Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Τρεις λαϊκές ιστορίες

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Τούτες οι τρεις ιστορίες που θα ιστορηθούν στη συνέχεια από εμένα ακούστηκαν μια νύχτα στη Γλαρέντζα, τη διάσημη αυτή πόλη του μεσαίωνα που ανιστόρητοι και ανόητοι πολιτικοί ονόμασαν Κυλλήνη, σε μια καλύβα στην ακροθαλασσιά από το στόμα ενός ντόπιου γέρου συγγενή μου που οι μνήμες του ήταν βαθιά χωμένες στο μακρινό παρελθόν του τόπου του.
Ειπώθηκαν με τέτοια ζεστασιά, με τέτοιο πάθος και με τόση πίστη στην αλήθεια που κουβαλούσαν μέσα τους που και εκείνος που τις υπογράφει εδώ τις πίστεψε κι ο ίδιος κι έτσι δεν θέλησε ν’ αλλάξει ούτε μία λέξη και δεν επέτρεψε στην πέννα του παρά μόνο κάποιες μικρότατες επεμβάσεις για την καλύτερη και πληρέστερη κατανόησή τους. Ούτε πάλι θέλησε να ανατρέξει σε άλλες πηγές για να διασταυρώσει το περιεχόμενό τους ή για να βεβαιωθεί για την πρωτοτυπία τους. Ειδικά αυτό του ήταν ολότελα αδιάφορο. ΄Αλλωστε εκείνο που θέλησε να δώσει πρώτα- πρώτα ήταν το αφηγηματικό πάθος και η παραστατικότητα της διήγησης του γέρου που σήμερα, δυστυχώς, δεν ζει πια!
Φυσικά μπορεί να είναι και από αλλού γνωστές από άλλους μελετητές του λαϊκού αφηγηματικού μας λόγου, άγνωστες όμως σε μία πολύ μεγάλη ανθρώπινη μερίδα, τη νεολαία. Και ίσως αυτό να τους δίνει μια πρόσθετη αξία. Ο λαός βέβαια στην πλειονότητά του δεν τις αγνοεί αφού ο ίδιος είναι ο δημιουργός του, οι νεώτεροι όμως που μέρα με τη μέρα ξεκόβονται απ’ την παράδοση κάποτε θα πρέπει να μάθουν και να νιώσουν ως τα βάθη της ψυχής τους το λαϊκό μας πολιτισμό για να μπορέσουν να επιβιώσουν στους δύσκολους καιρούς που έρχονται στο μέλλον.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο γέρος εκείνη τη νύχτα παρά το κρασί που έρεε αφειδώλευτα δεν έπλαθε εικόνες και σκηνές του παρελθόντος με τη φαντασία του αλλά διηγιόταν πεντακάθαρα με πίστη και αφέλεια παιδική κομμάτια της λαϊκής μας ιστορίας όπως τα είχε ακούσει κι ο ίδιος από τους μεγαλύτερους στα παιδικά του χρόνια. ΄Ετσι μας είπε πολλά, γιατί δεν ήμουν μόνος, για τις παλιότερες εποχές, για τους ανθρώπους που ζούσαν στην Ηλεία, για τη ζωή τους, την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. ΄Όμως σήμερα εδώ θα σας παρουσιάσω μόνο τις τρεις αυτές ιστορίες γιατί αυτές ήταν που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα και με έκαναν να καταλάβω τι σημαίνει πραγματική αφήγηση, αβίαστη και φυσική.
Ο Κωνσταντής της πρώτης ιστορίας δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που η μνήμη του στην περιοχή δε λέει να σβήσει μια και έδρασε εδώ κάποιο χρονικό διάστημα της ζωής του προτού ντυθεί την αιματοστάλαχτη πορφύρα του, όταν πήρε τον τόπο προίκα μαζί με τη γυναίκα του τη Θεοδώρα Τόκκου. Η δεύτερη ιστορία έχει μέσα της μπλεγμένες βυζαντινές και βενετσιάνικες μνήμες με στιγμές της Ελληνικής επανάστασης, ενώ η Τρίτη αναφέρεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός της επανάστασης του 1821 που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Και στις τρεις ιστορίες, όπως και σε πολλές άλλες, μέγας εχθρός είναι ο Τούρκος ακόμα κι αν αυτό είναι ιστορικά αδύνατο.
Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι στην περιοχή αυτή της Ηλείας ζουν ακόμα δεκάδες παραδόσεις με σπουδαιότερες εκείνες που αναφέρονται στο ανήλιαγο βασιλόπουλο ή στις δύο αδελφές των κάστρων που την έκανε ο Καρκαβίτσας διήγημα. Το βασιλόπουλο, όταν γεννήθηκε, το μοίραναν βάσκανες μοίρες και κακές να μην το δει ποτέ ο ήλιος γιατί θα πέθαινε. ΄Ετσι, για να βλέπει την αγαπημένη του πήγαινε κάθε νύχτα με το χρυσό του άρμα απ’ τη Γλαρέντζα στην Παλιόπολη από ένα υπόγειο δρόμο που άνοιξαν για χάρη του οι υπήκοοί του. Κάποια νύχτα όμως ξεχάστηκε κι αυτό ήταν μοιραίο: ο ήλιος τον βρήκε το γλυκοχάραμα στην αγκαλιά της αγαπημένης του και του πήρε ανελέητα τη ζωή.
Θα έπρεπε κάποτε όλες αυτές οι παραδόσεις και ιστορίες, που βρίσκονται σκόρπιες εδώ κι εκεί και που ζουν ακόμη ζωντανές στη μνήμη των γεροντότερων, να συγκεντρωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο και να εκδοθούν όλες μαζί γιατί αυτό θα σήμαινε από τη μια τη δίκαιη αναγνώριση που χρωστάμε όλοι μας στη λαϊκή ιστορική σκέψη και ζωή κι από την άλλη θα έδινε τη δυνατότητα στους μελετητές αλλά και σ’ εμάς τους ίδιους να βρούμε τη λαϊκή σκέψη συγκεντρωμένη και να τη νιώσουμε καλύτερα γιατί κάθε μέρα που περνάει μας πάει όλο και πιο μακριά της. Είναι σχεδόν βέβαιο, σύμφωνα και με την επικρατούσα άποψη στην επιστήμη, ότι πίσω από κάθε λαϊκή διήγηση κρύβεται και κάποιο ιστορικό γεγονός που έφτασε με αυτό τον τρόπο σ’ εμάς. Εξάλλου είναι γνωστή η πίστη του λαού στις παραδόσεις που ο ίδιος έπλασε στο διάβα των αιώνων με οδηγούς λαμπρούς τη φαντασία, το όνειρο και την ιστορική πραγματικότητα όπως διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια του ή πολλές φορές όπως θα ήθελε να διαδραματίζεται πραγματικά, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο ή τον πόθο για μια λεύτερη και αδέσμευτη ζωή. ΄Ετσι όλες σχεδόν συγκλίνουν στην αιώνια διαμάχη με τους πιο μακροχρόνιους κατακτητές που αντικαθιστούν πολλές φορές και όλους τους προηγούμενους εχθρούς κι όλες δίνουν σύμβολα και λύσεις σε μια μελλοντική επαναστατική πραγματικότητα.
