ως πάνω
Αλλιώς
Τι θα γινόμαστε
Χωρίς
Βοθροκαθαριστές !
Συχνά, μ’ αυτό το έντονα ειρωνικό του ύφος αποδομεί
Όπως στο ποίημα « Τα προσωπεία»
Δώδεκα μασκαράδες
Φόρεσαν τα γιορτινά τους
Και βγήκαν αμέριμνοι στην αγορά
Χωρίς τις μάσκες τους
Τη μέρα της Αποκριάς
…………………………
ή στο ποίημα « Το σπίτι μου»
Το σπίτι μου βλέπει στη θάλασσα
Ανθισμένα τα πτώματα μαύρο το πέλαγος
Σκορπίζουν παντού τον ακάθιστο δείπνο
………………………………………………
Και άλλοτε , φτάνει μέχρι την ανατροπή
Όπως το ποίημα « Οδυσσέως απόλογος»
………………………………………………
Όμηρε πως το μπόρεσες
Να τον αφήσεις να σαπίσει
Στο ρημαγμένο του χωριό;
Τόση αλμύρα η θάλασσα
Δε λησμονιέται με τη σύνταξη
Στα λιανοχώραφα της νήσου του
Και στον οντά της ιμερτής αλόχου.
ή στο ποίημα « Έρως»
Έρως ανίκατε μάχαν!
Πόσες φορές νικήθηκε αρχαίε ποιητή;
Το ξέρεις;
Πόσες φορές επήρε λάθος δρόμο
Κι η μάχη έγινε αλλού
Στην πλήρη απουσία του;
Μελετώντας τον στίχο των ποιημάτων της συλλογής διαπιστώνουμε ότι είναι, κατά βάση ,πεζολογικός και διακρίνεται για την λιτότητά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται ακόμα και ελλειπτικός, αφού μία λέξη, αποτελεί έναν στίχο. Πρόκειται λοιπόν για έναν στίχο , κυριολεκτικά σπάραγμα που άλλοτε
με έμμεσο τρόπο καταγγέλλει
Όπως στο ποίημα « Το ντέρμπυ»
Το ντέρμπυ
Ήταν
Σκληρό
Τρεις
Νεκροί
Και ογδόντα
Τραυματίες
Ανακοίνωσε με θλίψη
Το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ
……………………………………………….
Και άλλοτε μοιάζει με κατηγορηματική δήλωση, όπως στο ποίημα
« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
………………….
Επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε εκείνα τα ποιήματα της συλλογής που ο ποιητής έχει επιλέξει να τα γράψει στο πρώτο πρόσωπο, στο εγώ, διαπιστώνουμε ότι, παρόλο τον χαμηλόφωνο και πολλές φορές εξομολογητικό τόνο τους, πλημμυρίζουν κυριολεκτικά από έντονα , κατά βάση, συναισθήματα. Συναισθήματα γνωστά ,που γεννιούνται στον καθένα από μας στη διάρκεια της ζωής του , σημάδι πως ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά την ανθρώπινη ψυχή.
Διακρίνουμε λοιπόν το πάθος και μάλιστα το ερωτικό, στο ποίημα
« Έρος λυσιμελής , απόσπασμα 3»
Σ’ αγαπώ
Σαν τη γύμνια του κορμιού μου
Την Άνοιξη
Σαν το κύμα που σκάει αφρίζοντας
Στα βράχια της πατρίδας μου
Τι μπορείς να μου πεις
Για το τέλος του ατέλειωτου πόνου
Το μεγάλο τραγούδι της Άνοιξης
Στο καταχείμωνο
Αστερόεσσα εσύ λαμπερή
Που δεν λες να μου δώσεις
Το σώμα σου;
Διακρίνουμε επίσης τον πόνο, ίσως την απελπισία, στο ποίημα « Σπουδές»
Που να πάω λοιπόν;
Πώς να κουνήσω τα πόδια μου
Αχρηστεμένα από το βάρος του Χρόνου;
Που η τρύπα να κρυφτώ;
Να λουφάξω, να χαθώ για πάντα από τα μάτια του κόσμου τούτου;
Όμως διακρίνουμε επίσης, και την αγωνία ,που συχνά στοιχειώνει τη ζωή μας.
στο ποίημα « Ρόπτρα»
……………………………………
Ένα είναι το ρόπτρο που αγαπώ: το αερόστατο
Όταν απογειώνεται
Παίρνει μαζί του και το σπίτι
Και σ’ ελευθερώνει
Αντίθετα
Η κεφαλή της μέδουσας
Φοβάμαι
Μήπως πετρώσει τα όνειρά μου.
Διακρίνουμε, ακόμα, την τρυφερότητα, αυτό το αίσθημα που συχνά, ενσταλάζεται τόσο καταπραϋντικά στις ανασφάλειές μας
στο ποίημα
« Έρος παυσίλυπος, απόσπασμα 4»
Έλα τώρα γλυκιά μελωδία
Να ανθίσεις εξαίσια
Στα κόκκινα χείλη της αγαπημένης
Που κοιμάται ντυμένη
Το λευκό μεγαλείο του έρωτα
Αγκαλιά με τρελές ανεμώνες.
Όμως, άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, διακρίνουμε ακόμα και την απογοήτευση, συναίσθημα τόσο συχνό πλέον στη ζωή μας,
στο ποίημα «Ταξίδι»
Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
Και μπήκαμε στη μαύρη θάλασσα
Να ταξιδέψουμε σε χώρες λωτοφάγων
Καράβια δίχως γυρισμό
Δεν ξέρω που φτάσαμε
-ή αν φτάσαμε. Δεν έχει σημασία-
………………………………………
Εξετάζοντας, τώρα, πιο ειδικά το περιεχόμενο των ποιημάτων της συλλογής «Φρυκτωρίες», διαπιστώνουμε ότι στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν μια σειρά θεσμοί που πάνω τους χτίζεται η κοινωνία μας. Πρόκειται ,αρχικά, για την πολιτική και τους παντός είδους υπηρέτες της. Ο ποιητής αναφερόμενος σ’ αυτούς στα ποιήματά του ,τους παρουσιάζει να πρωταγωνιστούν σε ποικίλους ρόλους , με ποικίλες μορφές. Πρόκειται για τους ηγήτορες, τους βοθροκαθαριστές, τον κουμπάρο- βουλευτή, το φαμφαρόνο πολιτικό, τη νομάρχη που μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής αλλά και τον γέρο πρώην αντιρρησία, τον τραμπούκο, τους καταληψίες, τον εύελπη.
Αντικείμενο της κριτικής του γίνεται και η παιδεία, όπως επίσης και ο θεσμός της οικογένειας
Ακόμα , μελετώντας τον άνθρωπο, στο στόχαστρό του μπαίνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές που καθορίζουν και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Επίσης ,αρκετά φαίνεται να τον απασχολεί ,η σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν.
Οι διαπιστώσεις που αποκομίζει από την ποιητική ενασχόληση με όλα αυτά, σίγουρα, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Γι’ αυτό ,άλλωστε, εκπέμπει τα φωτεινά και , γιατί όχι, αφυπνιστικά του μηνύματα.
Με οργή, άλλοτε κρυμμένη και άλλοτε φανερή αλλά και με έντονα, σαρκαστική διάθεση αποκαλύπτει:
Αρχικά την υποκρισία που κυριαρχεί παντού
Την υποκρισία στην πολιτική,
Όπως στο ποίημα «Ο κουμπάρος» ,
…………………………………………….
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμα
Την υποκρισία που κυριαρχεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας θα λέγαμε.
όπως στο ποίημα « Η απόφαση»
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Η πόρνη
Αποφάσισε
Να σταματήσει
Το ατελείωτο πέρα δώθε
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Το ξανάρχισε
Με τον ίδιο ρυθμό
Και στο ίδιο σημείο ακριβώς.
Για να τη βρίσκουν οι πελάτες της, είπε.
…………………………………………….
Παράλληλα στηλιτεύει το συντηρητισμό και την ψευτοηθική τόσο των θεσμών και των ιδεών, όσο και των προσώπων.
Όπως στο ποίημα « Δείχτε μας κάτι»
Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
Να χαρούν
Κι οι παρθένες οι άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
Ή στο ποίημα «Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
……………………………………………………………………
Η ατμόσφαιρα αποπνικτική
Και μυσαρή έως θανάτου
Το λευκό της αγνότητας
Χάθηκε ανεπιστρεπτί
Είπε ο γυμνασιάρχης
Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του με αποστροφή.
Αυτή την εμμονή στη στηλίτευση της ψευτοηθικής διακρίνουμε
Και στο ποίημα «« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
Είπε ο πατέρας τους με στόμφο, εσείς
Τραβάτε το δρόμο της απωλείας.
Την άλλη μέρα το πρωί
Τον βρήκαν στο κρεβάτι
Αγκαλιά
Με τη φιλάσθενη κόρη του
…………………………….
Έντονα σαρκαστικός, καυτηριάζει επίσης την κομπορρημοσύνη, και τον φανφαρονισμό , ιδιαίτερα προσφιλή για κάποιους.
όπως στο ποίημα
«Τα λόγια του πολιτικού»
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους
Κανείς δε θα τα θυμηθεί ποτέ!
………………………………….
Καταγγέλλει επίσης με ένταση, την παντελή έλλειψη ιδανικών και στόχων που συχνά χαρακτηρίζει θεσμούς και πρόσωπα.
Όπως στο ποίημα « Η κατάληψη»
Όπου αρχικά διαπιστώνεται ότι:
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
……………………………………………………………
Για να καταλήξει
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Από το στόχαστρο της κριτικής του δεν ξεφεύγει επίσης ο τυχοδιωκτισμός και η μηδενική διορατικότητα των παντός είδους ηγητόρων.
Όπως στο ποίημα « Η συγκέντρωση»
Η συγκέντρωση Οι ηγήτορες όμως
Ήταν Ενθουσιασμένοι
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή Δεν πρόσεξαν διόλου
Δύο χιλιάδες φοιτητές Την πλημμυρίδα
Και πεντακόσιοι οικοδόμοι Που τους σάρωσε
Τα έκαναν όλα Μέρα μεσημέρι
Γυαλιά καρφιά
Ο Α.Φ, με ιδιαίτερη ευαισθησία, θέτει στο κέντρο της ποιητικής ματιάς του τον άνθρωπο. Ανήσυχος, τον παρακολουθεί να γίνεται όλο και περισσότερο ατομιστής, αδιάφορος για όσα συμβαίνουν γύρω του , όπως στο ποίημα « Στο ρυθμό του ντίσκο»
Ο κρεμασμένος
Θλιβερός αυτόχειρας μιας ταραγμένης εποχής
Κουνούσε πέρα δώθε το κορμί του
Σαν εκκρεμές. Δύο βήματα πιο πέρα
Χιλιάδες νεαροί κουνιόντουσαν επίσης
Στο ρυθμό του ντίσκο σαν εκκρεμή.
Η συναυλία δινόταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
…………………………………………………………..
