Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
'Ο μόσχος ήταν καλοθρεμμένος γιατί, ως τάμα για την ώρα της νίκης, απέσπα την προσοχή όλων των κατοίκων τής πόλης, καθ’ όλη την διαρρεύσασα τετραετία. 'Έτσι εγεννήθη, ετράφη και ανετράφη για να σφαγεί στο ιερό θυσιαστήριο τής εκλογικής νίκης.
Από νωρίς το πλήθος είχε συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία τής πόλης για να απολαύσει, ιδίοις όμμασι, το απρόσμενο θέαμα. Σε ειδική εξέδρα κάθονταν οι τρεις Βιλεαρδουίνοι μετά τής θυγατρός του τελευταίου' Ισαβέλλας και παρακολουθούσαν αμίλητοι τα τεκταινόμενα, ενώ η κούρτη και ο πέριξ χώρος είχαν ηλεκτροφωτιστεί με ισχυρούς προβολείς για να κάνουν τη νύχτα ήμέρα. Οι υπόλοιποι επίσημοι, βρίσκονταν μια θέση πίσω από τούς πρίγκιπες, κατά τη σειρά του αξιώματος του καθενός, κρατώντας στα χέρια λευκά αναστάσιμα κεριά και, ακόμη πιο πίσω, οι νεολαίες των συνεργαζομένων Κόμμάτων, οι πρόσκο¬ποι, οι οδηγοί, τα λυκόπουλα, ένοπλο άγημα της αεροπορίας και τμήμα, εναπομεινάντων από την εποχή τής δικτατορίας, αλκίμων.
'Ο μόσχος, όπως αναμενόταν άλλωστε, ήρθε τρα¬βηχτός, παρά τη θέλησή του. 'Εξ άλλου, ποιος οδηγείται με τη θέλησή του στο θυσιαστήριo, το οποιοδήποτε θυσιαστήριo; . Ο γνωστός ανά τα περί¬χωρα χασάπης Κωνσταντίνος Κοτσαλής, τον είχε δέσει με μια χοντρή τριχιά και έτσι τον έφερε στη μέση της πλατείας, στο σημείο εκείνο στο οποίο το τρεχού¬μενο νερό του υδραγωγείου φαντάζεται τον εαυτό του ως σιντριβάνι πού ρέει ακαταπαύστως ενώ το φωτί¬ζουν, όπως ακριβώς τα ημιφορτηγά των χαρούμενων Ινδομιγάδων τής γειτονικής κωμοπόλεως, απειράριθμα, πολύχρωμα λαμπιόνια.
. Ο δήμαρχος, επικεφαλής της πλειοψηφίας τού δημοτικού συμβουλίου και μέρους της εκλογικής του πελατείας, προσπάθησε να εμποδίσει τη θυσία. Εις μάτην, όμως! Το πλήθος ήταν αποφασισμένο για όλα και δεν υποχωρούσε με τίποτα. Καμία δύναμη στον κόσμο τούτο, όπως φάνηκε εκ των ύστέρων, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να ανακόψει τη φρενιτιώδη επέλα¬σή του πού μόνο με επέλαση μαινάδων θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς. "Όμως και ο δήμαρχος δεν το έβαλε κάτω. 'Από γεννησιμιού του αγωνιστής συνήθιζε πάντα να θέτει τον εαυτό του μπροστά
στους κινδύνους για το συμφέρον της πόλης και των πολιτών. Έτσι και σ' αύτή την περίπτωση, στάθηκε
μπροστά για να εμποδίσει, με το σώμα του, τα αιμοσταγή ένστικτα τού Κοτσαλη να εκδηλωθούν στο σώμα τού άτυχούς και ανυπεράσπιστου μόσχου. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και ένα φορτηγό, ανατρεπόμενο, δεκαπέντε περίπου τόνων και ένας φορτωτής, για να συμπαρασταθούν στον νεαρό χασάπη, ενώ ο μόσχος, πού τον ερέθιζε και το κόκκινο της γραβάτας τού πρώτου ανδρός της πόλης και το λευκό του μαντηλάκι, επετέθη μανιασμένος εναντίον του, όπως ακριβώς ο ταύρος κατά τού ταυρομάχου στις Ισπανι¬κές αρένες, και τον ανάγκασε να κάνει ένα. γυριστό τσαλιμάκι για να αποφύγει την κουτουλιά. Αύτή όμως η κίνηση ήταν πολύ ατυχής για τον μόσχο, γιατί γλίστρησε στα ολισθηρά πλακάκια της πλατείας και, με τη φόρα πού είχε, έχασε, την ασταθή άλλωστε ισορροπία του και σωριάστηκε, ανήμπορος πλέoν για αντίσταση, καταγής. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ξέφρε¬να σε ρυθμό ροκ εν ρόλ ανάμικτο με τσιφτετέλι και καρσιλαμά και χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να εμφυσήσει το δικό του ενθoυσιασμό στο μεγάλο και ηρωικό εκδοροσφαγέα πού, όλως ανελπίστως, άρχισε να τα χάνει ελαφρώς, απογοητεύοντας έτσι και το πλήθος πού είχε συρρεύ¬σει από νωρίς για να θαυμάσει την πρωτοφανή και μεγαλειώδη θυσία άλλά και τούς παρατεταγμένους, κατά τη σειρά τού αξιώματος, επισήμους. Ευτυχώς όμως, ο μόσχος ήταν ακόμη ξαπλωμένος καταγής και αυτό το γεγονός έδωσε στο διστακτικό Κοτσαλη και τη δύναμη άλλά και το θάρρος πού χρειαζόταν για την περίσταση και του μπήγει στον αυχένα το κοφτερό του το μαχαίρι, ενώ το πλήθος αλάλαζε απ’ τη χαρά του.