Οι κάτοικοι του Κάμπου λοιπόν ποτέ δε μπορούν να ξεχάσουν τις χρυσές καμπάνες της Αγίας Σοφίας του Θεού που βρίσκονται βαθιά θαμμένες κάπου στην Ανδραβίδα κι ας μην υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα γιατί ο χρυσός είναι άχρηστο μέταλλο σε αυτή την περίπτωση αφού δεν χτυπάει όπως ο χαλκός ή τα κράματα και καρτερούν τον τυχερό που θα τις βρει. Τόσο πολύ πιστεύουν στην ύπαρξή τους μάλιστα που καταφέρονται συχνά κατά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που δεν επιτρέπει τις ανασκαφές για την ανεύρεσή τους!
Οι παραδόσεις είναι ο τρόπος ζωής ενός ολόκληρου λαού στο διάβα των αιώνων και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να τις στείλει ατιμώρητα στη λησμονιά. Τούτο θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που θα μπορούσε κάποιος να κάνει κατά της πατρίδας του.
Τέλος όμως στις θεωρίες κι ας δούμε επιτέλους τις τρεις ιστορίες γιατί αυτές έχουν σε τελευταία ανάλυση κάποια σημασία κι όχι όσα γράφω εγώ ή κάποιοι άλλοι.

Α΄

Η Μυρτώ, η αρραβωνιαστικιά του Κωνσταντή, λουζόταν στο ποτάμι, όπως το συνήθιζε άλλωστε καθημερινά, στο ποτάμι, πέρα στης Καλαμάτας τα μέρη. Τα ξανθά μαλλιά της έλαμπαν σαν χρυσάφι καθώς τα σκέπαζαν ολούθε οι αχτίδες του ήλιου και φώτιζαν τον τόπο ολόγυρα.
Δυο Τούρκοι μπέηδες περνούσαν από εκεί καβάλα στα φαριά τους. Την είδαν και την λιμπίστηκαν αμέσως. Μαγεύτηκαν με το θέαμα. Τα μάτια τους θάμπωσαν από τη θεϊκή ομορφιά που αντίκρισαν. Τυφλώθηκαν από την περίσσια λάμψη. Δεν είχαν ξαναδεί σε ολόκληρο το ντουνιά που γύριζαν μέχρι τότε τέτοια θεόπλαστη ομορφιά. «Μα τον Αλλάχ», σκέφτηκαν, «τέτοια ομορφιά δεν πρέπει να μείνει στα χέρια των Ρωμιών»!
Μείναν για λίγο ακίνητοι για ν’ απολαύσουν όσο περισσότερο μπορούσαν το θέαμα γεμάτοι περίσκεψη και θαυμασμό. Στο τέλος πήραν τη μεγάλη απόφαση. «Θα την πάρουμε μαζί μας», είπαν ο ένας στον άλλο και ορμούν αμέσως στο νερό και την κλέβουν δίχως δεύτερη σκέψη και με τη βία την πάνε στο κάστρο της Γλαρέντζας όπου και τη φυλάκισαν μέχρι να ενδώσει και να πει το ναι για να χαρούν, ο ένας απ’ τους δυο, ο πιο τυχερός, τα κάλλη της. Βέβαια, δεν λογάριασαν εκείνη τη στιγμή την αντίδραση, τη μάνητα του Κωνσταντή.
Το έμαθε γρήγορα εκείνος και γρήγορος σαν τον άνεμο κινάει με τρεις συντρόφους του για να γλυτώσει την κόρη από τα βέβηλα χέρια των εχθρών. Καβαλάρηδες τρανοί ως ήσαν διέσχισαν δίχως άργητα ποτάμια, κάμπους και βουνά και φτάνουν στη Γλαρέντζα. Βλέπουν πάνω στο κάστρο τη Μυρτώ να κόβει βόλτες ασταμάτητα με τα μάτια συνέχεια στο νοτιά, γεμάτα σπαραγμό και πίκρα. Ο Κωνσταντής μόλις την είδε δεν κρατήθηκε και της φώναξε γεμάτος από αγωνία και λαχτάρα: Μυρτώ μου, ζεις; «Κωνσταντή μου εσύ;» ξαφνιάστηκε η κόρη.
Δεν πρόλαβε να δευτερώσει το λόγο της η κόρη γιατί ο ένας από τους μπέηδες που δεν είχε κατορθώσει μέχρι τώρα να την κάνει να του ρίξει μια τρυφερή ματιά, όπως και ο άλλος άλλωστε, την έσπρωξε οργισμένος με ολόκληρη σχεδόν τη δύναμή του κι απ’ το μεγάλο κάστρο σωριάστηκε κομματιασμένο το θεϊκό κορμί στα πόδια του αγαπημένου της.
Μάνιασε ο Κωνσταντής σαν είδε το αποτρόπαιο το έγκλημα και βάζοντας στην άκρη τον πόνο του ρίχτηκε πάνω στο μπέη κι ανοίγει μάχη τρομερή μαζί του για να κερδίσει το άψυχο κορμί της αρραβωνιαστικιάς του και να το θάψει με τιμές βασιλικές στο Μιστρά. ΄Ιδια θεριά κι οι τρεις συντρόφοι του μάχονταν μαζί του με ολάκερη τη φρουρά του κάστρου για της πατρίδας την τιμή και της κυράς τους το νεκρό κορμί.