Συχνά, βλέπει τον άνθρωπο να ευτελίζεται και να γελοιοποιείται
όπως στο ποίημα « Στον ιππόδρομο»
Στο Φαληρικό Δέλτα Να μην τους χάσουμε παιδιά
Δεν υπήρχαν πια Αποτελούν το γραφικό στοιχείο μας
Άλλα περιθώρια Μια κάποια ατραξιόν ας πούμε
Σοβαρού κέρδους Ενδιαφέρουσα κι ελκυστική
Για αυτούς που ωρύονταν Για τα ατημέλητα στίφη των επισκεπτών
Τετάρτη και Σάββατο μας.
Μπροστά στα άδεια ταμεία
Του Ιπποδρόμου
Τον εξοργίζει όταν τον παρακολουθεί να συναλλάσσεται παντοιοτρόπως και με κάθε τίμημα όπως στο ποίημα « Το σκώμμα»
Τα άλματα ξέρεις, είναι για τους σαλτιμπάγκους
Για όσους έχουν τη δύναμη, την αντοχή, την άνεση
Να συνδιαλέγονται με όλους και για όλα
Μα πρώτα πρώτα πρέπει
Να τα’ χεις καλά με τον εαυτό σου
Αυτό μετράει τελικά.
Συχνά ,συγκλονισμένος, βλέπει τον άνθρωπο, ακόμα και να αυτοενεχειριάζεται ανυποψίαστος, ίσως,
όπως στο ποίημα « Το άλογο»
Το άλογο είναι υπερήφανο ζώο
Δέχεται το χαλινάρι και υπηρετεί
Το αφεντικό του
Με συγκατάβαση και παραδοχή.
Ο άνθρωπος είναι κι αυτός υπερήφανο ζώο,
Κατασκευάζει ο ίδιος τα χαλινάρια του
Και τα προσαρμόζει με επιτυχία
στον εαυτό του.
Από την ανατρεπτική ματιά του Α.Φ. δεν ξεφεύγει ούτε, η εν πολλοίς κυρίαρχη τάση, εξωραϊσμού και εξιδανίκευσης του ιστορικού μας παρελθόντος και δη του αρχαιοελληνικού. Η εντελώς στείρα, επιφανειακή και πολλές φορές ανιστόρητη, προσέγγισή του. Γι’ αυτό και στο ποίημά « Τρεις χιλιάδες χρόνια», με σημείο αναφοράς την ακρόπολη των Μυκηνών αρχικά επισημαίνει:
Το αίμα των σκλάβων που έλιωσαν εδώ
Τριγυρίζει σαν έρημο πουλί
Και ζητάει εκδίκηση
Και αποφασισμένος, δηλώνει κατηγορηματικά:
Τούτη την πύλη
Που μάτωσε τόσες φορές στους αιώνες
Τούτη την πύλη
Που πέτρωσε τόσες φορές τη ζωή
Τούτη την πύλη
Τη μίσησα
Δεν θα διαβώ
Το κατώφλι της
Πιά.
Φυσικά, μέσα στις «Φρυκτωρίες»κυριαρχικός είναι ο ρόλος της Τέχνης της Ποιήσεως, αφού, έμμεσα ή άμεσα, σ’ αυτήν αναφέρονται τέσσερα από τα ποιήματα της συλλογής.
Η ποίηση ,κατά τον Α.Φ. αντανακλά, κάθε φορά, όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στη ζωή. Είναι ο καθρέφτης τους, όπως διαπιστώνεται
στο ποίημα « Φθινοπωρινό»
Σκόρπιοι και οι στίχοι μας, σκόρπιοι
Χαράγματα πάνω σε θρυμματισμένα μάρμαρα.
Χαράζουν την άσπρη γραμμή της ζωής.
Χαράζουν τη μαύρη γραμμή του θανάτου.
Η ποίηση λοιπόν, είναι συνοδοιπόρος του ανθρώπου στη ζωή και στο θάνατο. Καταστάλαγμα εμπειρίας, πνευματικού και ψυχικού μόχθου, κατάθεση ψυχής του ποιητή . Του ποιητή, που με πόνο, με αγωνία βιώνει την πραγματικότητα και την μετουσιώνει σε τέχνη, όπως μας εξομολογείται ο Α.Φ στο
«Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»
Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις, τεχνικά, το ένα πάνω στο άλλο
Κι ύστερα νάρθει ο ήρωας να το ξεθεμελιώσει;
Και με νεκρό τον κόσμο των ανθών και των σωμάτων;
Η ποίηση είναι πανταχού παρούσα, ακόμα και όταν εμείς είμαστε απόντες. Μια δύναμη που εμπνέει, ωθεί και κάποτε, γιατί όχι, πυρακτώνει τα όνειρά μας. Τα όνειρά των δυνατών ανθρώπων , όπως γράφει ο Α.Φ. στο ποίημά του « Στον Π. Α. Σινόπουλο, χαιρετισμός»
Νάσαι καλά, ευυπόληπτε πολίτη.
Ο χρόνος είναι σύμμαχος στους δυνατούς
Κι η ποίηση στην αγκαλιά του χρόνου πάντα
Θα πει τον τελευταίο λόγο.
Και πράγματι η ποίηση θα πει τον τελευταίο λόγο, ακόμα και αν ο ποιητής είναι , φαινομενικά, απών όπως στο ποίημα
« Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα»
Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα
Φορώντας τα γιορτινά του
Στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας
Όταν γινόταν παρέλαση.
Η μυρωδιά της βενζίνης
Σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Τα θλιβερά απομεινάρια
Μιας καρδιάς που διαλύθηκε
Στα εξ ων συνετέθη.
Ήταν τρελός, είπε κάποιος
Διστάζοντας λιγάκι βέβαια μα το είπε.
Όχι, όχι, αγάπησε πολύ
Τον αντίκρουσε με βεβαιότητα
Μια κοντή με γυαλιά.
Που τέντωνε το κορμί της σαν τόξο για να δει.
Έτσι κάνουν συνήθως στην Ανατολή
Παρατήρησε ο διανοούμενος
Και κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση
Ανασηκώνοντας συνεχώς τα γυαλιά του
Και μια γριά Αμερικάνα
Oh, it’s fantastic, it’s fantastic
Ξεφώνιζε με ενθουσιασμό
Και τράβαγε αμέτρητες αναμνηστικές φωτογραφίες
Για τη μακρινή της πατρίδα
Κι ο μαχαλόμαγκας
Που βρέθηκε εντελώς συμπτωματικά
Και οπωσδήποτε έξω από τα νερά του
Ρε το μαλάκα, είπε
Και τράβηξε το δρόμο του
Αδιάφορος για τα περαιτέρω.
Με την αναμενόμενη εμφάνιση της αστυνομίας
Διαλύθηκαν όλοι στη στιγμή
Κι έμεινε μόνη μια γυναίκα
Που σπάραξε
Πάνω στη στάχτη.
Ο ποιητής
Που ήταν;
Σ’ αυτό το γεμάτο αγωνία ερώτημα, νομίζω ότι η απάντηση είναι μία και ιδιαίτερα ελπιδοφόρα:
Η ποίηση, πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο
Ναι λοιπόν και φυσικά δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η ποίηση , η εμπνευσμένη ποίηση, είναι αυτή που πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο. Έναν λόγο που θα αποκαλύπτει, θα καταγγέλλει, θα προτρέπει, θα παρηγορεί , θα εμπνέει, ακόμα κι αν ο ποιητής είναι μέσα στη φωτιά, ακόμα κι αν έγινε στάχτη, για να βάλει φωτιά στα όνειρά μας.
Από τις Φρυκτωρίες στις ανεμογεννήτριες. Η ανατρεπτική ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Της Ζωής Θ. Σπυροπούλου
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση έλαβα την τελευταία (3η) ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Φρυκτωρίες» του καταξιωμένου Ηλείου φιλόλογου και Ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη. Το βιβλίο εξεδόθη το 2010 σε μια καλαίσθητη έκδοση από το «Βιβλιοπανόραμα» του εκδότη Γιώργου Δημητρόπουλου στην Αμαλιάδα –ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένου με το έργο των Ηλείων Λογοτεχνών- με την Λογοτεχνική επιμέλεια του εκλεκτού συμπατριώτη Λογοτέχνη Λεωνίδα Καρνάρου…
Ποίηση γράφουν πολλοί. Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που συγκαταλέγονται ανάμεσα εις τους την ελληνικήν γλώσσαν και παιδείαν κατέχοντες και μετέχοντες. Πιστεύω ότι ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βρίσκεται στην ωριμότερη περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας. Κατέχει το λόγο.
Φλογερά μηνύματα ήταν οι φρυκτωρίες των αρχαίων Ελλήνων, φλογερά μηνύματα μας φέρνουν τα ποιήματα της συλλογής του Α. Φ. την εποχή της πνευματικής στέγνιας, της χρεωκοπίας των ιδεολογιών, την εποχή του διαδικτύου και του μοναχικού, ηλεκτρονικού πολιτισμού μας. Καθένα από τα ποιήματα είναι κι ένα φλογερό μήνυμα. Ο ποιητής ζει μέσα στον κόσμο με τις κεραίες του εν εγρηγόρσει. Παρατηρεί, διαπιστώνει, συμμετέχει, συμπάσχει. Ψάχνει να βρει και ν’ αναστήσει τα χαμένα σύμβολα:
…Και ο Δον Κιχώτης
Απόκοσμος και αλλοπρόσαλλος
Χωρίς το σύντροφο και υποτακτικό του Σάντσο
Δεν βρίσκει πια τους ανεμόμυλους στη θέση τους.
Αντικαταστάθηκαν
Οριστικά και αμετάκλητα
Από ηλεκτροκίνητους
Γερμανικούς.
«Ο τετραγωνισμός του κύκλου»
Καραδοκούν άλλωστε τόσοι και τόσοι ξένοι και ημεδαποί επενδυτές ν’ αντικαταστήσουν, με το αζημίωτο, τους παρωχημένους και πεπαλαιωμένους ανεμόμυλους. ΄Όλα τα προσεγγίζει η ευαίσθητη γραφίδα του ποιητή:
…Τις παρθένες τις άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις μακριές προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
«Δείχτε μας κάτι»
Η νοικοκυρά
Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Περήφανη
Για το πραγματικό μεγαλείο
Της νοικοκυροσύνης της.
΄Όλα ταχτοποιημένα στην εντέλεια στο σπίτι
Και με τάξη.
Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι της
Είδε πως ξέχασε το δίχτυ με τα ψώνια
Στη γκαρσονιέρα του γηραιού της φίλου…
(απόσπασμα)
Ο ποιητής όντας ο ίδιος μάχιμος εκπαιδευτικός παραστέκεται με θλίψη και συμπόνοια στο παιδί, τη φύτρα του τόπου μας, στις καθιερωμένες πλέον καταλήψεις του ετοιμόρροπου οικοδομήματος της Νεοελληνικής μας Παιδείας:
Η κατάληψη
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική.