Αυτό ήταν! . Η δημοκρατία ενίκησε για μιαν ακόμη φορά! . Ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας και εκρεμάσθη πάραυτα από την κουτά¬λα τού φορτωτή για να τον γδάρουν με τις ιαχές τού πλήθους. 'Η κομμένη κεφαλή του κύλησε στο δάπεδο και έκοψε διαμιάς κάθε ήχο, κάθε φωνή και κάθε αλαλαγμό γιατί, δυστυχώς, ή κεφαλή τού μόσχου, όπως απεκαλύφθη στη στιγμή, ήταν ή κεφαλή τού ατuχoύς δημάρχου, που δεν μπόρεσε, τελικά, να αποφύγει το μοιραίον, παρά τις υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις του προσπάθειες. 'Έτσι, ήταν μοιραίο, να αποκεφαλισθεί μπροστά στους οπαδούς του και ή πόλη να χάσει τη φυσική της ηγεσία.
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
Το τέλος του παιχνιδιού
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.
Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.
Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Μάξιμος ο Χίος
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αφέγγαρη, η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει, τα σύννεφα όμως εξακολουθούσαν να παραμένουν πυκνά και να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Πού και πού το πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι το διαπερνούσε η λάμψη κάποιας αστραπής και των κεραυνών που έπεφταν με μανία στα γύρω υψώματα, δίνοντας τρομαχτικά σχήματα στους σκοτεινούς όγκους των λόφων, των δέντρων και των σπιτιών της πολίχνης.
Ο Μάξιμος καθόταν σκεφτικός μπροστά στο τζάκι του αρχοντικού του και κοίταγε τα ξύλα που καίγονταν πασχίζοντας να χαρίσουν με τον τρόπο τους τη θαλπωρή τους στο κουρασμένο του κορμί.
Το μυαλό του Μάξιμου όμως δεν ήταν στη φωτιά που τριζοβολούσε καταπίνοντας αδηφάγα τα λιόκλαρα που είχαν ρίξει στο τζάκι από ώρα αλλά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και στις απροκάλυπτες απειλές που είχε δεχτεί η αφεντιά του από τον παντοδύναμο ακόμη κοτζάμπαση της Γαστούνης, τον Σισίνη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός, σκεφτόταν, έχει μάθει τόσα χρόνια πια, απ’ τον καιρό ακόμη της Τουρκοκρατίας, να σκύβουν όλοι το κεφάλι τους μπροστά του με ταπεινότητα και σεβασμό και να τον προσκυνούν σαν να είναι το μεγαλύτερο αφεντικό του κόσμου και δεν ανέχεται με τίποτα να σηκώνει το κεφάλι του κάποιος στον τόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι του δόθηκε από ψηλά, από κάποια υπέρτατη δύναμη για να τον διαφεντεύει.
Το πρωί ένας κουμπάρος του αγαπητός του μετέφερε αυτολεξεί τις κουβέντες που ειπώθηκαν στο καφενείο μεγαλόφωνα για να τις ακούσουν όλοι και τον προειδοποίησε για το μέλλον.
- Φυλάξου, κουμπάρε, του είπε, ο Μπάμπαλης με τον Γιαννίκο συζητούσαν ανοιχτά πώς θα σε ξεπαστρέψουν κι έλεγαν ότι τα δέντρα που σηκώνουν ψηλά και γρήγορα το κεφάλι εύκολα τα κόβει κανείς. Ο Θεός να με συγχωρέσει, κουμπάρε, εσένα εννοούσαν κοίταγαν κι δυο με νόημα κατά το αρχοντικό σου και κουνούσαν το κεφάλι σαν να έλεγαν, δεν πάει άλλο πια.
- Μη φοβάσαι, τον καθησύχασε ο Μάξιμος, προσπαθώντας να καθησυχάσει περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τον φοβισμένο κουμπάρο του, δεν διώξαμε τους Τούρκους από την πατρίδα μας για να ‘ χουμε ΄Έλληνες Τούρκους στη θέση τους, έχουμε κράτος τώρα, νόμους που πρέπει να τηρούμε, κυβερνήτη που σεβόμαστε, δεν γίνονται αυτά τα πράματα πια. Θα δώσει λόγο στη δικαιοσύνη, αν τολμήσει κάτι…
- Κουμπάρε, είναι άνθρωποι του Σισίνη, έμπιστοι κι ο ίδιος ένα θεριό ανήμερο, δεν κάνει εύκολα πίσω. Πρόσεχέ τους, λοιπόν, διπλά.
Εκεί τελείωσε η συζήτηση. Τώρα μόνος στο σπίτι του σκέφτεται και ξανασκέφτεται όλα αυτά, μια αδιόρατη ανησυχία έχει αρχίσει και κατακλύζει το μυαλό του, γι’ αυτό, ίσως, είναι και συνοφρυωμένος.