Φοβερή η μάχη, σκληρός ο πόλεμος κρατάει τρία μερόνυχτα δίχως ξανάσασμα και δεν λέει να τελειώσει. Τα χέρια τους είναι σαν παράλυτα πια, πιάστηκαν απ’ το πολύ το σφάξιμο. Ο Κωνσταντής όμως είναι ανελέητος. Δεν σταματάει ούτε στιγμή το σκοτωμό και ψάχνει με την αγριεμένη του ματιά στο τούρκικο λεφούσι να βρει το δολοφόνο, να τον εκδικηθεί για την αναίτια πράξη του. Κάποτε τον βλέπει κρυμμένο μέσα σ’ ένα τμήμα γενίτσαρων, φοβισμένο όσο ποτέ άλλη φορά μέχρι τώρα στη ζωή του και χύνεται πάνω του σαν αητός. Οι φρουροί του, μπρος στη μάνητα του Κωνσταντή, δεν αντέχουν για πολύ, σκορπίζουν ολόγυρα με τρόμο κι οι δυο αφεντάδες πιάνονται στα χέρια σαν όρνια μανιασμένα από την πείνα όταν βρεθούν πάνω από ένα ψοφίμι. Κάθε άλλη μάχη κόβεται στη στιγμή κι όλοι θωρούν με θαυμασμό την αντρειωμένη μάνητα, τη θεϊκή ανεμοζάλη. ΄Ωρες πιασμένοι πολεμούν, χιλιάδες τα χτυπήματα, το αίμα ποταμός κι όμως κανείς δεν πέφτει κατά γης, κάστρα κι οι δυο θεόκτιστα, βασιλικά. Ακούραστοι χτυπούν μα τέλος δεν βλέπει κανείς.
Ο ήλιος βρίσκεται πια στο τέρμα του, στο τέλος της τέταρτης ημέρας, έτοιμος να βουτήξει μαλακά για το νυχτερινό του μπάνιο πέρα κατά την Κεφαλονιά. Τότε με μια τρομερή σπαθιά ο Κωνσταντής κόβει στα δυο του μπέη το κορμί κι οι Τούρκοι όπου φύγει φύγει, κλείνονται σαν τρελοί απ’ την τρομάρα τους μέσα στο κάστρο. Τέτοιο πολεμιστή δεν είχαν δει ως τότε.
Ο Κωνσταντής δεν ήρθε όμως γι’ αυτούς κι αμίλητος μαζεύει από κάτω τα κομμάτια της Μυρτώς και με τους τρις συντρόφους του τραβάει για τον Μιστρά, το κάστρο το Θεόκτιστο, τη βάση της δύναμής του, για να κλάψει με δάκρυ πικρό της κόρης της θεόπλαστης τον άδικο χαμό. Κι οι Τούρκοι για μέρες πολλές δεν βγήκαν έξω από το κάστρο της Γλαρέντζας, γιατί ο τρόμος του Κωνσταντή, μην έρθει πίσω για γδικιωμό, τους πάγωνε τα μέλη.


Β΄

Οι Τούρκοι, αμέτρητο λεφούσι πολεμιστών και αμάχων, είχαν κλειστεί στο κάστρο της Γλαρέντζας, το άπαρτο με μάχη και με πόλεμο κανονικό. Μήνες πολλούς οι ΄Ελληνες τους πολιορκούσαν και τρόπο δεν εύρισκαν να τους νικήσουν και να το κυριεύσουν.
΄Εκαναν συμβούλιο λοιπόν το τι θα κάνουν όλοι οι αρχηγοί μαζί και πήραν την απόφαση να στείλουν λαγουμιτζή, να το τινάξει στον αέρα συθέμελα. Βρήκαν τεχνίτη μοναδικό στο είδος του, να φτιάχνει λαγούμια δυνατά, να βάνει φωτιά και να στέκεται παράμερα και να τα καμαρώνει την ώρα που τινάζονται κάστρα και άνθρωποι κομμάτια στον αέρα. Του ανέθεσαν το έργο και περίμεναν ανυπόμονοι για το αποτέλεσμα.
Εκείνος έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε, όμως το κάστρο αργεί να ανατιναχθεί κι οι ΄Ελληνες νομίζοντας πως τους πρόδωσε τον βρίζουν άνανδρο, δειλό και τιποτένιο. Στο τέλος, αφού άδικα καρτερούν την ανατίναξη που δεν γίνεται τον πιάνουν σαν προδότη και τον σκοτώνουν βάρβαρα κι απάνθρωπα για παραδειγματισμό. Σφιχτά του δένουν το ένα πόδι στο κατάρτι μιας γαλέρας και το άλλο σε μιας άλλης που άπονα ανοίγουν τα πανιά τους. Η μια τραβάει κατά το βοριά κι η άλλη προς το νότο.
Στα δυο σκίζεται το άμοιρο κορμί ενώ την ίδια στιγμή το κάστρο το αψηλό και τ’ άπαρτο δίχως δόλο και πονηριά γκρεμίζεται συθέμελα απ’ του λαγουμιτζή τη φοβερή φωτιά που άργησε ν’ ανάψει κι έτσι του πήρε τη ζωή, σαν να ήθελε να τον εκδικηθεί. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι πεσμένο καταγής κι ανθρώπου χέρι δεν το ξανάχτισε ποτέ κι ούτε θα το ξαναχτίσει για του παλικαριού τον άδικο χαμό απ’ των συντρόφων του το χέρι κι ας λέει η Ιστορία πως το γκρέμισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για να μην πέσει στων εχθρών τα χέρια και γίνει άπαρτο ορμητήριό τους.

Γ΄


΄Όταν άρχισε ο μεγάλος σηκωμός των Ελλήνων στα 1821 οι Τούρκοι για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι του καταπιεσμένου ραγιά κλείστηκαν μέσα στο κάστρο το Χλεμούτσι όπου ένιωθαν σχετική ασφάλεια και σιγουριά. Εκεί τους πολιορκούσαν για καιρό οι επαναστάτες, τους έσφιξαν από παντού με κάθε τρόπο, μα στάθηκε αδύνατον να τους βγάλουν έξω και να πάρουν δικό τους το κάστρο γιατί έφτασαν πολύ γρήγορα τα αρματωμένα σαν αστακοί στρατεύματα των πολεμοχαρών Τουρκαλβανών από το Λάλα και ανάγκασαν στη στιγμή τους πολιορκητές να λύσουν την πολιορκία και να διασκορπιστούν φοβισμένοι δεξιά κι αριστερά και να σωθούν. Μαζί τους σκορπίστηκαν κι οι Καστρινοί γιατί δεν έβλεπαν άλλο τρόπο για να γλυτώσουν το μαχαίρι των εχθρών.