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
Και δίδαγμα μέγιστο για τις επερχόμενες γενιές
Επαναστατικής τακτικής.
Το αποτέλεσμα
Ήταν το αναμενόμενο
Και αρκούντως θεαματικό.
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Έτσι σαν εμφανίστηκε η μπουλντόζα
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε
Όπως σε άλλες περιστάσεις…
(Απόσπασμα)
Ζητάει βοήθεια από το Γουτεμβέργιο!
…Σπούδασα σε ανήλιαγες αίθουσες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες.
Τόσα χειρόγραφα μελέτησα
Κι ο Γουτεμβέργιος
Καβαλάρης των αιώνων ατίθασος
Οι αίθουσες όμως ανήλιαγες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες
Σκοτεινά σπουδαστήρια της νιότης
Κι ο Γουτεμβέργιος
Μαύρες οπές στο σκοτάδι…
«Σπουδές» (Απόσπασμα)
Ακολουθεί τον παραπλανημένο ανθρωπάκο, τον κουμπάρο του βουλευτή, που την επαύριο των εκλογών έχει ξεχάσει την ύπαρξή του:
Ο κουμπάρος
Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας του Κολωνακίου.
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως.
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμη.
Αφουγκράζεται τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του πολιτικού. Κι αναζητεί τα ξεχασμένα λάβαρα στα βασίλεια του σκώρου.
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους.
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους.
Κανείς δεν θα τα θυμηθεί ποτέ!
Από τότε κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες
Και τα λάβαρα βρίσκονται κλεισμένα
Σε σκοτεινές αποθήκες
Στα βασίλεια του σκώρου
Για να θυμούνται οι μεταγενέστεροι
Το θλιβερό γεγονός που κατέστρεψε
Οριστικά και ανεπανόρθωτα
Την ηρεμία των ουρητηρίων
Της πλατείας Συντάγματος.
Στο προηγούμενο κριτικό σημείωμα (του Αντρέα Σκαμπαρδώνη) για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη διάβασα ότι η ποίησή του έχει στοιχεία από Καρυωτάκη. Δεν συμφωνώ. Ο Καρυωτάκης ήταν παρατημένος. Ο Φουσκαρίνης παλεύει, αντιτάσσεται, υπαινίσσεται με μια λεπτή, αδιόρατη ειρωνεία, σατιρίζει εύστοχα, λέει την αλήθεια, θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μα δεν αλλάζει ο κόσμος αν δεν αλλάξει ο άνθρωπος. Οι στίχοι του θυμίζουν το Γ. Νεγρεπόντη της μεταπολίτευσης, με τον «κλητήρα» και τις «μπομπονιέρες», τον Μπρεχτ και έχουν κάποια στοιχεία πίκρας και φιλοπατρίας από την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου.
Είμαι ευτυχής που υπάρχουν στον τόπο μου ποιητές σαν τον Α. Φ. , που συνεχίζουν την Ηλειακή παράδοση. Συνέχισε Ανδρέα! ΄Εχομε δρόμο ακόμη. Ο τόπος χρειάζεται και ποιητές, καιόμενους, όπως φανταζόταν ο μεγάλος Τάκης Σινόπουλος τον ρόλο του ποιητή: «Πάντα τον φανταζόμουνα να γράφει ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνεήδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του».
Αλλά και ο Ν. Εγγονόπουλος στην «Κοιλάδα με τους ροδώνες»:
«…Κι’ ο ποιητής πάντα έτοιμος,
το όπλον παρά πόδας,
να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει!»
Κλείνοντας κρίνω σκόπιμο ν’ αντιπαραβάλλω ένα ποίημα του Ανδρέα Φουσκαρίνη με μερικούς επίκαιρους υπαινικτικούς στίχους από την ωδή του Κάλβου:
Αι ευχαί
Καλύτερα καλύτερα
Διασκορπισμένοι οι ΄Ελληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες
Παρά προστάτας νάχωμεν.
Δεν με θαμβώνει πάθος
Κανένα. Εγώ την λύραν
Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
Σιμά εις του μνήματός μου
Τ’ ανοικτόν στόμα.
Α. Κάλβος
Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη
Γεννήθηκα στο βάθος μιας χαράδρας
Στην κόχη μιας ελιάς.
Μετατοπίστηκα μονάχα
Όσο μου ήταν απαραίτητο να ζήσω.
Τώρα σας χαιρετώ, δεν έχω τάφο
Ξύλινο ή μαρμαρένιο
Και λόγια σαν αυτά
Με την πνοή του αέρα
Διασχίζουνε το σύμπαν
Δίχως ειρμό και σκέψη’
Α. Φουσκαρίνης
Ζωή Θ. Σπυροπούλου
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση έλαβα την τελευταία (3η) ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Φρυκτωρίες» του καταξιωμένου Ηλείου φιλόλογου και Ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη. Το βιβλίο εξεδόθη το 2010 σε μια καλαίσθητη έκδοση από το «Βιβλιοπανόραμα» του εκδότη Γιώργου Δημητρόπουλου στην Αμαλιάδα –ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένου με το έργο των Ηλείων Λογοτεχνών- με την Λογοτεχνική επιμέλεια του εκλεκτού συμπατριώτη Λογοτέχνη Λεωνίδα Καρνάρου…
Ποίηση γράφουν πολλοί. Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που συγκαταλέγονται ανάμεσα εις τους την ελληνικήν γλώσσαν και παιδείαν κατέχοντες και μετέχοντες. Πιστεύω ότι ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βρίσκεται στην ωριμότερη περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας. Κατέχει το λόγο.
Φλογερά μηνύματα ήταν οι φρυκτωρίες των αρχαίων Ελλήνων, φλογερά μηνύματα μας φέρνουν τα ποιήματα της συλλογής του Α. Φ. την εποχή της πνευματικής στέγνιας, της χρεωκοπίας των ιδεολογιών, την εποχή του διαδικτύου και του μοναχικού, ηλεκτρονικού πολιτισμού μας. Καθένα από τα ποιήματα είναι κι ένα φλογερό μήνυμα. Ο ποιητής ζει μέσα στον κόσμο με τις κεραίες του εν εγρηγόρσει. Παρατηρεί, διαπιστώνει, συμμετέχει, συμπάσχει. Ψάχνει να βρει και ν’ αναστήσει τα χαμένα σύμβολα:
…Και ο Δον Κιχώτης
Απόκοσμος και αλλοπρόσαλλος
Χωρίς το σύντροφο και υποτακτικό του Σάντσο
Δεν βρίσκει πια τους ανεμόμυλους στη θέση τους.
Αντικαταστάθηκαν
Οριστικά και αμετάκλητα
Από ηλεκτροκίνητους
Γερμανικούς.
«Ο τετραγωνισμός του κύκλου»
Καραδοκούν άλλωστε τόσοι και τόσοι ξένοι και ημεδαποί επενδυτές ν’ αντικαταστήσουν, με το αζημίωτο, τους παρωχημένους και πεπαλαιωμένους ανεμόμυλους. ΄Όλα τα προσεγγίζει η ευαίσθητη γραφίδα του ποιητή:
…Τις παρθένες τις άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις μακριές προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
«Δείχτε μας κάτι»
Η νοικοκυρά
Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Περήφανη
Για το πραγματικό μεγαλείο
Της νοικοκυροσύνης της.
΄Όλα ταχτοποιημένα στην εντέλεια στο σπίτι
Και με τάξη.
Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι της
Είδε πως ξέχασε το δίχτυ με τα ψώνια
Στη γκαρσονιέρα του γηραιού της φίλου…
(απόσπασμα)
Ο ποιητής όντας ο ίδιος μάχιμος εκπαιδευτικός παραστέκεται με θλίψη και συμπόνοια στο παιδί, τη φύτρα του τόπου μας, στις καθιερωμένες πλέον καταλήψεις του ετοιμόρροπου οικοδομήματος της Νεοελληνικής μας Παιδείας:
Η κατάληψη
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική.
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
Και δίδαγμα μέγιστο για τις επερχόμενες γενιές
Επαναστατικής τακτικής.
Το αποτέλεσμα
Ήταν το αναμενόμενο
Και αρκούντως θεαματικό.
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Έτσι σαν εμφανίστηκε η μπουλντόζα
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε
Όπως σε άλλες περιστάσεις…
(Απόσπασμα)
Ζητάει βοήθεια από το Γουτεμβέργιο!
…Σπούδασα σε ανήλιαγες αίθουσες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες.
Τόσα χειρόγραφα μελέτησα
Κι ο Γουτεμβέργιος
Καβαλάρης των αιώνων ατίθασος
Οι αίθουσες όμως ανήλιαγες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες
Σκοτεινά σπουδαστήρια της νιότης
Κι ο Γουτεμβέργιος
Μαύρες οπές στο σκοτάδι…
«Σπουδές» (Απόσπασμα)
Ακολουθεί τον παραπλανημένο ανθρωπάκο, τον κουμπάρο του βουλευτή, που την επαύριο των εκλογών έχει ξεχάσει την ύπαρξή του:
Ο κουμπάρος
Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας του Κολωνακίου.
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως.
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμη.
Αφουγκράζεται τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του πολιτικού. Κι αναζητεί τα ξεχασμένα λάβαρα στα βασίλεια του σκώρου.
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους.
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους.
Κανείς δεν θα τα θυμηθεί ποτέ!
Από τότε κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες
Και τα λάβαρα βρίσκονται κλεισμένα
Σε σκοτεινές αποθήκες
Στα βασίλεια του σκώρου
Για να θυμούνται οι μεταγενέστεροι
Το θλιβερό γεγονός που κατέστρεψε
Οριστικά και ανεπανόρθωτα
Την ηρεμία των ουρητηρίων
Της πλατείας Συντάγματος.
Στο προηγούμενο κριτικό σημείωμα (του Αντρέα Σκαμπαρδώνη) για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη διάβασα ότι η ποίησή του έχει στοιχεία από Καρυωτάκη. Δεν συμφωνώ. Ο Καρυωτάκης ήταν παρατημένος. Ο Φουσκαρίνης παλεύει, αντιτάσσεται, υπαινίσσεται με μια λεπτή, αδιόρατη ειρωνεία, σατιρίζει εύστοχα, λέει την αλήθεια, θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μα δεν αλλάζει ο κόσμος αν δεν αλλάξει ο άνθρωπος. Οι στίχοι του θυμίζουν το Γ. Νεγρεπόντη της μεταπολίτευσης, με τον «κλητήρα» και τις «μπομπονιέρες», τον Μπρεχτ και έχουν κάποια στοιχεία πίκρας και φιλοπατρίας από την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου.
Είμαι ευτυχής που υπάρχουν στον τόπο μου ποιητές σαν τον Α. Φ. , που συνεχίζουν την Ηλειακή παράδοση. Συνέχισε Ανδρέα! ΄Εχομε δρόμο ακόμη. Ο τόπος χρειάζεται και ποιητές, καιόμενους, όπως φανταζόταν ο μεγάλος Τάκης Σινόπουλος τον ρόλο του ποιητή: «Πάντα τον φανταζόμουνα να γράφει ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνεήδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του».