- Πρέπει να βάλω φρουρούς να με φυλάνε, σκέφτεται σχεδόν μεγαλόφωνα. Αύριο κιόλας, η πρώτη μου δουλειά. Πρωί- πρωί θα το φροντίσω.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από τον πάνω όροφο, όπου βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά τους.
- Μάξιμε, δεν θάρθεις για ύπνο;
- Κοιμήσου εσύ, κοκόνα μου, της μίλησα, όπως πάντα, γλυκά κι ευγενικά. ΄Έχω κάτι να σκεφτώ ακόμα. Θάρθω σε λίγο.
Η καρδιά του μαλάκωσε με τη σκέψη της γυναίκας του. ΄Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευθεί με απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη, να της ανοίξει την ψυχή του διάπλατα, να σκύψει μπροστά της με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.
Την εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό. Γνωρίζονταν από παιδιά. ΄Ήταν κι οι δυο από τη Χίο, γλίτωσαν σαν από θαύμα στη μεγάλη σφαγή από τους Τούρκους, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και από τότε ζούνε μαζί. Ο θεός μονάχα δεν τους βοήθησε ν’ αποχτήσουν και παιδιά, να μην πάει το όνομα και η τεράστια περιουσία στράφι. ΄Ήταν το μόνο σύννεφο που σκίαζε καμιά φορά την ευτυχία τους και τους άφηνε μια γεύση ανικανοποίητου στη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που είχαν μείνει μόνοι, χωρίς συγγενείς και φίλους.
Είχαν γλιτώσει, λοιπόν, κι οι δύο παρά τρίχα από το γιαταγάνι των Τούρκων στη μεγάλη καταστροφή της Χίου στα 1822, κρυμμένοι, μέχρι να φύγει η καταστροφική στρατιά, σε μια σπηλιά στην ερημιά, άγνωστη στον πολύ κόσμο, τρώγοντας ρίζες και χόρτα. ΄Έτσι επιβίωσαν κάμποσο καιρό. ΄Ύστερα, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα που τους βρίσκονταν και όσα χρήματα είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους στη βάρκα ενός συγγενή τους και τόσκασαν απ’ το νησί. Κατέφυγαν στη Σύρο, δεν τους άρεσε ο νέος τόπος, ξαναφόρτωσαν τα πράγματά τους, ήρθαν στη ελεύθερη Ελλάδα, περιπλανήθηκαν για λίγο και μετά από πολλές περιπέτειες κατέφυγαν στην άλλη άκρη της χώρας, στην Κυλλήνη. Τους φάνηκε πως ο τόπος και οι άνθρωποι κάπως έφερναν, έμοιαζαν δηλαδή με τη χαμένη τους πατρίδα, βρήκαν και το έδαφος πρόσφορο, στο τέλος το πήραν απόφαση και άραξαν για πάντα εδώ διαλέγοντάς την για δεύτερη πατρίδα τους.
΄Όταν έφτασαν στην Κυλλήνη για πρώτη φορά, την βρήκαν κι αυτή ερειπωμένη, έρημη από κατοίκους και ζωντανά. Κάτι λίγοι ψαράδες κατοικούσαν μόνο και διέσχιζαν το Ιόνιο με τις βάρκες τους. Στα 1824 με 1825 είχαν περάσει και από εδώ οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ και είχαν ρημάξει τα πάντα. Το χωριό είχε πυρποληθεί από τη μία άκρη ως την άλλη, οι κάτοικοι, όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το φονικό μαχαίρι του εισβολέα, μπήκαν στις βάρκες και τα καΐκια και κατέφυγαν, άλλοι στο κοντινό νησάκι της Καυκαλίδας, άλλοι στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κι άλλοι κρύφτηκαν σαν αγρίμια στους γύρω λόγγους και τις απάτητες πλαγιές της περιοχής. Με τον καιρό, όμως, και μετά τη φυγή των Αιγυπτίων, επέστρεφαν σιγά-σιγά και το χωριό άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Μάξιμος να παραμείνει εφ’ όρου ζωής στον τόπο μαζί με τη γυναίκα του.
Αμέσως στρώθηκε στη δουλειά. Χρήματα είχε αρκετά, όσα κατάφερε να γλιτώσει από την καταστροφή της πρώτης του πατρίδας, αγόρασε χωράφια, σχεδόν τζάμπα ήταν τότε, έκτισε αποθήκες, αγόρασε προϊόντα και τα μεταπούλησε, έκανε γερό κομπόδεμα, μάζεψε κοντά του πολύ από τον ντόπιο πληθυσμό, τους βοήθησε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, να ζήσουν καλύτερα με τον καιρό, χωρίς έντονες βιοτικές φροντίδες. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, περίμενε από μέρα σε μέρα να υποδεχτεί πενήντα πλούσιες οικογένειες της Χίου, που είχαν γλιτώσει κι αυτές από το φονικό μαχαίρι του Τούρκου και είχαν έρθει σε επαφή με τον Μάξιμο.