Μια κόρη όμορφη σαν τα κρύα νερά που ζούσε τότε στο Κάστρο τόσο πολύ τρομοκρατήθηκε από την αγριότητα των νεοφερμένων που κρύφτηκε μέσα στα βάτα σαν θήραμα και από εκεί έβλεπε τα πάντα καθημερινά. Εκεί έμενε συνεχώς κρυμμένη και τη νύχτα έβγαινε για φαγητό, να ξεγελάσει καλύτερα την πείνα της με χίλιες προφυλάξεις με τους καρπούς μιας μαύρης μουριάς αλλά και άλλων δένδρων που βρίσκονταν εκεί κοντά.
Αυτό γινόταν καθημερινά ώσπου μια μέρα το Κάστρο λευτερώθηκε κι οι Τούρκοι έφυγαν ντροπιασμένοι για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια. Η κόρη συνέχιζε να ζει την ίδια ζωή που ζούσε μέχρι τότε γιατί δεν πήρε είδηση την αλλαγή του σκηνικού κι οι άνθρωποι που έβλεπε να κυκλοφορούν εξίσου άγριοι με τους προηγούμενους δεν ήταν παρά οι συχωριανοί της. Εξάλλου την είχε κυριεύσει ο φόβος κι ήταν αδύνατον να δει την πραγματικότητα όπως είχε διαμορφωθεί κι επιπλέον κι η ίδια είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα πραγματικό αγρίμι.
Τα ρούχα της δεν υπήρχαν πια, κάποια ξεσκλίδια σκέπαζαν μέρος της γύμνιας της, η πείνα κι η ταλαιπωρία την είχε μετατρέψει σε σκελετό κι ο τρόμος της είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της που άλλοτε αποτελούσαν υπόδειγμα ομορφιάς. Γυρνούσε σαν αγρίμι στις ερημιές μακριά απ’ τους ανθρώπους και τον πολιτισμό.
Την είδαν κάποτε δυο συχωριανοί της και σκέφτηκαν να την πλησιάσουν. Εκείνη το έβαλε πανικόβλητη στα πόδια. ΄Ετσι στάθηκε αδύνατον να την πλησιάσουν και να την φέρουν στο χωριό. ΄Ηταν για τα καλά αγριεμένη, η ζωή της δεν ήταν πια για την κοινωνία των ανθρώπων.
Τότε συνεδρίασε η δημογεροντία και αποφάσισε να πιάσει με μπαμπεσιά το ανθρώπινο αγρίμι και να το ξαναφέρουν στη μικρή κοινωνία του χωριού. ΄Εσκαψαν λάκκο βαθύ λοιπόν στη ρίζα της μουριάς και κρύφτηκαν μέσα δυο από τους πιο δυνατούς λεβέντες που εύκολα θα μπορούσαν να ρίξουν κάτω και να συλλάβουν το κορίτσι. Οι υπόλοιποι σκέπασαν το λάκκο με κλαδιά δέντρων και ξερά χόρτα όπως έκαναν στις παγίδες που έστηναν για τα άγρια ζώα της περιοχής. ΄Ολοι περίμεναν το σούρουπο με ανυπομονησία.
Σαν βράδιασε φάνηκε και η κόρη που ανέβηκε αμέσως πάνω στο δέντρο για τη συνηθισμένη της τροφή. Οι δυο λεβέντες βγήκαν αμέσως από την κρυψώνα τους κι αγκάλιασαν με τα χέρια τους το χοντρό κορμό της μουριάς για να εμποδίσουν το κορίτσι να κατέβει στη στιγμή. Σε λίγο ήρθαν κι οι υπόλοιποι που παραφύλαγαν λίγο πιο πέρα κι έτσι με τη βία και την πονηριά κατάφεραν να την πιάσουν και να την παραδώσουν στους δικούς της ώστε να μπορέσει να ξαναγίνει όπως πριν στο οικείο της περιβάλλον.
Και πράγματι έτσι έγινε, όπως διηγούνταν οι παλιότεροι που τη γνώρισαν προσωπικά. Γρήγορα συνήλθε και ξαναγύρισε στην πρώτη της ζωή. Μάλιστα τα κατάφερε τόσο καλά που παντρεύτηκε στο Βαρθολομιό όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή της με τα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της. Λένε ότι έζησε πολύ. Ξεπέρασε τα εκατόν είκοσι χρόνια.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

29ο συμπόσιο ποίησης

Ξεκίνησε από την Πέμπτη, 2 Ιουλίου το 29ο Συμπόσιο Ποίησης στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Η πρώτη μέρα, όπως είχε προαναγγελθεί, ήταν αφιερωμένη στους Ηλείους ποιητές μετά το 1950.
Η συνεδρίαση άρχισε με εισήγηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη για τους Ηλείους ποιητές που δημοσίευσαν έργα τους μετά το 1950. Η εισήγηση ξεκίνησε με το ρητορικό ερώτημα αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ποίηση της Ηλείας απολύτως ξεκομμένα από την υπόλοιπη Ελληνική Ποίηση. Η απάντηση ήταν βέβαια αρνητική και μόνο για λόγους έρευνας, μελέτης και μεθοδολογίας μπορούμε να μιλάμε μόνο για την Ηλεία.
Στη συνέχεια ο ομιλητές αναφέρθηκε με λίγα λόγια στο ποιους θεωρούμε Ηλείους ποιητές και σε τι διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους Έλληνες ποιητές. Ακολούθως έγινε μια πλήρης σχεδόν αναφορά σε όλους τους Ηλείους ποιητές με ιδιαίτερο βάρος στον Τάκη Δόξα, το Φώτο Πασχαλινό, στους ποιητές που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και τον «Πυργιώτικο Παρνασσό», σ’ εκείνους που χάθηκαν πρόωρα χωρίς να μπορέσουν να ξεδιπλώσουν πλήρως το μεγάλο ταλέντο τους, όπως ο Νίκος Καχτίτσης, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, στην ξεχωριστή περίπτωση του Χρίστου Λάσκαρη από το Χάβαρι, στον Ηλία Γκρη, το Στάθη Κουτσούνη, το Διονύση Κράγκαρη και την ομάδα των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» των Λεχαινών, και σε πολλούς άλλους όπως ο Ιωσήφ Αργυρίου, ο Γιώργος Γώτης, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, ο Π.Α.Σινόπουλος,κ.λπ.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Τάκη Σινόπουλο και το Γιώργη Παυλόπουλο που το έργο τους αποτελεί ό,τι πιο σημαντικό δημιουργήθηκε στην Ηλεία στο χώρο της Ποίησης κατά τον 20ο αιώνα.