Αλλά και ο Ν. Εγγονόπουλος στην «Κοιλάδα με τους ροδώνες»:
«…Κι’ ο ποιητής πάντα έτοιμος,
το όπλον παρά πόδας,
να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει!»
Κλείνοντας κρίνω σκόπιμο ν’ αντιπαραβάλλω ένα ποίημα του Ανδρέα Φουσκαρίνη με μερικούς επίκαιρους υπαινικτικούς στίχους από την ωδή του Κάλβου:
Αι ευχαί
Καλύτερα καλύτερα
Διασκορπισμένοι οι ΄Ελληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες
Παρά προστάτας νάχωμεν.
Δεν με θαμβώνει πάθος
Κανένα. Εγώ την λύραν
Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
Σιμά εις του μνήματός μου
Τ’ ανοικτόν στόμα.
Α. Κάλβος
Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη
Γεννήθηκα στο βάθος μιας χαράδρας
Στην κόχη μιας ελιάς.
Μετατοπίστηκα μονάχα
Όσο μου ήταν απαραίτητο να ζήσω.
Τώρα σας χαιρετώ, δεν έχω τάφο
Ξύλινο ή μαρμαρένιο
Και λόγια σαν αυτά
Με την πνοή του αέρα
Διασχίζουνε το σύμπαν
Δίχως ειρμό και σκέψη’
Α. Φουσκαρίνης
Ζωή Θ. Σπυροπούλου
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010
Τρεις λαϊκές ιστορίες
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Τούτες οι τρεις ιστορίες που θα ιστορηθούν στη συνέχεια από εμένα ακούστηκαν μια νύχτα στη Γλαρέντζα, τη διάσημη αυτή πόλη του μεσαίωνα που ανιστόρητοι και ανόητοι πολιτικοί ονόμασαν Κυλλήνη, σε μια καλύβα στην ακροθαλασσιά από το στόμα ενός ντόπιου γέρου συγγενή μου που οι μνήμες του ήταν βαθιά χωμένες στο μακρινό παρελθόν του τόπου του.
Ειπώθηκαν με τέτοια ζεστασιά, με τέτοιο πάθος και με τόση πίστη στην αλήθεια που κουβαλούσαν μέσα τους που και εκείνος που τις υπογράφει εδώ τις πίστεψε κι ο ίδιος κι έτσι δεν θέλησε ν’ αλλάξει ούτε μία λέξη και δεν επέτρεψε στην πέννα του παρά μόνο κάποιες μικρότατες επεμβάσεις για την καλύτερη και πληρέστερη κατανόησή τους. Ούτε πάλι θέλησε να ανατρέξει σε άλλες πηγές για να διασταυρώσει το περιεχόμενό τους ή για να βεβαιωθεί για την πρωτοτυπία τους. Ειδικά αυτό του ήταν ολότελα αδιάφορο. ΄Αλλωστε εκείνο που θέλησε να δώσει πρώτα- πρώτα ήταν το αφηγηματικό πάθος και η παραστατικότητα της διήγησης του γέρου που σήμερα, δυστυχώς, δεν ζει πια!
Φυσικά μπορεί να είναι και από αλλού γνωστές από άλλους μελετητές του λαϊκού αφηγηματικού μας λόγου, άγνωστες όμως σε μία πολύ μεγάλη ανθρώπινη μερίδα, τη νεολαία. Και ίσως αυτό να τους δίνει μια πρόσθετη αξία. Ο λαός βέβαια στην πλειονότητά του δεν τις αγνοεί αφού ο ίδιος είναι ο δημιουργός του, οι νεώτεροι όμως που μέρα με τη μέρα ξεκόβονται απ’ την παράδοση κάποτε θα πρέπει να μάθουν και να νιώσουν ως τα βάθη της ψυχής τους το λαϊκό μας πολιτισμό για να μπορέσουν να επιβιώσουν στους δύσκολους καιρούς που έρχονται στο μέλλον.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο γέρος εκείνη τη νύχτα παρά το κρασί που έρεε αφειδώλευτα δεν έπλαθε εικόνες και σκηνές του παρελθόντος με τη φαντασία του αλλά διηγιόταν πεντακάθαρα με πίστη και αφέλεια παιδική κομμάτια της λαϊκής μας ιστορίας όπως τα είχε ακούσει κι ο ίδιος από τους μεγαλύτερους στα παιδικά του χρόνια. ΄Ετσι μας είπε πολλά, γιατί δεν ήμουν μόνος, για τις παλιότερες εποχές, για τους ανθρώπους που ζούσαν στην Ηλεία, για τη ζωή τους, την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. ΄Όμως σήμερα εδώ θα σας παρουσιάσω μόνο τις τρεις αυτές ιστορίες γιατί αυτές ήταν που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα και με έκαναν να καταλάβω τι σημαίνει πραγματική αφήγηση, αβίαστη και φυσική.
Ο Κωνσταντής της πρώτης ιστορίας δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που η μνήμη του στην περιοχή δε λέει να σβήσει μια και έδρασε εδώ κάποιο χρονικό διάστημα της ζωής του προτού ντυθεί την αιματοστάλαχτη πορφύρα του, όταν πήρε τον τόπο προίκα μαζί με τη γυναίκα του τη Θεοδώρα Τόκκου. Η δεύτερη ιστορία έχει μέσα της μπλεγμένες βυζαντινές και βενετσιάνικες μνήμες με στιγμές της Ελληνικής επανάστασης, ενώ η Τρίτη αναφέρεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός της επανάστασης του 1821 που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Και στις τρεις ιστορίες, όπως και σε πολλές άλλες, μέγας εχθρός είναι ο Τούρκος ακόμα κι αν αυτό είναι ιστορικά αδύνατο.
Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι στην περιοχή αυτή της Ηλείας ζουν ακόμα δεκάδες παραδόσεις με σπουδαιότερες εκείνες που αναφέρονται στο ανήλιαγο βασιλόπουλο ή στις δύο αδελφές των κάστρων που την έκανε ο Καρκαβίτσας διήγημα. Το βασιλόπουλο, όταν γεννήθηκε, το μοίραναν βάσκανες μοίρες και κακές να μην το δει ποτέ ο ήλιος γιατί θα πέθαινε. ΄Ετσι, για να βλέπει την αγαπημένη του πήγαινε κάθε νύχτα με το χρυσό του άρμα απ’ τη Γλαρέντζα στην Παλιόπολη από ένα υπόγειο δρόμο που άνοιξαν για χάρη του οι υπήκοοί του. Κάποια νύχτα όμως ξεχάστηκε κι αυτό ήταν μοιραίο: ο ήλιος τον βρήκε το γλυκοχάραμα στην αγκαλιά της αγαπημένης του και του πήρε ανελέητα τη ζωή.
Θα έπρεπε κάποτε όλες αυτές οι παραδόσεις και ιστορίες, που βρίσκονται σκόρπιες εδώ κι εκεί και που ζουν ακόμη ζωντανές στη μνήμη των γεροντότερων, να συγκεντρωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο και να εκδοθούν όλες μαζί γιατί αυτό θα σήμαινε από τη μια τη δίκαιη αναγνώριση που χρωστάμε όλοι μας στη λαϊκή ιστορική σκέψη και ζωή κι από την άλλη θα έδινε τη δυνατότητα στους μελετητές αλλά και σ’ εμάς τους ίδιους να βρούμε τη λαϊκή σκέψη συγκεντρωμένη και να τη νιώσουμε καλύτερα γιατί κάθε μέρα που περνάει μας πάει όλο και πιο μακριά της. Είναι σχεδόν βέβαιο, σύμφωνα και με την επικρατούσα άποψη στην επιστήμη, ότι πίσω από κάθε λαϊκή διήγηση κρύβεται και κάποιο ιστορικό γεγονός που έφτασε με αυτό τον τρόπο σ’ εμάς. Εξάλλου είναι γνωστή η πίστη του λαού στις παραδόσεις που ο ίδιος έπλασε στο διάβα των αιώνων με οδηγούς λαμπρούς τη φαντασία, το όνειρο και την ιστορική πραγματικότητα όπως διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια του ή πολλές φορές όπως θα ήθελε να διαδραματίζεται πραγματικά, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο ή τον πόθο για μια λεύτερη και αδέσμευτη ζωή. ΄Ετσι όλες σχεδόν συγκλίνουν στην αιώνια διαμάχη με τους πιο μακροχρόνιους κατακτητές που αντικαθιστούν πολλές φορές και όλους τους προηγούμενους εχθρούς κι όλες δίνουν σύμβολα και λύσεις σε μια μελλοντική επαναστατική πραγματικότητα.
Οι κάτοικοι του Κάμπου λοιπόν ποτέ δε μπορούν να ξεχάσουν τις χρυσές καμπάνες της Αγίας Σοφίας του Θεού που βρίσκονται βαθιά θαμμένες κάπου στην Ανδραβίδα κι ας μην υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα γιατί ο χρυσός είναι άχρηστο μέταλλο σε αυτή την περίπτωση αφού δεν χτυπάει όπως ο χαλκός ή τα κράματα και καρτερούν τον τυχερό που θα τις βρει. Τόσο πολύ πιστεύουν στην ύπαρξή τους μάλιστα που καταφέρονται συχνά κατά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που δεν επιτρέπει τις ανασκαφές για την ανεύρεσή τους!
Οι παραδόσεις είναι ο τρόπος ζωής ενός ολόκληρου λαού στο διάβα των αιώνων και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να τις στείλει ατιμώρητα στη λησμονιά. Τούτο θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που θα μπορούσε κάποιος να κάνει κατά της πατρίδας του.
Τέλος όμως στις θεωρίες κι ας δούμε επιτέλους τις τρεις ιστορίες γιατί αυτές έχουν σε τελευταία ανάλυση κάποια σημασία κι όχι όσα γράφω εγώ ή κάποιοι άλλοι.
Α΄
Η Μυρτώ, η αρραβωνιαστικιά του Κωνσταντή, λουζόταν στο ποτάμι, όπως το συνήθιζε άλλωστε καθημερινά, στο ποτάμι, πέρα στης Καλαμάτας τα μέρη. Τα ξανθά μαλλιά της έλαμπαν σαν χρυσάφι καθώς τα σκέπαζαν ολούθε οι αχτίδες του ήλιου και φώτιζαν τον τόπο ολόγυρα.
Δυο Τούρκοι μπέηδες περνούσαν από εκεί καβάλα στα φαριά τους. Την είδαν και την λιμπίστηκαν αμέσως. Μαγεύτηκαν με το θέαμα. Τα μάτια τους θάμπωσαν από τη θεϊκή ομορφιά που αντίκρισαν. Τυφλώθηκαν από την περίσσια λάμψη. Δεν είχαν ξαναδεί σε ολόκληρο το ντουνιά που γύριζαν μέχρι τότε τέτοια θεόπλαστη ομορφιά. «Μα τον Αλλάχ», σκέφτηκαν, «τέτοια ομορφιά δεν πρέπει να μείνει στα χέρια των Ρωμιών»!