Ο κόσμος εδώ τον αγαπούσε. Το ήξερε αλλά το ένιωθε κιόλας από την καθημερινή επαφή μαζί τους. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, πλην εξαιρέσεων πάντα, να μην τον αγαπάνε; Του χρωστούσαν τόσα και τόσα! Τους αγόρασε βόδια για να οργώνουν, τους έδωσε οικόπεδα να χτίσουν σπίτια ν’ απαγκιάσουν το κορμί τους, χωράφια να καλλιεργούν, πρόβατα και γίδια, στις αποθήκες του απόθετα τα προϊόντα του καθημερινού τους μόχθου και πληρώνονταν αμέσως σε μετρητά, κάτι που ήταν πρωτάκουστο για την περιοχή, οι κοτζαμπάσηδες του παρελθόντος δεν πλήρωναν ποτέ με μετρητά, έφτιαξε γεφύρια και άλλα μικρά έργα, που μόνο μια κυβέρνηση με πλούσιο προϋπολογισμό θα μπορούσε να κάνει.
- Υψώθηκα πολύ, σκεφτόταν από ώρα, ο κακός δαίμονας της περιοχής, ο άρχοντας Σισίνης δεν θα το ανεχτεί, θα βρει την ευκαιρία να με χαμηλώσει. Τουλάχιστον, να προλάβουν να έλθουν και οι άλλοι συμπατριώτες μου, να συστήσω μια καινούρια φρουρά απ’ αυτούς, να γλιτώσω το τομάρι μου. Τέλος πάντων, θα δούμε τι θα γίνει, δεν μπορώ να κάνω πίσω πια, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, κάναμε τόσους αγώνες για τη λευτεριά μας, χύσαμε τόσο αίμα που δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, δεν θ’ αφήσουμε να μας την πάρουν πάλι άνθρωποι κακοί, σημαδεμένοι από το κακό!
-----------------------------------
΄Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που νομίζει κανείς ότι θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει για να καταστρέψουν το σύμπαν απ’ τη μια άκρη του ως την άλλη. Βροχή ασταμάτητη και αέρας, αστραπές, βροντές και πού και πού κάποιο μακρινό αστροπελέκι.
- Κάπως έτσι θα ήταν και τότε που άρχισε ο κατακλυσμός του Νώε, σκέφτηκε μεγαλόφωνα αυτή τη φορά ο Μάξιμος και έριξε ένα κούτσουρο ακόμη στη φωτιά. Όλα τα ρέματα της περιοχής έχουν πλημμυρήσει, δεν βλέπεις χωράφι πουθενά.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε δυνατά η πόρτα. Ο Μάξιμος ταράχτηκε, κάτι να αναδεύεται ένιωσε μέσα του, ένας αδικαιολόγητος φόβος τον πλάκωσε. Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε η γυναίκα του.
- Μάξιμε, κάποιος χτυπάει την πόρτα μας.
- Μπες μέσα εσύ. Ησύχασε. Δεν είναι τίποτα, θα ρίξω μια ματιά και θα βεβαιωθείς.
Δεν πρόλαβε να κινηθεί. Η πόρτα γκρεμίστηκε στο δάπεδο, κάνοντας έναν φοβερό πάταγο, κάποιο σκληρό και ογκώδες αντικείμενο τη χτύπησε, κάποιο κορμό δένδρου θα είχαν χρησιμοποιήσει, όπως οι παλιοί πολιορκητές στα άπαρτα κάστρα του παρελθόντος.
- Ποιος διάολος είναι τέτοια ώρα στο σπίτι μου, φώναξε με τη βροντερή φωνή του ο Μάξιμος.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα. Στο άνοιγμα που άφηνε με το πέσιμό της η γκρεμισμένη πόρτα τρεις αγριάνθρωποι στέκονταν και γέμιζαν το κενό, οπλισμένοι σαν αστακοί, αξύριστοι και βρώμικοι. Τους γνώρισε αμέσως, ήταν γνωστοί παλικαράδες της περιοχής, άλλωστε, τσιράκια των Σισίνιδων αυτή την εποχή: ο Μπάμπαλης, ο Γιαννίκος κι ο Γούργαρης ο χιλιοκολασμένος, όπως τον αποκαλούσε ο λαός. Τρεις πληρωμένοι δολοφόνοι που δεν δίσταζαν ποτέ να εκτελέσουν και το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, άμα έπεφτε το παραδάκι.
- Τι θέλετε ωρέ τέτοια ώρα στο κονάκι μου;
΄Έριξε πάνω τους το βλέμμα του. Μαθημένοι από τέτοια και με τη βοήθεια, ίσως, κάποιας ποσότητας κρασιού, δεν έδειξαν να φοβήθηκαν.
- Μάξιμε, δεν κάνεις καλά κι ο αφέντης είναι θυμωμένος, του φώναξε ο Μπάμπαλης.
- Ποιος αφέντης ωρέ, ένας είναι ο αφέντης, ο Χριστός, τον αντέκρουσε.
- Μάξιμε, μιλάς άπρεπα, πήρε το λόγο ο Γιαννίκος, ο αφέντης ο Σισίνης σου μήνυσε και άλλες φορές αλλά εσύ δεν υπάκουσες, έγινες ένα με το σκυλολόι.
- Ποιο σκυλολόι ωρέ παλιόσκυλα του κερατά, βασανισμένοι άνθρωποι είναι.