Στη συνέχεια ο Κώστας Καπέλας και ο Σωκράτης Σκαρτσής διάβασαν ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου, του Γιώργη Παυλόπουλου, του Χρίστου Λάσκαρη και του Γιώργου Παναγουλόπουλου ενώ ο Ηλίας Γκρης αναφέρθηκε δια μακρών στο έργο του Σινόπουλου και ο Στάθης Κουτσούνης στο έργο του Παυλόπουλου και του Λάσκαρη.
Στο δεύτερο μέρος της συνεδρίασης διάβασαν ποιήματά τους οι Ηλείοι ποιητές που παρακολουθούσαν τις εργασίες του Συμποσίου, ο Ηλίας Γκρης δηλαδή, ο Τάσος Γαλάτης που κατάγεται από τη Νέα Φιγαλεία, ο Θανάσης Τσίρος από το Νησί της Βάρδας, ο Στάθης Κουτσούνης και ο Ανδρέας Φουσκαρίνης. Τις συνεδριάσεις και τις αναγνώσεις των ποιημάτων παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Τις επόμενες ημέρες το Συμπόσιο θα ασχοληθεί με το μοντερνισμό στην Ποίηση και θα διαβάσουν ποιήματά τους πολλοί ακόμη ποιητές από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.

Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Πώς ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείαςΠως ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

'Ο μόσχος ήταν καλοθρεμμένος γιατί, ως τάμα για την ώρα της νίκης, απέσπα την προσοχή όλων των κατοίκων τής πόλης, καθ’ όλη την διαρρεύσασα τετραετία. 'Έτσι εγεννήθη, ετράφη και ανετράφη για να σφαγεί στο ιερό θυσιαστήριο τής εκλογικής νίκης.
Από νωρίς το πλήθος είχε συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία τής πόλης για να απολαύσει, ιδίοις όμμασι, το απρόσμενο θέαμα. Σε ειδική εξέδρα κάθονταν οι τρεις Βιλεαρδουίνοι μετά τής θυγατρός του τελευταίου' Ισαβέλλας και παρακολουθούσαν αμίλητοι τα τεκταινόμενα, ενώ η κούρτη και ο πέριξ χώρος είχαν ηλεκτροφωτιστεί με ισχυρούς προβολείς για να κάνουν τη νύχτα ήμέρα. Οι υπόλοιποι επίσημοι, βρίσκονταν μια θέση πίσω από τούς πρίγκιπες, κατά τη σειρά του αξιώματος του καθενός, κρατώντας στα χέρια λευκά αναστάσιμα κεριά και, ακόμη πιο πίσω, οι νεολαίες των συνεργαζομένων Κόμμάτων, οι πρόσκο¬ποι, οι οδηγοί, τα λυκόπουλα, ένοπλο άγημα της αεροπορίας και τμήμα, εναπομεινάντων από την εποχή τής δικτατορίας, αλκίμων.
'Ο μόσχος, όπως αναμενόταν άλλωστε, ήρθε τρα¬βηχτός, παρά τη θέλησή του. 'Εξ άλλου, ποιος οδηγείται με τη θέλησή του στο θυσιαστήριo, το οποιοδήποτε θυσιαστήριo; . Ο γνωστός ανά τα περί¬χωρα χασάπης Κωνσταντίνος Κοτσαλής, τον είχε δέσει με μια χοντρή τριχιά και έτσι τον έφερε στη μέση της πλατείας, στο σημείο εκείνο στο οποίο το τρεχού¬μενο νερό του υδραγωγείου φαντάζεται τον εαυτό του ως σιντριβάνι πού ρέει ακαταπαύστως ενώ το φωτί¬ζουν, όπως ακριβώς τα ημιφορτηγά των χαρούμενων Ινδομιγάδων τής γειτονικής κωμοπόλεως, απειράριθμα, πολύχρωμα λαμπιόνια.
. Ο δήμαρχος, επικεφαλής της πλειοψηφίας τού δημοτικού συμβουλίου και μέρους της εκλογικής του πελατείας, προσπάθησε να εμποδίσει τη θυσία. Εις μάτην, όμως! Το πλήθος ήταν αποφασισμένο για όλα και δεν υποχωρούσε με τίποτα. Καμία δύναμη στον κόσμο τούτο, όπως φάνηκε εκ των ύστέρων, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να ανακόψει τη φρενιτιώδη επέλα¬σή του πού μόνο με επέλαση μαινάδων θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς. "Όμως και ο δήμαρχος δεν το έβαλε κάτω. 'Από γεννησιμιού του αγωνιστής συνήθιζε πάντα να θέτει τον εαυτό του μπροστά
στους κινδύνους για το συμφέρον της πόλης και των πολιτών. Έτσι και σ' αύτή την περίπτωση, στάθηκε
μπροστά για να εμποδίσει, με το σώμα του, τα αιμοσταγή ένστικτα τού Κοτσαλη να εκδηλωθούν στο σώμα τού άτυχούς και ανυπεράσπιστου μόσχου. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και ένα φορτηγό, ανατρεπόμενο, δεκαπέντε περίπου τόνων και ένας φορτωτής, για να συμπαρασταθούν στον νεαρό χασάπη, ενώ ο μόσχος, πού τον ερέθιζε και το κόκκινο της γραβάτας τού πρώτου ανδρός της πόλης και το λευκό του μαντηλάκι, επετέθη μανιασμένος εναντίον του, όπως ακριβώς ο ταύρος κατά τού ταυρομάχου στις Ισπανι¬κές αρένες, και τον ανάγκασε να κάνει ένα. γυριστό τσαλιμάκι για να αποφύγει την κουτουλιά. Αύτή όμως η κίνηση ήταν πολύ ατυχής για τον μόσχο, γιατί γλίστρησε στα ολισθηρά πλακάκια της πλατείας και, με τη φόρα πού είχε, έχασε, την ασταθή άλλωστε ισορροπία του και σωριάστηκε, ανήμπορος πλέoν για αντίσταση, καταγής. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ξέφρε¬να σε ρυθμό ροκ εν ρόλ ανάμικτο με τσιφτετέλι και καρσιλαμά και χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να εμφυσήσει το δικό του ενθoυσιασμό στο μεγάλο και ηρωικό εκδοροσφαγέα πού, όλως ανελπίστως, άρχισε να τα χάνει ελαφρώς, απογοητεύοντας έτσι και το πλήθος πού είχε συρρεύ¬σει από νωρίς για να θαυμάσει την πρωτοφανή και μεγαλειώδη θυσία άλλά και τούς παρατεταγμένους, κατά τη σειρά τού αξιώματος, επισήμους. Ευτυχώς όμως, ο μόσχος ήταν ακόμη ξαπλωμένος καταγής και αυτό το γεγονός έδωσε στο διστακτικό Κοτσαλη και τη δύναμη άλλά και το θάρρος πού χρειαζόταν για την περίσταση και του μπήγει στον αυχένα το κοφτερό του το μαχαίρι, ενώ το πλήθος αλάλαζε απ’ τη χαρά του.