Μείναν για λίγο ακίνητοι για ν’ απολαύσουν όσο περισσότερο μπορούσαν το θέαμα γεμάτοι περίσκεψη και θαυμασμό. Στο τέλος πήραν τη μεγάλη απόφαση. «Θα την πάρουμε μαζί μας», είπαν ο ένας στον άλλο και ορμούν αμέσως στο νερό και την κλέβουν δίχως δεύτερη σκέψη και με τη βία την πάνε στο κάστρο της Γλαρέντζας όπου και τη φυλάκισαν μέχρι να ενδώσει και να πει το ναι για να χαρούν, ο ένας απ’ τους δυο, ο πιο τυχερός, τα κάλλη της. Βέβαια, δεν λογάριασαν εκείνη τη στιγμή την αντίδραση, τη μάνητα του Κωνσταντή.
Το έμαθε γρήγορα εκείνος και γρήγορος σαν τον άνεμο κινάει με τρεις συντρόφους του για να γλυτώσει την κόρη από τα βέβηλα χέρια των εχθρών. Καβαλάρηδες τρανοί ως ήσαν διέσχισαν δίχως άργητα ποτάμια, κάμπους και βουνά και φτάνουν στη Γλαρέντζα. Βλέπουν πάνω στο κάστρο τη Μυρτώ να κόβει βόλτες ασταμάτητα με τα μάτια συνέχεια στο νοτιά, γεμάτα σπαραγμό και πίκρα. Ο Κωνσταντής μόλις την είδε δεν κρατήθηκε και της φώναξε γεμάτος από αγωνία και λαχτάρα: Μυρτώ μου, ζεις; «Κωνσταντή μου εσύ;» ξαφνιάστηκε η κόρη.
Δεν πρόλαβε να δευτερώσει το λόγο της η κόρη γιατί ο ένας από τους μπέηδες που δεν είχε κατορθώσει μέχρι τώρα να την κάνει να του ρίξει μια τρυφερή ματιά, όπως και ο άλλος άλλωστε, την έσπρωξε οργισμένος με ολόκληρη σχεδόν τη δύναμή του κι απ’ το μεγάλο κάστρο σωριάστηκε κομματιασμένο το θεϊκό κορμί στα πόδια του αγαπημένου της.
Μάνιασε ο Κωνσταντής σαν είδε το αποτρόπαιο το έγκλημα και βάζοντας στην άκρη τον πόνο του ρίχτηκε πάνω στο μπέη κι ανοίγει μάχη τρομερή μαζί του για να κερδίσει το άψυχο κορμί της αρραβωνιαστικιάς του και να το θάψει με τιμές βασιλικές στο Μιστρά. ΄Ιδια θεριά κι οι τρεις συντρόφοι του μάχονταν μαζί του με ολάκερη τη φρουρά του κάστρου για της πατρίδας την τιμή και της κυράς τους το νεκρό κορμί.
Φοβερή η μάχη, σκληρός ο πόλεμος κρατάει τρία μερόνυχτα δίχως ξανάσασμα και δεν λέει να τελειώσει. Τα χέρια τους είναι σαν παράλυτα πια, πιάστηκαν απ’ το πολύ το σφάξιμο. Ο Κωνσταντής όμως είναι ανελέητος. Δεν σταματάει ούτε στιγμή το σκοτωμό και ψάχνει με την αγριεμένη του ματιά στο τούρκικο λεφούσι να βρει το δολοφόνο, να τον εκδικηθεί για την αναίτια πράξη του. Κάποτε τον βλέπει κρυμμένο μέσα σ’ ένα τμήμα γενίτσαρων, φοβισμένο όσο ποτέ άλλη φορά μέχρι τώρα στη ζωή του και χύνεται πάνω του σαν αητός. Οι φρουροί του, μπρος στη μάνητα του Κωνσταντή, δεν αντέχουν για πολύ, σκορπίζουν ολόγυρα με τρόμο κι οι δυο αφεντάδες πιάνονται στα χέρια σαν όρνια μανιασμένα από την πείνα όταν βρεθούν πάνω από ένα ψοφίμι. Κάθε άλλη μάχη κόβεται στη στιγμή κι όλοι θωρούν με θαυμασμό την αντρειωμένη μάνητα, τη θεϊκή ανεμοζάλη. ΄Ωρες πιασμένοι πολεμούν, χιλιάδες τα χτυπήματα, το αίμα ποταμός κι όμως κανείς δεν πέφτει κατά γης, κάστρα κι οι δυο θεόκτιστα, βασιλικά. Ακούραστοι χτυπούν μα τέλος δεν βλέπει κανείς.
Ο ήλιος βρίσκεται πια στο τέρμα του, στο τέλος της τέταρτης ημέρας, έτοιμος να βουτήξει μαλακά για το νυχτερινό του μπάνιο πέρα κατά την Κεφαλονιά. Τότε με μια τρομερή σπαθιά ο Κωνσταντής κόβει στα δυο του μπέη το κορμί κι οι Τούρκοι όπου φύγει φύγει, κλείνονται σαν τρελοί απ’ την τρομάρα τους μέσα στο κάστρο. Τέτοιο πολεμιστή δεν είχαν δει ως τότε.
Ο Κωνσταντής δεν ήρθε όμως γι’ αυτούς κι αμίλητος μαζεύει από κάτω τα κομμάτια της Μυρτώς και με τους τρις συντρόφους του τραβάει για τον Μιστρά, το κάστρο το Θεόκτιστο, τη βάση της δύναμής του, για να κλάψει με δάκρυ πικρό της κόρης της θεόπλαστης τον άδικο χαμό. Κι οι Τούρκοι για μέρες πολλές δεν βγήκαν έξω από το κάστρο της Γλαρέντζας, γιατί ο τρόμος του Κωνσταντή, μην έρθει πίσω για γδικιωμό, τους πάγωνε τα μέλη.
Β΄
Οι Τούρκοι, αμέτρητο λεφούσι πολεμιστών και αμάχων, είχαν κλειστεί στο κάστρο της Γλαρέντζας, το άπαρτο με μάχη και με πόλεμο κανονικό. Μήνες πολλούς οι ΄Ελληνες τους πολιορκούσαν και τρόπο δεν εύρισκαν να τους νικήσουν και να το κυριεύσουν.
΄Εκαναν συμβούλιο λοιπόν το τι θα κάνουν όλοι οι αρχηγοί μαζί και πήραν την απόφαση να στείλουν λαγουμιτζή, να το τινάξει στον αέρα συθέμελα. Βρήκαν τεχνίτη μοναδικό στο είδος του, να φτιάχνει λαγούμια δυνατά, να βάνει φωτιά και να στέκεται παράμερα και να τα καμαρώνει την ώρα που τινάζονται κάστρα και άνθρωποι κομμάτια στον αέρα. Του ανέθεσαν το έργο και περίμεναν ανυπόμονοι για το αποτέλεσμα.
Εκείνος έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε, όμως το κάστρο αργεί να ανατιναχθεί κι οι ΄Ελληνες νομίζοντας πως τους πρόδωσε τον βρίζουν άνανδρο, δειλό και τιποτένιο. Στο τέλος, αφού άδικα καρτερούν την ανατίναξη που δεν γίνεται τον πιάνουν σαν προδότη και τον σκοτώνουν βάρβαρα κι απάνθρωπα για παραδειγματισμό. Σφιχτά του δένουν το ένα πόδι στο κατάρτι μιας γαλέρας και το άλλο σε μιας άλλης που άπονα ανοίγουν τα πανιά τους. Η μια τραβάει κατά το βοριά κι η άλλη προς το νότο.
Στα δυο σκίζεται το άμοιρο κορμί ενώ την ίδια στιγμή το κάστρο το αψηλό και τ’ άπαρτο δίχως δόλο και πονηριά γκρεμίζεται συθέμελα απ’ του λαγουμιτζή τη φοβερή φωτιά που άργησε ν’ ανάψει κι έτσι του πήρε τη ζωή, σαν να ήθελε να τον εκδικηθεί. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι πεσμένο καταγής κι ανθρώπου χέρι δεν το ξανάχτισε ποτέ κι ούτε θα το ξαναχτίσει για του παλικαριού τον άδικο χαμό απ’ των συντρόφων του το χέρι κι ας λέει η Ιστορία πως το γκρέμισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για να μην πέσει στων εχθρών τα χέρια και γίνει άπαρτο ορμητήριό τους.
Γ΄
΄Όταν άρχισε ο μεγάλος σηκωμός των Ελλήνων στα 1821 οι Τούρκοι για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι του καταπιεσμένου ραγιά κλείστηκαν μέσα στο κάστρο το Χλεμούτσι όπου ένιωθαν σχετική ασφάλεια και σιγουριά. Εκεί τους πολιορκούσαν για καιρό οι επαναστάτες, τους έσφιξαν από παντού με κάθε τρόπο, μα στάθηκε αδύνατον να τους βγάλουν έξω και να πάρουν δικό τους το κάστρο γιατί έφτασαν πολύ γρήγορα τα αρματωμένα σαν αστακοί στρατεύματα των πολεμοχαρών Τουρκαλβανών από το Λάλα και ανάγκασαν στη στιγμή τους πολιορκητές να λύσουν την πολιορκία και να διασκορπιστούν φοβισμένοι δεξιά κι αριστερά και να σωθούν. Μαζί τους σκορπίστηκαν κι οι Καστρινοί γιατί δεν έβλεπαν άλλο τρόπο για να γλυτώσουν το μαχαίρι των εχθρών.
Μια κόρη όμορφη σαν τα κρύα νερά που ζούσε τότε στο Κάστρο τόσο πολύ τρομοκρατήθηκε από την αγριότητα των νεοφερμένων που κρύφτηκε μέσα στα βάτα σαν θήραμα και από εκεί έβλεπε τα πάντα καθημερινά. Εκεί έμενε συνεχώς κρυμμένη και τη νύχτα έβγαινε για φαγητό, να ξεγελάσει καλύτερα την πείνα της με χίλιες προφυλάξεις με τους καρπούς μιας μαύρης μουριάς αλλά και άλλων δένδρων που βρίσκονταν εκεί κοντά.
Αυτό γινόταν καθημερινά ώσπου μια μέρα το Κάστρο λευτερώθηκε κι οι Τούρκοι έφυγαν ντροπιασμένοι για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια. Η κόρη συνέχιζε να ζει την ίδια ζωή που ζούσε μέχρι τότε γιατί δεν πήρε είδηση την αλλαγή του σκηνικού κι οι άνθρωποι που έβλεπε να κυκλοφορούν εξίσου άγριοι με τους προηγούμενους δεν ήταν παρά οι συχωριανοί της. Εξάλλου την είχε κυριεύσει ο φόβος κι ήταν αδύνατον να δει την πραγματικότητα όπως είχε διαμορφωθεί κι επιπλέον κι η ίδια είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα πραγματικό αγρίμι.