- Μα που έχουν ξεχάσει εξ αιτίας σου να σέβονται και να τιμούν, όπως πρέπει, τον αφέντη τους, ολοκλήρωσε με την άγρια φωνή του ο Γούργαρης. Αυτά είναι τα ύστερα του κόσμου, η τάξη του κόσμου πάει περίπατο. Δεν είναι πράματα αυτά, δεν τα θέλει μήτε ο Θεός!
- ΄Άσε τον Θεό στη θέση του, αντίχριστε, τι τον πιάνεις στο στόμα σου!
- Μάξιμε, δεν θες να μας ακούσεις, να συμμορφωθείς, ήταν η σειρά του Μπάμπαλη να μιλήσει.
- Πηγαίνετε, ωρέ, ό,τι έχω να πω, θα το πω εγώ ο ίδιος με τον άρχοντα, δεν έχω άλλα λόγια μαζί σας.
- Δεν μας έστειλε για να κουβεντιάσουμε, πήρε τον λόγο ο Γιαννίκος.
- ΄Ήρθαμε γι’ αυτό, ολοκλήρωσε για μιαν ακόμη φορά ο Γούργαρης και του άδειασε την πιστόλα στο κεφάλι.
Ο Μάξιμος έκανε μια κίνηση, σαν για να κρατηθεί από κάποιο αόρατο στήριγμα, δεν μπόρεσε, παραπάτησε και σωριάστηκε κατά γης. Δεύτερη πιστολιά ακούστηκε απ’ τον Γιαννίκο και Τρίτη από τον Μπάμπαλη κι ο Μάξιμος κείτεται νεκρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
- Φονιάδες, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από την κορυφή της σκάλας.
Οι τρεις εκτελεστές τάχασαν για μια στιγμή, σάστισαν απ’ την σπαρακτική φωνή της γυναίκας, οπισθοχώρησαν βήμα – βήμα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα αλλόφρων, με όσα είδαν τα μάτια της, πήρε κι αυτή τα όρη και τα βουνά και χάθηκε προς στιγμήν από τα μάτια του κόσμου. Τη βρήκαν μετά από τρεις μέρες κρυμμένη σ’ ένα καΐκι, νηστική και εξαθλιωμένη.
Εκείνη τη νύχτα η Κυλλήνη έχασε για πάντα το στήριγμά της και τις ελπίδες της για ένα καλύτερο μέλλον κι ο Μάξιμος έγινε τραγούδι στο στόμα των χωρικών, που το τραγουδούσαν όταν ο πόνος τους πλάκωνε στα στήθια.
Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αφέγγαρη, η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει, τα σύννεφα όμως εξακολουθούσαν να παραμένουν πυκνά και να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Πού και πού το πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι το διαπερνούσε η λάμψη κάποιας αστραπής και των κεραυνών που έπεφταν με μανία στα γύρω υψώματα, δίνοντας τρομαχτικά σχήματα στους σκοτεινούς όγκους των λόφων, των δέντρων και των σπιτιών της πολίχνης.
Ο Μάξιμος καθόταν σκεφτικός μπροστά στο τζάκι του αρχοντικού του και κοίταγε τα ξύλα που καίγονταν πασχίζοντας να χαρίσουν με τον τρόπο τους τη θαλπωρή τους στο κουρασμένο του κορμί.
Το μυαλό του Μάξιμου όμως δεν ήταν στη φωτιά που τριζοβολούσε καταπίνοντας αδηφάγα τα λιόκλαρα που είχαν ρίξει στο τζάκι από ώρα αλλά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και στις απροκάλυπτες απειλές που είχε δεχτεί η αφεντιά του από τον παντοδύναμο ακόμη κοτζάμπαση της Γαστούνης, τον Σισίνη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός, σκεφτόταν, έχει μάθει τόσα χρόνια πια, απ’ τον καιρό ακόμη της Τουρκοκρατίας, να σκύβουν όλοι το κεφάλι τους μπροστά του με ταπεινότητα και σεβασμό και να τον προσκυνούν σαν να είναι το μεγαλύτερο αφεντικό του κόσμου και δεν ανέχεται με τίποτα να σηκώνει το κεφάλι του κάποιος στον τόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι του δόθηκε από ψηλά, από κάποια υπέρτατη δύναμη για να τον διαφεντεύει.
Το πρωί ένας κουμπάρος του αγαπητός του μετέφερε αυτολεξεί τις κουβέντες που ειπώθηκαν στο καφενείο μεγαλόφωνα για να τις ακούσουν όλοι και τον προειδοποίησε για το μέλλον.
- Φυλάξου, κουμπάρε, του είπε, ο Μπάμπαλης με τον Γιαννίκο συζητούσαν ανοιχτά πώς θα σε ξεπαστρέψουν κι έλεγαν ότι τα δέντρα που σηκώνουν ψηλά και γρήγορα το κεφάλι εύκολα τα κόβει κανείς. Ο Θεός να με συγχωρέσει, κουμπάρε, εσένα εννοούσαν κοίταγαν κι δυο με νόημα κατά το αρχοντικό σου και κουνούσαν το κεφάλι σαν να έλεγαν, δεν πάει άλλο πια.