Αυτό ήταν! . Η δημοκρατία ενίκησε για μιαν ακόμη φορά! . Ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας και εκρεμάσθη πάραυτα από την κουτά¬λα τού φορτωτή για να τον γδάρουν με τις ιαχές τού πλήθους. 'Η κομμένη κεφαλή του κύλησε στο δάπεδο και έκοψε διαμιάς κάθε ήχο, κάθε φωνή και κάθε αλαλαγμό γιατί, δυστυχώς, ή κεφαλή τού μόσχου, όπως απεκαλύφθη στη στιγμή, ήταν ή κεφαλή τού ατuχoύς δημάρχου, που δεν μπόρεσε, τελικά, να αποφύγει το μοιραίον, παρά τις υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις του προσπάθειες. 'Έτσι, ήταν μοιραίο, να αποκεφαλισθεί μπροστά στους οπαδούς του και ή πόλη να χάσει τη φυσική της ηγεσία.

Το τέλος του παιχνιδιού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Μάξιμος ο Χίος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αφέγγαρη, η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει, τα σύννεφα όμως εξακολουθούσαν να παραμένουν πυκνά και να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Πού και πού το πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι το διαπερνούσε η λάμψη κάποιας αστραπής και των κεραυνών που έπεφταν με μανία στα γύρω υψώματα, δίνοντας τρομαχτικά σχήματα στους σκοτεινούς όγκους των λόφων, των δέντρων και των σπιτιών της πολίχνης.
Ο Μάξιμος καθόταν σκεφτικός μπροστά στο τζάκι του αρχοντικού του και κοίταγε τα ξύλα που καίγονταν πασχίζοντας να χαρίσουν με τον τρόπο τους τη θαλπωρή τους στο κουρασμένο του κορμί.
Το μυαλό του Μάξιμου όμως δεν ήταν στη φωτιά που τριζοβολούσε καταπίνοντας αδηφάγα τα λιόκλαρα που είχαν ρίξει στο τζάκι από ώρα αλλά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και στις απροκάλυπτες απειλές που είχε δεχτεί η αφεντιά του από τον παντοδύναμο ακόμη κοτζάμπαση της Γαστούνης, τον Σισίνη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός, σκεφτόταν, έχει μάθει τόσα χρόνια πια, απ’ τον καιρό ακόμη της Τουρκοκρατίας, να σκύβουν όλοι το κεφάλι τους μπροστά του με ταπεινότητα και σεβασμό και να τον προσκυνούν σαν να είναι το μεγαλύτερο αφεντικό του κόσμου και δεν ανέχεται με τίποτα να σηκώνει το κεφάλι του κάποιος στον τόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι του δόθηκε από ψηλά, από κάποια υπέρτατη δύναμη για να τον διαφεντεύει.
Το πρωί ένας κουμπάρος του αγαπητός του μετέφερε αυτολεξεί τις κουβέντες που ειπώθηκαν στο καφενείο μεγαλόφωνα για να τις ακούσουν όλοι και τον προειδοποίησε για το μέλλον.
- Φυλάξου, κουμπάρε, του είπε, ο Μπάμπαλης με τον Γιαννίκο συζητούσαν ανοιχτά πώς θα σε ξεπαστρέψουν κι έλεγαν ότι τα δέντρα που σηκώνουν ψηλά και γρήγορα το κεφάλι εύκολα τα κόβει κανείς. Ο Θεός να με συγχωρέσει, κουμπάρε, εσένα εννοούσαν κοίταγαν κι δυο με νόημα κατά το αρχοντικό σου και κουνούσαν το κεφάλι σαν να έλεγαν, δεν πάει άλλο πια.
- Μη φοβάσαι, τον καθησύχασε ο Μάξιμος, προσπαθώντας να καθησυχάσει περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τον φοβισμένο κουμπάρο του, δεν διώξαμε τους Τούρκους από την πατρίδα μας για να ‘ χουμε ΄Έλληνες Τούρκους στη θέση τους, έχουμε κράτος τώρα, νόμους που πρέπει να τηρούμε, κυβερνήτη που σεβόμαστε, δεν γίνονται αυτά τα πράματα πια. Θα δώσει λόγο στη δικαιοσύνη, αν τολμήσει κάτι…
- Κουμπάρε, είναι άνθρωποι του Σισίνη, έμπιστοι κι ο ίδιος ένα θεριό ανήμερο, δεν κάνει εύκολα πίσω. Πρόσεχέ τους, λοιπόν, διπλά.
Εκεί τελείωσε η συζήτηση. Τώρα μόνος στο σπίτι του σκέφτεται και ξανασκέφτεται όλα αυτά, μια αδιόρατη ανησυχία έχει αρχίσει και κατακλύζει το μυαλό του, γι’ αυτό, ίσως, είναι και συνοφρυωμένος.
- Πρέπει να βάλω φρουρούς να με φυλάνε, σκέφτεται σχεδόν μεγαλόφωνα. Αύριο κιόλας, η πρώτη μου δουλειά. Πρωί- πρωί θα το φροντίσω.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από τον πάνω όροφο, όπου βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά τους.