Τα ρούχα της δεν υπήρχαν πια, κάποια ξεσκλίδια σκέπαζαν μέρος της γύμνιας της, η πείνα κι η ταλαιπωρία την είχε μετατρέψει σε σκελετό κι ο τρόμος της είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της που άλλοτε αποτελούσαν υπόδειγμα ομορφιάς. Γυρνούσε σαν αγρίμι στις ερημιές μακριά απ’ τους ανθρώπους και τον πολιτισμό.
Την είδαν κάποτε δυο συχωριανοί της και σκέφτηκαν να την πλησιάσουν. Εκείνη το έβαλε πανικόβλητη στα πόδια. ΄Ετσι στάθηκε αδύνατον να την πλησιάσουν και να την φέρουν στο χωριό. ΄Ηταν για τα καλά αγριεμένη, η ζωή της δεν ήταν πια για την κοινωνία των ανθρώπων.
Τότε συνεδρίασε η δημογεροντία και αποφάσισε να πιάσει με μπαμπεσιά το ανθρώπινο αγρίμι και να το ξαναφέρουν στη μικρή κοινωνία του χωριού. ΄Εσκαψαν λάκκο βαθύ λοιπόν στη ρίζα της μουριάς και κρύφτηκαν μέσα δυο από τους πιο δυνατούς λεβέντες που εύκολα θα μπορούσαν να ρίξουν κάτω και να συλλάβουν το κορίτσι. Οι υπόλοιποι σκέπασαν το λάκκο με κλαδιά δέντρων και ξερά χόρτα όπως έκαναν στις παγίδες που έστηναν για τα άγρια ζώα της περιοχής. ΄Ολοι περίμεναν το σούρουπο με ανυπομονησία.
Σαν βράδιασε φάνηκε και η κόρη που ανέβηκε αμέσως πάνω στο δέντρο για τη συνηθισμένη της τροφή. Οι δυο λεβέντες βγήκαν αμέσως από την κρυψώνα τους κι αγκάλιασαν με τα χέρια τους το χοντρό κορμό της μουριάς για να εμποδίσουν το κορίτσι να κατέβει στη στιγμή. Σε λίγο ήρθαν κι οι υπόλοιποι που παραφύλαγαν λίγο πιο πέρα κι έτσι με τη βία και την πονηριά κατάφεραν να την πιάσουν και να την παραδώσουν στους δικούς της ώστε να μπορέσει να ξαναγίνει όπως πριν στο οικείο της περιβάλλον.
Και πράγματι έτσι έγινε, όπως διηγούνταν οι παλιότεροι που τη γνώρισαν προσωπικά. Γρήγορα συνήλθε και ξαναγύρισε στην πρώτη της ζωή. Μάλιστα τα κατάφερε τόσο καλά που παντρεύτηκε στο Βαρθολομιό όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή της με τα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της. Λένε ότι έζησε πολύ. Ξεπέρασε τα εκατόν είκοσι χρόνια.
Τούτες οι τρεις ιστορίες που θα ιστορηθούν στη συνέχεια από εμένα ακούστηκαν μια νύχτα στη Γλαρέντζα, τη διάσημη αυτή πόλη του μεσαίωνα που ανιστόρητοι και ανόητοι πολιτικοί ονόμασαν Κυλλήνη, σε μια καλύβα στην ακροθαλασσιά από το στόμα ενός ντόπιου γέρου συγγενή μου που οι μνήμες του ήταν βαθιά χωμένες στο μακρινό παρελθόν του τόπου του.
Ειπώθηκαν με τέτοια ζεστασιά, με τέτοιο πάθος και με τόση πίστη στην αλήθεια που κουβαλούσαν μέσα τους που και εκείνος που τις υπογράφει εδώ τις πίστεψε κι ο ίδιος κι έτσι δεν θέλησε ν’ αλλάξει ούτε μία λέξη και δεν επέτρεψε στην πέννα του παρά μόνο κάποιες μικρότατες επεμβάσεις για την καλύτερη και πληρέστερη κατανόησή τους. Ούτε πάλι θέλησε να ανατρέξει σε άλλες πηγές για να διασταυρώσει το περιεχόμενό τους ή για να βεβαιωθεί για την πρωτοτυπία τους. Ειδικά αυτό του ήταν ολότελα αδιάφορο. ΄Αλλωστε εκείνο που θέλησε να δώσει πρώτα- πρώτα ήταν το αφηγηματικό πάθος και η παραστατικότητα της διήγησης του γέρου που σήμερα, δυστυχώς, δεν ζει πια!
Φυσικά μπορεί να είναι και από αλλού γνωστές από άλλους μελετητές του λαϊκού αφηγηματικού μας λόγου, άγνωστες όμως σε μία πολύ μεγάλη ανθρώπινη μερίδα, τη νεολαία. Και ίσως αυτό να τους δίνει μια πρόσθετη αξία. Ο λαός βέβαια στην πλειονότητά του δεν τις αγνοεί αφού ο ίδιος είναι ο δημιουργός του, οι νεώτεροι όμως που μέρα με τη μέρα ξεκόβονται απ’ την παράδοση κάποτε θα πρέπει να μάθουν και να νιώσουν ως τα βάθη της ψυχής τους το λαϊκό μας πολιτισμό για να μπορέσουν να επιβιώσουν στους δύσκολους καιρούς που έρχονται στο μέλλον.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο γέρος εκείνη τη νύχτα παρά το κρασί που έρεε αφειδώλευτα δεν έπλαθε εικόνες και σκηνές του παρελθόντος με τη φαντασία του αλλά διηγιόταν πεντακάθαρα με πίστη και αφέλεια παιδική κομμάτια της λαϊκής μας ιστορίας όπως τα είχε ακούσει κι ο ίδιος από τους μεγαλύτερους στα παιδικά του χρόνια. ΄Ετσι μας είπε πολλά, γιατί δεν ήμουν μόνος, για τις παλιότερες εποχές, για τους ανθρώπους που ζούσαν στην Ηλεία, για τη ζωή τους, την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. ΄Όμως σήμερα εδώ θα σας παρουσιάσω μόνο τις τρεις αυτές ιστορίες γιατί αυτές ήταν που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα και με έκαναν να καταλάβω τι σημαίνει πραγματική αφήγηση, αβίαστη και φυσική.
Ο Κωνσταντής της πρώτης ιστορίας δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που η μνήμη του στην περιοχή δε λέει να σβήσει μια και έδρασε εδώ κάποιο χρονικό διάστημα της ζωής του προτού ντυθεί την αιματοστάλαχτη πορφύρα του, όταν πήρε τον τόπο προίκα μαζί με τη γυναίκα του τη Θεοδώρα Τόκκου. Η δεύτερη ιστορία έχει μέσα της μπλεγμένες βυζαντινές και βενετσιάνικες μνήμες με στιγμές της Ελληνικής επανάστασης, ενώ η Τρίτη αναφέρεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός της επανάστασης του 1821 που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Και στις τρεις ιστορίες, όπως και σε πολλές άλλες, μέγας εχθρός είναι ο Τούρκος ακόμα κι αν αυτό είναι ιστορικά αδύνατο.
Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι στην περιοχή αυτή της Ηλείας ζουν ακόμα δεκάδες παραδόσεις με σπουδαιότερες εκείνες που αναφέρονται στο ανήλιαγο βασιλόπουλο ή στις δύο αδελφές των κάστρων που την έκανε ο Καρκαβίτσας διήγημα. Το βασιλόπουλο, όταν γεννήθηκε, το μοίραναν βάσκανες μοίρες και κακές να μην το δει ποτέ ο ήλιος γιατί θα πέθαινε. ΄Ετσι, για να βλέπει την αγαπημένη του πήγαινε κάθε νύχτα με το χρυσό του άρμα απ’ τη Γλαρέντζα στην Παλιόπολη από ένα υπόγειο δρόμο που άνοιξαν για χάρη του οι υπήκοοί του. Κάποια νύχτα όμως ξεχάστηκε κι αυτό ήταν μοιραίο: ο ήλιος τον βρήκε το γλυκοχάραμα στην αγκαλιά της αγαπημένης του και του πήρε ανελέητα τη ζωή.
Θα έπρεπε κάποτε όλες αυτές οι παραδόσεις και ιστορίες, που βρίσκονται σκόρπιες εδώ κι εκεί και που ζουν ακόμη ζωντανές στη μνήμη των γεροντότερων, να συγκεντρωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο και να εκδοθούν όλες μαζί γιατί αυτό θα σήμαινε από τη μια τη δίκαιη αναγνώριση που χρωστάμε όλοι μας στη λαϊκή ιστορική σκέψη και ζωή κι από την άλλη θα έδινε τη δυνατότητα στους μελετητές αλλά και σ’ εμάς τους ίδιους να βρούμε τη λαϊκή σκέψη συγκεντρωμένη και να τη νιώσουμε καλύτερα γιατί κάθε μέρα που περνάει μας πάει όλο και πιο μακριά της. Είναι σχεδόν βέβαιο, σύμφωνα και με την επικρατούσα άποψη στην επιστήμη, ότι πίσω από κάθε λαϊκή διήγηση κρύβεται και κάποιο ιστορικό γεγονός που έφτασε με αυτό τον τρόπο σ’ εμάς. Εξάλλου είναι γνωστή η πίστη του λαού στις παραδόσεις που ο ίδιος έπλασε στο διάβα των αιώνων με οδηγούς λαμπρούς τη φαντασία, το όνειρο και την ιστορική πραγματικότητα όπως διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια του ή πολλές φορές όπως θα ήθελε να διαδραματίζεται πραγματικά, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο ή τον πόθο για μια λεύτερη και αδέσμευτη ζωή. ΄Ετσι όλες σχεδόν συγκλίνουν στην αιώνια διαμάχη με τους πιο μακροχρόνιους κατακτητές που αντικαθιστούν πολλές φορές και όλους τους προηγούμενους εχθρούς κι όλες δίνουν σύμβολα και λύσεις σε μια μελλοντική επαναστατική πραγματικότητα.
Οι κάτοικοι του Κάμπου λοιπόν ποτέ δε μπορούν να ξεχάσουν τις χρυσές καμπάνες της Αγίας Σοφίας του Θεού που βρίσκονται βαθιά θαμμένες κάπου στην Ανδραβίδα κι ας μην υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα γιατί ο χρυσός είναι άχρηστο μέταλλο σε αυτή την περίπτωση αφού δεν χτυπάει όπως ο χαλκός ή τα κράματα και καρτερούν τον τυχερό που θα τις βρει. Τόσο πολύ πιστεύουν στην ύπαρξή τους μάλιστα που καταφέρονται συχνά κατά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που δεν επιτρέπει τις ανασκαφές για την ανεύρεσή τους!
Οι παραδόσεις είναι ο τρόπος ζωής ενός ολόκληρου λαού στο διάβα των αιώνων και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να τις στείλει ατιμώρητα στη λησμονιά. Τούτο θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που θα μπορούσε κάποιος να κάνει κατά της πατρίδας του.