- Μη φοβάσαι, τον καθησύχασε ο Μάξιμος, προσπαθώντας να καθησυχάσει περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τον φοβισμένο κουμπάρο του, δεν διώξαμε τους Τούρκους από την πατρίδα μας για να ‘ χουμε ΄Έλληνες Τούρκους στη θέση τους, έχουμε κράτος τώρα, νόμους που πρέπει να τηρούμε, κυβερνήτη που σεβόμαστε, δεν γίνονται αυτά τα πράματα πια. Θα δώσει λόγο στη δικαιοσύνη, αν τολμήσει κάτι…
- Κουμπάρε, είναι άνθρωποι του Σισίνη, έμπιστοι κι ο ίδιος ένα θεριό ανήμερο, δεν κάνει εύκολα πίσω. Πρόσεχέ τους, λοιπόν, διπλά.
Εκεί τελείωσε η συζήτηση. Τώρα μόνος στο σπίτι του σκέφτεται και ξανασκέφτεται όλα αυτά, μια αδιόρατη ανησυχία έχει αρχίσει και κατακλύζει το μυαλό του, γι’ αυτό, ίσως, είναι και συνοφρυωμένος.
- Πρέπει να βάλω φρουρούς να με φυλάνε, σκέφτεται σχεδόν μεγαλόφωνα. Αύριο κιόλας, η πρώτη μου δουλειά. Πρωί- πρωί θα το φροντίσω.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από τον πάνω όροφο, όπου βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά τους.
- Μάξιμε, δεν θάρθεις για ύπνο;
- Κοιμήσου εσύ, κοκόνα μου, της μίλησα, όπως πάντα, γλυκά κι ευγενικά. ΄Έχω κάτι να σκεφτώ ακόμα. Θάρθω σε λίγο.
Η καρδιά του μαλάκωσε με τη σκέψη της γυναίκας του. ΄Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευθεί με απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη, να της ανοίξει την ψυχή του διάπλατα, να σκύψει μπροστά της με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.
Την εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό. Γνωρίζονταν από παιδιά. ΄Ήταν κι οι δυο από τη Χίο, γλίτωσαν σαν από θαύμα στη μεγάλη σφαγή από τους Τούρκους, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και από τότε ζούνε μαζί. Ο θεός μονάχα δεν τους βοήθησε ν’ αποχτήσουν και παιδιά, να μην πάει το όνομα και η τεράστια περιουσία στράφι. ΄Ήταν το μόνο σύννεφο που σκίαζε καμιά φορά την ευτυχία τους και τους άφηνε μια γεύση ανικανοποίητου στη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που είχαν μείνει μόνοι, χωρίς συγγενείς και φίλους.
Είχαν γλιτώσει, λοιπόν, κι οι δύο παρά τρίχα από το γιαταγάνι των Τούρκων στη μεγάλη καταστροφή της Χίου στα 1822, κρυμμένοι, μέχρι να φύγει η καταστροφική στρατιά, σε μια σπηλιά στην ερημιά, άγνωστη στον πολύ κόσμο, τρώγοντας ρίζες και χόρτα. ΄Έτσι επιβίωσαν κάμποσο καιρό. ΄Ύστερα, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα που τους βρίσκονταν και όσα χρήματα είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους στη βάρκα ενός συγγενή τους και τόσκασαν απ’ το νησί. Κατέφυγαν στη Σύρο, δεν τους άρεσε ο νέος τόπος, ξαναφόρτωσαν τα πράγματά τους, ήρθαν στη ελεύθερη Ελλάδα, περιπλανήθηκαν για λίγο και μετά από πολλές περιπέτειες κατέφυγαν στην άλλη άκρη της χώρας, στην Κυλλήνη. Τους φάνηκε πως ο τόπος και οι άνθρωποι κάπως έφερναν, έμοιαζαν δηλαδή με τη χαμένη τους πατρίδα, βρήκαν και το έδαφος πρόσφορο, στο τέλος το πήραν απόφαση και άραξαν για πάντα εδώ διαλέγοντάς την για δεύτερη πατρίδα τους.
΄Όταν έφτασαν στην Κυλλήνη για πρώτη φορά, την βρήκαν κι αυτή ερειπωμένη, έρημη από κατοίκους και ζωντανά. Κάτι λίγοι ψαράδες κατοικούσαν μόνο και διέσχιζαν το Ιόνιο με τις βάρκες τους. Στα 1824 με 1825 είχαν περάσει και από εδώ οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ και είχαν ρημάξει τα πάντα. Το χωριό είχε πυρποληθεί από τη μία άκρη ως την άλλη, οι κάτοικοι, όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το φονικό μαχαίρι του εισβολέα, μπήκαν στις βάρκες και τα καΐκια και κατέφυγαν, άλλοι στο κοντινό νησάκι της Καυκαλίδας, άλλοι στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κι άλλοι κρύφτηκαν σαν αγρίμια στους γύρω λόγγους και τις απάτητες πλαγιές της περιοχής. Με τον καιρό, όμως, και μετά τη φυγή των Αιγυπτίων, επέστρεφαν σιγά-σιγά και το χωριό άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Μάξιμος να παραμείνει εφ’ όρου ζωής στον τόπο μαζί με τη γυναίκα του.