- Μάξιμε, δεν θάρθεις για ύπνο;
- Κοιμήσου εσύ, κοκόνα μου, της μίλησα, όπως πάντα, γλυκά κι ευγενικά. ΄Έχω κάτι να σκεφτώ ακόμα. Θάρθω σε λίγο.
Η καρδιά του μαλάκωσε με τη σκέψη της γυναίκας του. ΄Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευθεί με απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη, να της ανοίξει την ψυχή του διάπλατα, να σκύψει μπροστά της με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.
Την εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό. Γνωρίζονταν από παιδιά. ΄Ήταν κι οι δυο από τη Χίο, γλίτωσαν σαν από θαύμα στη μεγάλη σφαγή από τους Τούρκους, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και από τότε ζούνε μαζί. Ο θεός μονάχα δεν τους βοήθησε ν’ αποχτήσουν και παιδιά, να μην πάει το όνομα και η τεράστια περιουσία στράφι. ΄Ήταν το μόνο σύννεφο που σκίαζε καμιά φορά την ευτυχία τους και τους άφηνε μια γεύση ανικανοποίητου στη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που είχαν μείνει μόνοι, χωρίς συγγενείς και φίλους.
Είχαν γλιτώσει, λοιπόν, κι οι δύο παρά τρίχα από το γιαταγάνι των Τούρκων στη μεγάλη καταστροφή της Χίου στα 1822, κρυμμένοι, μέχρι να φύγει η καταστροφική στρατιά, σε μια σπηλιά στην ερημιά, άγνωστη στον πολύ κόσμο, τρώγοντας ρίζες και χόρτα. ΄Έτσι επιβίωσαν κάμποσο καιρό. ΄Ύστερα, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα που τους βρίσκονταν και όσα χρήματα είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους στη βάρκα ενός συγγενή τους και τόσκασαν απ’ το νησί. Κατέφυγαν στη Σύρο, δεν τους άρεσε ο νέος τόπος, ξαναφόρτωσαν τα πράγματά τους, ήρθαν στη ελεύθερη Ελλάδα, περιπλανήθηκαν για λίγο και μετά από πολλές περιπέτειες κατέφυγαν στην άλλη άκρη της χώρας, στην Κυλλήνη. Τους φάνηκε πως ο τόπος και οι άνθρωποι κάπως έφερναν, έμοιαζαν δηλαδή με τη χαμένη τους πατρίδα, βρήκαν και το έδαφος πρόσφορο, στο τέλος το πήραν απόφαση και άραξαν για πάντα εδώ διαλέγοντάς την για δεύτερη πατρίδα τους.
΄Όταν έφτασαν στην Κυλλήνη για πρώτη φορά, την βρήκαν κι αυτή ερειπωμένη, έρημη από κατοίκους και ζωντανά. Κάτι λίγοι ψαράδες κατοικούσαν μόνο και διέσχιζαν το Ιόνιο με τις βάρκες τους. Στα 1824 με 1825 είχαν περάσει και από εδώ οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ και είχαν ρημάξει τα πάντα. Το χωριό είχε πυρποληθεί από τη μία άκρη ως την άλλη, οι κάτοικοι, όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το φονικό μαχαίρι του εισβολέα, μπήκαν στις βάρκες και τα καΐκια και κατέφυγαν, άλλοι στο κοντινό νησάκι της Καυκαλίδας, άλλοι στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κι άλλοι κρύφτηκαν σαν αγρίμια στους γύρω λόγγους και τις απάτητες πλαγιές της περιοχής. Με τον καιρό, όμως, και μετά τη φυγή των Αιγυπτίων, επέστρεφαν σιγά-σιγά και το χωριό άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Μάξιμος να παραμείνει εφ’ όρου ζωής στον τόπο μαζί με τη γυναίκα του.
Αμέσως στρώθηκε στη δουλειά. Χρήματα είχε αρκετά, όσα κατάφερε να γλιτώσει από την καταστροφή της πρώτης του πατρίδας, αγόρασε χωράφια, σχεδόν τζάμπα ήταν τότε, έκτισε αποθήκες, αγόρασε προϊόντα και τα μεταπούλησε, έκανε γερό κομπόδεμα, μάζεψε κοντά του πολύ από τον ντόπιο πληθυσμό, τους βοήθησε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, να ζήσουν καλύτερα με τον καιρό, χωρίς έντονες βιοτικές φροντίδες. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, περίμενε από μέρα σε μέρα να υποδεχτεί πενήντα πλούσιες οικογένειες της Χίου, που είχαν γλιτώσει κι αυτές από το φονικό μαχαίρι του Τούρκου και είχαν έρθει σε επαφή με τον Μάξιμο.
Ο κόσμος εδώ τον αγαπούσε. Το ήξερε αλλά το ένιωθε κιόλας από την καθημερινή επαφή μαζί τους. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, πλην εξαιρέσεων πάντα, να μην τον αγαπάνε; Του χρωστούσαν τόσα και τόσα! Τους αγόρασε βόδια για να οργώνουν, τους έδωσε οικόπεδα να χτίσουν σπίτια ν’ απαγκιάσουν το κορμί τους, χωράφια να καλλιεργούν, πρόβατα και γίδια, στις αποθήκες του απόθετα τα προϊόντα του καθημερινού τους μόχθου και πληρώνονταν αμέσως σε μετρητά, κάτι που ήταν πρωτάκουστο για την περιοχή, οι κοτζαμπάσηδες του παρελθόντος δεν πλήρωναν ποτέ με μετρητά, έφτιαξε γεφύρια και άλλα μικρά έργα, που μόνο μια κυβέρνηση με πλούσιο προϋπολογισμό θα μπορούσε να κάνει.
- Υψώθηκα πολύ, σκεφτόταν από ώρα, ο κακός δαίμονας της περιοχής, ο άρχοντας Σισίνης δεν θα το ανεχτεί, θα βρει την ευκαιρία να με χαμηλώσει. Τουλάχιστον, να προλάβουν να έλθουν και οι άλλοι συμπατριώτες μου, να συστήσω μια καινούρια φρουρά απ’ αυτούς, να γλιτώσω το τομάρι μου. Τέλος πάντων, θα δούμε τι θα γίνει, δεν μπορώ να κάνω πίσω πια, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, κάναμε τόσους αγώνες για τη λευτεριά μας, χύσαμε τόσο αίμα που δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, δεν θ’ αφήσουμε να μας την πάρουν πάλι άνθρωποι κακοί, σημαδεμένοι από το κακό!