Τέλος όμως στις θεωρίες κι ας δούμε επιτέλους τις τρεις ιστορίες γιατί αυτές έχουν σε τελευταία ανάλυση κάποια σημασία κι όχι όσα γράφω εγώ ή κάποιοι άλλοι.
Α΄
Η Μυρτώ, η αρραβωνιαστικιά του Κωνσταντή, λουζόταν στο ποτάμι, όπως το συνήθιζε άλλωστε καθημερινά, στο ποτάμι, πέρα στης Καλαμάτας τα μέρη. Τα ξανθά μαλλιά της έλαμπαν σαν χρυσάφι καθώς τα σκέπαζαν ολούθε οι αχτίδες του ήλιου και φώτιζαν τον τόπο ολόγυρα.
Δυο Τούρκοι μπέηδες περνούσαν από εκεί καβάλα στα φαριά τους. Την είδαν και την λιμπίστηκαν αμέσως. Μαγεύτηκαν με το θέαμα. Τα μάτια τους θάμπωσαν από τη θεϊκή ομορφιά που αντίκρισαν. Τυφλώθηκαν από την περίσσια λάμψη. Δεν είχαν ξαναδεί σε ολόκληρο το ντουνιά που γύριζαν μέχρι τότε τέτοια θεόπλαστη ομορφιά. «Μα τον Αλλάχ», σκέφτηκαν, «τέτοια ομορφιά δεν πρέπει να μείνει στα χέρια των Ρωμιών»!
Μείναν για λίγο ακίνητοι για ν’ απολαύσουν όσο περισσότερο μπορούσαν το θέαμα γεμάτοι περίσκεψη και θαυμασμό. Στο τέλος πήραν τη μεγάλη απόφαση. «Θα την πάρουμε μαζί μας», είπαν ο ένας στον άλλο και ορμούν αμέσως στο νερό και την κλέβουν δίχως δεύτερη σκέψη και με τη βία την πάνε στο κάστρο της Γλαρέντζας όπου και τη φυλάκισαν μέχρι να ενδώσει και να πει το ναι για να χαρούν, ο ένας απ’ τους δυο, ο πιο τυχερός, τα κάλλη της. Βέβαια, δεν λογάριασαν εκείνη τη στιγμή την αντίδραση, τη μάνητα του Κωνσταντή.
Το έμαθε γρήγορα εκείνος και γρήγορος σαν τον άνεμο κινάει με τρεις συντρόφους του για να γλυτώσει την κόρη από τα βέβηλα χέρια των εχθρών. Καβαλάρηδες τρανοί ως ήσαν διέσχισαν δίχως άργητα ποτάμια, κάμπους και βουνά και φτάνουν στη Γλαρέντζα. Βλέπουν πάνω στο κάστρο τη Μυρτώ να κόβει βόλτες ασταμάτητα με τα μάτια συνέχεια στο νοτιά, γεμάτα σπαραγμό και πίκρα. Ο Κωνσταντής μόλις την είδε δεν κρατήθηκε και της φώναξε γεμάτος από αγωνία και λαχτάρα: Μυρτώ μου, ζεις; «Κωνσταντή μου εσύ;» ξαφνιάστηκε η κόρη.
Δεν πρόλαβε να δευτερώσει το λόγο της η κόρη γιατί ο ένας από τους μπέηδες που δεν είχε κατορθώσει μέχρι τώρα να την κάνει να του ρίξει μια τρυφερή ματιά, όπως και ο άλλος άλλωστε, την έσπρωξε οργισμένος με ολόκληρη σχεδόν τη δύναμή του κι απ’ το μεγάλο κάστρο σωριάστηκε κομματιασμένο το θεϊκό κορμί στα πόδια του αγαπημένου της.
Μάνιασε ο Κωνσταντής σαν είδε το αποτρόπαιο το έγκλημα και βάζοντας στην άκρη τον πόνο του ρίχτηκε πάνω στο μπέη κι ανοίγει μάχη τρομερή μαζί του για να κερδίσει το άψυχο κορμί της αρραβωνιαστικιάς του και να το θάψει με τιμές βασιλικές στο Μιστρά. ΄Ιδια θεριά κι οι τρεις συντρόφοι του μάχονταν μαζί του με ολάκερη τη φρουρά του κάστρου για της πατρίδας την τιμή και της κυράς τους το νεκρό κορμί.
Φοβερή η μάχη, σκληρός ο πόλεμος κρατάει τρία μερόνυχτα δίχως ξανάσασμα και δεν λέει να τελειώσει. Τα χέρια τους είναι σαν παράλυτα πια, πιάστηκαν απ’ το πολύ το σφάξιμο. Ο Κωνσταντής όμως είναι ανελέητος. Δεν σταματάει ούτε στιγμή το σκοτωμό και ψάχνει με την αγριεμένη του ματιά στο τούρκικο λεφούσι να βρει το δολοφόνο, να τον εκδικηθεί για την αναίτια πράξη του. Κάποτε τον βλέπει κρυμμένο μέσα σ’ ένα τμήμα γενίτσαρων, φοβισμένο όσο ποτέ άλλη φορά μέχρι τώρα στη ζωή του και χύνεται πάνω του σαν αητός. Οι φρουροί του, μπρος στη μάνητα του Κωνσταντή, δεν αντέχουν για πολύ, σκορπίζουν ολόγυρα με τρόμο κι οι δυο αφεντάδες πιάνονται στα χέρια σαν όρνια μανιασμένα από την πείνα όταν βρεθούν πάνω από ένα ψοφίμι. Κάθε άλλη μάχη κόβεται στη στιγμή κι όλοι θωρούν με θαυμασμό την αντρειωμένη μάνητα, τη θεϊκή ανεμοζάλη. ΄Ωρες πιασμένοι πολεμούν, χιλιάδες τα χτυπήματα, το αίμα ποταμός κι όμως κανείς δεν πέφτει κατά γης, κάστρα κι οι δυο θεόκτιστα, βασιλικά. Ακούραστοι χτυπούν μα τέλος δεν βλέπει κανείς.
Ο ήλιος βρίσκεται πια στο τέρμα του, στο τέλος της τέταρτης ημέρας, έτοιμος να βουτήξει μαλακά για το νυχτερινό του μπάνιο πέρα κατά την Κεφαλονιά. Τότε με μια τρομερή σπαθιά ο Κωνσταντής κόβει στα δυο του μπέη το κορμί κι οι Τούρκοι όπου φύγει φύγει, κλείνονται σαν τρελοί απ’ την τρομάρα τους μέσα στο κάστρο. Τέτοιο πολεμιστή δεν είχαν δει ως τότε.
Ο Κωνσταντής δεν ήρθε όμως γι’ αυτούς κι αμίλητος μαζεύει από κάτω τα κομμάτια της Μυρτώς και με τους τρις συντρόφους του τραβάει για τον Μιστρά, το κάστρο το Θεόκτιστο, τη βάση της δύναμής του, για να κλάψει με δάκρυ πικρό της κόρης της θεόπλαστης τον άδικο χαμό. Κι οι Τούρκοι για μέρες πολλές δεν βγήκαν έξω από το κάστρο της Γλαρέντζας, γιατί ο τρόμος του Κωνσταντή, μην έρθει πίσω για γδικιωμό, τους πάγωνε τα μέλη.
Β΄
Οι Τούρκοι, αμέτρητο λεφούσι πολεμιστών και αμάχων, είχαν κλειστεί στο κάστρο της Γλαρέντζας, το άπαρτο με μάχη και με πόλεμο κανονικό. Μήνες πολλούς οι ΄Ελληνες τους πολιορκούσαν και τρόπο δεν εύρισκαν να τους νικήσουν και να το κυριεύσουν.
΄Εκαναν συμβούλιο λοιπόν το τι θα κάνουν όλοι οι αρχηγοί μαζί και πήραν την απόφαση να στείλουν λαγουμιτζή, να το τινάξει στον αέρα συθέμελα. Βρήκαν τεχνίτη μοναδικό στο είδος του, να φτιάχνει λαγούμια δυνατά, να βάνει φωτιά και να στέκεται παράμερα και να τα καμαρώνει την ώρα που τινάζονται κάστρα και άνθρωποι κομμάτια στον αέρα. Του ανέθεσαν το έργο και περίμεναν ανυπόμονοι για το αποτέλεσμα.
Εκείνος έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε, όμως το κάστρο αργεί να ανατιναχθεί κι οι ΄Ελληνες νομίζοντας πως τους πρόδωσε τον βρίζουν άνανδρο, δειλό και τιποτένιο. Στο τέλος, αφού άδικα καρτερούν την ανατίναξη που δεν γίνεται τον πιάνουν σαν προδότη και τον σκοτώνουν βάρβαρα κι απάνθρωπα για παραδειγματισμό. Σφιχτά του δένουν το ένα πόδι στο κατάρτι μιας γαλέρας και το άλλο σε μιας άλλης που άπονα ανοίγουν τα πανιά τους. Η μια τραβάει κατά το βοριά κι η άλλη προς το νότο.
Στα δυο σκίζεται το άμοιρο κορμί ενώ την ίδια στιγμή το κάστρο το αψηλό και τ’ άπαρτο δίχως δόλο και πονηριά γκρεμίζεται συθέμελα απ’ του λαγουμιτζή τη φοβερή φωτιά που άργησε ν’ ανάψει κι έτσι του πήρε τη ζωή, σαν να ήθελε να τον εκδικηθεί. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι πεσμένο καταγής κι ανθρώπου χέρι δεν το ξανάχτισε ποτέ κι ούτε θα το ξαναχτίσει για του παλικαριού τον άδικο χαμό απ’ των συντρόφων του το χέρι κι ας λέει η Ιστορία πως το γκρέμισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για να μην πέσει στων εχθρών τα χέρια και γίνει άπαρτο ορμητήριό τους.
Γ΄
΄Όταν άρχισε ο μεγάλος σηκωμός των Ελλήνων στα 1821 οι Τούρκοι για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι του καταπιεσμένου ραγιά κλείστηκαν μέσα στο κάστρο το Χλεμούτσι όπου ένιωθαν σχετική ασφάλεια και σιγουριά. Εκεί τους πολιορκούσαν για καιρό οι επαναστάτες, τους έσφιξαν από παντού με κάθε τρόπο, μα στάθηκε αδύνατον να τους βγάλουν έξω και να πάρουν δικό τους το κάστρο γιατί έφτασαν πολύ γρήγορα τα αρματωμένα σαν αστακοί στρατεύματα των πολεμοχαρών Τουρκαλβανών από το Λάλα και ανάγκασαν στη στιγμή τους πολιορκητές να λύσουν την πολιορκία και να διασκορπιστούν φοβισμένοι δεξιά κι αριστερά και να σωθούν. Μαζί τους σκορπίστηκαν κι οι Καστρινοί γιατί δεν έβλεπαν άλλο τρόπο για να γλυτώσουν το μαχαίρι των εχθρών.