Αμέσως στρώθηκε στη δουλειά. Χρήματα είχε αρκετά, όσα κατάφερε να γλιτώσει από την καταστροφή της πρώτης του πατρίδας, αγόρασε χωράφια, σχεδόν τζάμπα ήταν τότε, έκτισε αποθήκες, αγόρασε προϊόντα και τα μεταπούλησε, έκανε γερό κομπόδεμα, μάζεψε κοντά του πολύ από τον ντόπιο πληθυσμό, τους βοήθησε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, να ζήσουν καλύτερα με τον καιρό, χωρίς έντονες βιοτικές φροντίδες. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, περίμενε από μέρα σε μέρα να υποδεχτεί πενήντα πλούσιες οικογένειες της Χίου, που είχαν γλιτώσει κι αυτές από το φονικό μαχαίρι του Τούρκου και είχαν έρθει σε επαφή με τον Μάξιμο.
Ο κόσμος εδώ τον αγαπούσε. Το ήξερε αλλά το ένιωθε κιόλας από την καθημερινή επαφή μαζί τους. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, πλην εξαιρέσεων πάντα, να μην τον αγαπάνε; Του χρωστούσαν τόσα και τόσα! Τους αγόρασε βόδια για να οργώνουν, τους έδωσε οικόπεδα να χτίσουν σπίτια ν’ απαγκιάσουν το κορμί τους, χωράφια να καλλιεργούν, πρόβατα και γίδια, στις αποθήκες του απόθετα τα προϊόντα του καθημερινού τους μόχθου και πληρώνονταν αμέσως σε μετρητά, κάτι που ήταν πρωτάκουστο για την περιοχή, οι κοτζαμπάσηδες του παρελθόντος δεν πλήρωναν ποτέ με μετρητά, έφτιαξε γεφύρια και άλλα μικρά έργα, που μόνο μια κυβέρνηση με πλούσιο προϋπολογισμό θα μπορούσε να κάνει.
- Υψώθηκα πολύ, σκεφτόταν από ώρα, ο κακός δαίμονας της περιοχής, ο άρχοντας Σισίνης δεν θα το ανεχτεί, θα βρει την ευκαιρία να με χαμηλώσει. Τουλάχιστον, να προλάβουν να έλθουν και οι άλλοι συμπατριώτες μου, να συστήσω μια καινούρια φρουρά απ’ αυτούς, να γλιτώσω το τομάρι μου. Τέλος πάντων, θα δούμε τι θα γίνει, δεν μπορώ να κάνω πίσω πια, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, κάναμε τόσους αγώνες για τη λευτεριά μας, χύσαμε τόσο αίμα που δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, δεν θ’ αφήσουμε να μας την πάρουν πάλι άνθρωποι κακοί, σημαδεμένοι από το κακό!
-----------------------------------
΄Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που νομίζει κανείς ότι θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει για να καταστρέψουν το σύμπαν απ’ τη μια άκρη του ως την άλλη. Βροχή ασταμάτητη και αέρας, αστραπές, βροντές και πού και πού κάποιο μακρινό αστροπελέκι.
- Κάπως έτσι θα ήταν και τότε που άρχισε ο κατακλυσμός του Νώε, σκέφτηκε μεγαλόφωνα αυτή τη φορά ο Μάξιμος και έριξε ένα κούτσουρο ακόμη στη φωτιά. Όλα τα ρέματα της περιοχής έχουν πλημμυρήσει, δεν βλέπεις χωράφι πουθενά.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε δυνατά η πόρτα. Ο Μάξιμος ταράχτηκε, κάτι να αναδεύεται ένιωσε μέσα του, ένας αδικαιολόγητος φόβος τον πλάκωσε. Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε η γυναίκα του.
- Μάξιμε, κάποιος χτυπάει την πόρτα μας.
- Μπες μέσα εσύ. Ησύχασε. Δεν είναι τίποτα, θα ρίξω μια ματιά και θα βεβαιωθείς.
Δεν πρόλαβε να κινηθεί. Η πόρτα γκρεμίστηκε στο δάπεδο, κάνοντας έναν φοβερό πάταγο, κάποιο σκληρό και ογκώδες αντικείμενο τη χτύπησε, κάποιο κορμό δένδρου θα είχαν χρησιμοποιήσει, όπως οι παλιοί πολιορκητές στα άπαρτα κάστρα του παρελθόντος.
- Ποιος διάολος είναι τέτοια ώρα στο σπίτι μου, φώναξε με τη βροντερή φωνή του ο Μάξιμος.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα. Στο άνοιγμα που άφηνε με το πέσιμό της η γκρεμισμένη πόρτα τρεις αγριάνθρωποι στέκονταν και γέμιζαν το κενό, οπλισμένοι σαν αστακοί, αξύριστοι και βρώμικοι. Τους γνώρισε αμέσως, ήταν γνωστοί παλικαράδες της περιοχής, άλλωστε, τσιράκια των Σισίνιδων αυτή την εποχή: ο Μπάμπαλης, ο Γιαννίκος κι ο Γούργαρης ο χιλιοκολασμένος, όπως τον αποκαλούσε ο λαός. Τρεις πληρωμένοι δολοφόνοι που δεν δίσταζαν ποτέ να εκτελέσουν και το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, άμα έπεφτε το παραδάκι.