-----------------------------------

΄Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που νομίζει κανείς ότι θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει για να καταστρέψουν το σύμπαν απ’ τη μια άκρη του ως την άλλη. Βροχή ασταμάτητη και αέρας, αστραπές, βροντές και πού και πού κάποιο μακρινό αστροπελέκι.
- Κάπως έτσι θα ήταν και τότε που άρχισε ο κατακλυσμός του Νώε, σκέφτηκε μεγαλόφωνα αυτή τη φορά ο Μάξιμος και έριξε ένα κούτσουρο ακόμη στη φωτιά. Όλα τα ρέματα της περιοχής έχουν πλημμυρήσει, δεν βλέπεις χωράφι πουθενά.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε δυνατά η πόρτα. Ο Μάξιμος ταράχτηκε, κάτι να αναδεύεται ένιωσε μέσα του, ένας αδικαιολόγητος φόβος τον πλάκωσε. Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε η γυναίκα του.
- Μάξιμε, κάποιος χτυπάει την πόρτα μας.
- Μπες μέσα εσύ. Ησύχασε. Δεν είναι τίποτα, θα ρίξω μια ματιά και θα βεβαιωθείς.
Δεν πρόλαβε να κινηθεί. Η πόρτα γκρεμίστηκε στο δάπεδο, κάνοντας έναν φοβερό πάταγο, κάποιο σκληρό και ογκώδες αντικείμενο τη χτύπησε, κάποιο κορμό δένδρου θα είχαν χρησιμοποιήσει, όπως οι παλιοί πολιορκητές στα άπαρτα κάστρα του παρελθόντος.
- Ποιος διάολος είναι τέτοια ώρα στο σπίτι μου, φώναξε με τη βροντερή φωνή του ο Μάξιμος.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα. Στο άνοιγμα που άφηνε με το πέσιμό της η γκρεμισμένη πόρτα τρεις αγριάνθρωποι στέκονταν και γέμιζαν το κενό, οπλισμένοι σαν αστακοί, αξύριστοι και βρώμικοι. Τους γνώρισε αμέσως, ήταν γνωστοί παλικαράδες της περιοχής, άλλωστε, τσιράκια των Σισίνιδων αυτή την εποχή: ο Μπάμπαλης, ο Γιαννίκος κι ο Γούργαρης ο χιλιοκολασμένος, όπως τον αποκαλούσε ο λαός. Τρεις πληρωμένοι δολοφόνοι που δεν δίσταζαν ποτέ να εκτελέσουν και το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, άμα έπεφτε το παραδάκι.
- Τι θέλετε ωρέ τέτοια ώρα στο κονάκι μου;
΄Έριξε πάνω τους το βλέμμα του. Μαθημένοι από τέτοια και με τη βοήθεια, ίσως, κάποιας ποσότητας κρασιού, δεν έδειξαν να φοβήθηκαν.
- Μάξιμε, δεν κάνεις καλά κι ο αφέντης είναι θυμωμένος, του φώναξε ο Μπάμπαλης.
- Ποιος αφέντης ωρέ, ένας είναι ο αφέντης, ο Χριστός, τον αντέκρουσε.
- Μάξιμε, μιλάς άπρεπα, πήρε το λόγο ο Γιαννίκος, ο αφέντης ο Σισίνης σου μήνυσε και άλλες φορές αλλά εσύ δεν υπάκουσες, έγινες ένα με το σκυλολόι.
- Ποιο σκυλολόι ωρέ παλιόσκυλα του κερατά, βασανισμένοι άνθρωποι είναι.
- Μα που έχουν ξεχάσει εξ αιτίας σου να σέβονται και να τιμούν, όπως πρέπει, τον αφέντη τους, ολοκλήρωσε με την άγρια φωνή του ο Γούργαρης. Αυτά είναι τα ύστερα του κόσμου, η τάξη του κόσμου πάει περίπατο. Δεν είναι πράματα αυτά, δεν τα θέλει μήτε ο Θεός!
- ΄Άσε τον Θεό στη θέση του, αντίχριστε, τι τον πιάνεις στο στόμα σου!
- Μάξιμε, δεν θες να μας ακούσεις, να συμμορφωθείς, ήταν η σειρά του Μπάμπαλη να μιλήσει.
- Πηγαίνετε, ωρέ, ό,τι έχω να πω, θα το πω εγώ ο ίδιος με τον άρχοντα, δεν έχω άλλα λόγια μαζί σας.
- Δεν μας έστειλε για να κουβεντιάσουμε, πήρε τον λόγο ο Γιαννίκος.
- ΄Ήρθαμε γι’ αυτό, ολοκλήρωσε για μιαν ακόμη φορά ο Γούργαρης και του άδειασε την πιστόλα στο κεφάλι.
Ο Μάξιμος έκανε μια κίνηση, σαν για να κρατηθεί από κάποιο αόρατο στήριγμα, δεν μπόρεσε, παραπάτησε και σωριάστηκε κατά γης. Δεύτερη πιστολιά ακούστηκε απ’ τον Γιαννίκο και Τρίτη από τον Μπάμπαλη κι ο Μάξιμος κείτεται νεκρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
- Φονιάδες, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από την κορυφή της σκάλας.
Οι τρεις εκτελεστές τάχασαν για μια στιγμή, σάστισαν απ’ την σπαρακτική φωνή της γυναίκας, οπισθοχώρησαν βήμα – βήμα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα αλλόφρων, με όσα είδαν τα μάτια της, πήρε κι αυτή τα όρη και τα βουνά και χάθηκε προς στιγμήν από τα μάτια του κόσμου. Τη βρήκαν μετά από τρεις μέρες κρυμμένη σ’ ένα καΐκι, νηστική και εξαθλιωμένη.
Εκείνη τη νύχτα η Κυλλήνη έχασε για πάντα το στήριγμά της και τις ελπίδες της για ένα καλύτερο μέλλον κι ο Μάξιμος έγινε τραγούδι στο στόμα των χωρικών, που το τραγουδούσαν όταν ο πόνος τους πλάκωνε στα στήθια.