Μια κόρη όμορφη σαν τα κρύα νερά που ζούσε τότε στο Κάστρο τόσο πολύ τρομοκρατήθηκε από την αγριότητα των νεοφερμένων που κρύφτηκε μέσα στα βάτα σαν θήραμα και από εκεί έβλεπε τα πάντα καθημερινά. Εκεί έμενε συνεχώς κρυμμένη και τη νύχτα έβγαινε για φαγητό, να ξεγελάσει καλύτερα την πείνα της με χίλιες προφυλάξεις με τους καρπούς μιας μαύρης μουριάς αλλά και άλλων δένδρων που βρίσκονταν εκεί κοντά.
Αυτό γινόταν καθημερινά ώσπου μια μέρα το Κάστρο λευτερώθηκε κι οι Τούρκοι έφυγαν ντροπιασμένοι για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια. Η κόρη συνέχιζε να ζει την ίδια ζωή που ζούσε μέχρι τότε γιατί δεν πήρε είδηση την αλλαγή του σκηνικού κι οι άνθρωποι που έβλεπε να κυκλοφορούν εξίσου άγριοι με τους προηγούμενους δεν ήταν παρά οι συχωριανοί της. Εξάλλου την είχε κυριεύσει ο φόβος κι ήταν αδύνατον να δει την πραγματικότητα όπως είχε διαμορφωθεί κι επιπλέον κι η ίδια είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα πραγματικό αγρίμι.
Τα ρούχα της δεν υπήρχαν πια, κάποια ξεσκλίδια σκέπαζαν μέρος της γύμνιας της, η πείνα κι η ταλαιπωρία την είχε μετατρέψει σε σκελετό κι ο τρόμος της είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της που άλλοτε αποτελούσαν υπόδειγμα ομορφιάς. Γυρνούσε σαν αγρίμι στις ερημιές μακριά απ’ τους ανθρώπους και τον πολιτισμό.
Την είδαν κάποτε δυο συχωριανοί της και σκέφτηκαν να την πλησιάσουν. Εκείνη το έβαλε πανικόβλητη στα πόδια. ΄Ετσι στάθηκε αδύνατον να την πλησιάσουν και να την φέρουν στο χωριό. ΄Ηταν για τα καλά αγριεμένη, η ζωή της δεν ήταν πια για την κοινωνία των ανθρώπων.
Τότε συνεδρίασε η δημογεροντία και αποφάσισε να πιάσει με μπαμπεσιά το ανθρώπινο αγρίμι και να το ξαναφέρουν στη μικρή κοινωνία του χωριού. ΄Εσκαψαν λάκκο βαθύ λοιπόν στη ρίζα της μουριάς και κρύφτηκαν μέσα δυο από τους πιο δυνατούς λεβέντες που εύκολα θα μπορούσαν να ρίξουν κάτω και να συλλάβουν το κορίτσι. Οι υπόλοιποι σκέπασαν το λάκκο με κλαδιά δέντρων και ξερά χόρτα όπως έκαναν στις παγίδες που έστηναν για τα άγρια ζώα της περιοχής. ΄Ολοι περίμεναν το σούρουπο με ανυπομονησία.
Σαν βράδιασε φάνηκε και η κόρη που ανέβηκε αμέσως πάνω στο δέντρο για τη συνηθισμένη της τροφή. Οι δυο λεβέντες βγήκαν αμέσως από την κρυψώνα τους κι αγκάλιασαν με τα χέρια τους το χοντρό κορμό της μουριάς για να εμποδίσουν το κορίτσι να κατέβει στη στιγμή. Σε λίγο ήρθαν κι οι υπόλοιποι που παραφύλαγαν λίγο πιο πέρα κι έτσι με τη βία και την πονηριά κατάφεραν να την πιάσουν και να την παραδώσουν στους δικούς της ώστε να μπορέσει να ξαναγίνει όπως πριν στο οικείο της περιβάλλον.
Και πράγματι έτσι έγινε, όπως διηγούνταν οι παλιότεροι που τη γνώρισαν προσωπικά. Γρήγορα συνήλθε και ξαναγύρισε στην πρώτη της ζωή. Μάλιστα τα κατάφερε τόσο καλά που παντρεύτηκε στο Βαρθολομιό όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή της με τα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της. Λένε ότι έζησε πολύ. Ξεπέρασε τα εκατόν είκοσι χρόνια.
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
29ο συμπόσιο ποίησης
Ξεκίνησε από την Πέμπτη, 2 Ιουλίου το 29ο Συμπόσιο Ποίησης στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Η πρώτη μέρα, όπως είχε προαναγγελθεί, ήταν αφιερωμένη στους Ηλείους ποιητές μετά το 1950.
Η συνεδρίαση άρχισε με εισήγηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη για τους Ηλείους ποιητές που δημοσίευσαν έργα τους μετά το 1950. Η εισήγηση ξεκίνησε με το ρητορικό ερώτημα αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ποίηση της Ηλείας απολύτως ξεκομμένα από την υπόλοιπη Ελληνική Ποίηση. Η απάντηση ήταν βέβαια αρνητική και μόνο για λόγους έρευνας, μελέτης και μεθοδολογίας μπορούμε να μιλάμε μόνο για την Ηλεία.
Στη συνέχεια ο ομιλητές αναφέρθηκε με λίγα λόγια στο ποιους θεωρούμε Ηλείους ποιητές και σε τι διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους Έλληνες ποιητές. Ακολούθως έγινε μια πλήρης σχεδόν αναφορά σε όλους τους Ηλείους ποιητές με ιδιαίτερο βάρος στον Τάκη Δόξα, το Φώτο Πασχαλινό, στους ποιητές που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και τον «Πυργιώτικο Παρνασσό», σ’ εκείνους που χάθηκαν πρόωρα χωρίς να μπορέσουν να ξεδιπλώσουν πλήρως το μεγάλο ταλέντο τους, όπως ο Νίκος Καχτίτσης, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, στην ξεχωριστή περίπτωση του Χρίστου Λάσκαρη από το Χάβαρι, στον Ηλία Γκρη, το Στάθη Κουτσούνη, το Διονύση Κράγκαρη και την ομάδα των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» των Λεχαινών, και σε πολλούς άλλους όπως ο Ιωσήφ Αργυρίου, ο Γιώργος Γώτης, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, ο Π.Α.Σινόπουλος,κ.λπ.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Τάκη Σινόπουλο και το Γιώργη Παυλόπουλο που το έργο τους αποτελεί ό,τι πιο σημαντικό δημιουργήθηκε στην Ηλεία στο χώρο της Ποίησης κατά τον 20ο αιώνα.
Στη συνέχεια ο Κώστας Καπέλας και ο Σωκράτης Σκαρτσής διάβασαν ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου, του Γιώργη Παυλόπουλου, του Χρίστου Λάσκαρη και του Γιώργου Παναγουλόπουλου ενώ ο Ηλίας Γκρης αναφέρθηκε δια μακρών στο έργο του Σινόπουλου και ο Στάθης Κουτσούνης στο έργο του Παυλόπουλου και του Λάσκαρη.
Στο δεύτερο μέρος της συνεδρίασης διάβασαν ποιήματά τους οι Ηλείοι ποιητές που παρακολουθούσαν τις εργασίες του Συμποσίου, ο Ηλίας Γκρης δηλαδή, ο Τάσος Γαλάτης που κατάγεται από τη Νέα Φιγαλεία, ο Θανάσης Τσίρος από το Νησί της Βάρδας, ο Στάθης Κουτσούνης και ο Ανδρέας Φουσκαρίνης. Τις συνεδριάσεις και τις αναγνώσεις των ποιημάτων παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Τις επόμενες ημέρες το Συμπόσιο θα ασχοληθεί με το μοντερνισμό στην Ποίηση και θα διαβάσουν ποιήματά τους πολλοί ακόμη ποιητές από άλλα μέρη της Ελλάδας.
Η συνεδρίαση άρχισε με εισήγηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη για τους Ηλείους ποιητές που δημοσίευσαν έργα τους μετά το 1950. Η εισήγηση ξεκίνησε με το ρητορικό ερώτημα αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ποίηση της Ηλείας απολύτως ξεκομμένα από την υπόλοιπη Ελληνική Ποίηση. Η απάντηση ήταν βέβαια αρνητική και μόνο για λόγους έρευνας, μελέτης και μεθοδολογίας μπορούμε να μιλάμε μόνο για την Ηλεία.
Στη συνέχεια ο ομιλητές αναφέρθηκε με λίγα λόγια στο ποιους θεωρούμε Ηλείους ποιητές και σε τι διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους Έλληνες ποιητές. Ακολούθως έγινε μια πλήρης σχεδόν αναφορά σε όλους τους Ηλείους ποιητές με ιδιαίτερο βάρος στον Τάκη Δόξα, το Φώτο Πασχαλινό, στους ποιητές που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και τον «Πυργιώτικο Παρνασσό», σ’ εκείνους που χάθηκαν πρόωρα χωρίς να μπορέσουν να ξεδιπλώσουν πλήρως το μεγάλο ταλέντο τους, όπως ο Νίκος Καχτίτσης, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, στην ξεχωριστή περίπτωση του Χρίστου Λάσκαρη από το Χάβαρι, στον Ηλία Γκρη, το Στάθη Κουτσούνη, το Διονύση Κράγκαρη και την ομάδα των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» των Λεχαινών, και σε πολλούς άλλους όπως ο Ιωσήφ Αργυρίου, ο Γιώργος Γώτης, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, ο Π.Α.Σινόπουλος,κ.λπ.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Τάκη Σινόπουλο και το Γιώργη Παυλόπουλο που το έργο τους αποτελεί ό,τι πιο σημαντικό δημιουργήθηκε στην Ηλεία στο χώρο της Ποίησης κατά τον 20ο αιώνα.
Στη συνέχεια ο Κώστας Καπέλας και ο Σωκράτης Σκαρτσής διάβασαν ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου, του Γιώργη Παυλόπουλου, του Χρίστου Λάσκαρη και του Γιώργου Παναγουλόπουλου ενώ ο Ηλίας Γκρης αναφέρθηκε δια μακρών στο έργο του Σινόπουλου και ο Στάθης Κουτσούνης στο έργο του Παυλόπουλου και του Λάσκαρη.
Στο δεύτερο μέρος της συνεδρίασης διάβασαν ποιήματά τους οι Ηλείοι ποιητές που παρακολουθούσαν τις εργασίες του Συμποσίου, ο Ηλίας Γκρης δηλαδή, ο Τάσος Γαλάτης που κατάγεται από τη Νέα Φιγαλεία, ο Θανάσης Τσίρος από το Νησί της Βάρδας, ο Στάθης Κουτσούνης και ο Ανδρέας Φουσκαρίνης. Τις συνεδριάσεις και τις αναγνώσεις των ποιημάτων παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Τις επόμενες ημέρες το Συμπόσιο θα ασχοληθεί με το μοντερνισμό στην Ποίηση και θα διαβάσουν ποιήματά τους πολλοί ακόμη ποιητές από άλλα μέρη της Ελλάδας.
Τρίτη 30 Ιουνίου 2009
Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.
Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.
Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη
Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)