- Τι θέλετε ωρέ τέτοια ώρα στο κονάκι μου;
΄Έριξε πάνω τους το βλέμμα του. Μαθημένοι από τέτοια και με τη βοήθεια, ίσως, κάποιας ποσότητας κρασιού, δεν έδειξαν να φοβήθηκαν.
- Μάξιμε, δεν κάνεις καλά κι ο αφέντης είναι θυμωμένος, του φώναξε ο Μπάμπαλης.
- Ποιος αφέντης ωρέ, ένας είναι ο αφέντης, ο Χριστός, τον αντέκρουσε.
- Μάξιμε, μιλάς άπρεπα, πήρε το λόγο ο Γιαννίκος, ο αφέντης ο Σισίνης σου μήνυσε και άλλες φορές αλλά εσύ δεν υπάκουσες, έγινες ένα με το σκυλολόι.
- Ποιο σκυλολόι ωρέ παλιόσκυλα του κερατά, βασανισμένοι άνθρωποι είναι.
- Μα που έχουν ξεχάσει εξ αιτίας σου να σέβονται και να τιμούν, όπως πρέπει, τον αφέντη τους, ολοκλήρωσε με την άγρια φωνή του ο Γούργαρης. Αυτά είναι τα ύστερα του κόσμου, η τάξη του κόσμου πάει περίπατο. Δεν είναι πράματα αυτά, δεν τα θέλει μήτε ο Θεός!
- ΄Άσε τον Θεό στη θέση του, αντίχριστε, τι τον πιάνεις στο στόμα σου!
- Μάξιμε, δεν θες να μας ακούσεις, να συμμορφωθείς, ήταν η σειρά του Μπάμπαλη να μιλήσει.
- Πηγαίνετε, ωρέ, ό,τι έχω να πω, θα το πω εγώ ο ίδιος με τον άρχοντα, δεν έχω άλλα λόγια μαζί σας.
- Δεν μας έστειλε για να κουβεντιάσουμε, πήρε τον λόγο ο Γιαννίκος.
- ΄Ήρθαμε γι’ αυτό, ολοκλήρωσε για μιαν ακόμη φορά ο Γούργαρης και του άδειασε την πιστόλα στο κεφάλι.
Ο Μάξιμος έκανε μια κίνηση, σαν για να κρατηθεί από κάποιο αόρατο στήριγμα, δεν μπόρεσε, παραπάτησε και σωριάστηκε κατά γης. Δεύτερη πιστολιά ακούστηκε απ’ τον Γιαννίκο και Τρίτη από τον Μπάμπαλη κι ο Μάξιμος κείτεται νεκρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
- Φονιάδες, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από την κορυφή της σκάλας.
Οι τρεις εκτελεστές τάχασαν για μια στιγμή, σάστισαν απ’ την σπαρακτική φωνή της γυναίκας, οπισθοχώρησαν βήμα – βήμα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα αλλόφρων, με όσα είδαν τα μάτια της, πήρε κι αυτή τα όρη και τα βουνά και χάθηκε προς στιγμήν από τα μάτια του κόσμου. Τη βρήκαν μετά από τρεις μέρες κρυμμένη σ’ ένα καΐκι, νηστική και εξαθλιωμένη.
Εκείνη τη νύχτα η Κυλλήνη έχασε για πάντα το στήριγμά της και τις ελπίδες της για ένα καλύτερο μέλλον κι ο Μάξιμος έγινε τραγούδι στο στόμα των χωρικών, που το τραγουδούσαν όταν ο πόνος τους πλάκωνε στα στήθια.
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
Σημειώσεις Ιστορίας και Ανθρωπογεωγραφίας της Ανδραβίδας
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Η Ανδραβίδα σήμερα είναι μια κωμόπολη, ένα κεφαλοχώρι καλύτερα, που γνώρισε ταυτόχρονα τη δόξα και την αφάνεια στη μακραίωνη ιστορία της, την ακμή και την παρακμή, όπως άλλωστε συμβαίνει πολύ συχνά στην Ιστορία για κάθε πόλη, κάθε χώρα και κάθε λαό. Σήμερα πασχίζει να επιβιώσει στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και μόνο και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία παρά τη φανερή εγκατάλειψη από το κράτος των Αθηνών και τη σταθερή έλλειψη υποδομών και επενδύσεων.
Η Ανδραβίδα λοιπόν είναι μια κωμόπολη που επιθυμεί διακαώς να γίνει πόλη χωρίς να το κατορθώνει, όπως και όλες οι άλλες κωμοπόλεις άλλωστε και τα κεφαλοχώρια του ηλειακού κάμπου. Κατοικείται σταθερά από αγροτικό κυρίως πληθυσμό με λίγους εργάτες και υπαλλήλους και στις μέρες μας από ένα μεγάλο αριθμό αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως Βουλγάρων και Αλβανών, σε μια έκταση τριάντα περίπου χιλιάδων στρεμμάτων και άλλων δέκα χιλιάδων που της έχουν αφαιρεθεί για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου. Αυτά τα χωράφια ακριβώς είναι και αυτά που έδωσαν την ώθηση για τη μετανάστευση πολλών κατοίκων της στις δεκαετίες του 1950 και 1960 παράλληλα και με άλλα αίτια βέβαια αφού αφαίρεσαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε πολλές οικογένειες τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ζουν με αξιοπρέπεια στον τόπο που ζούσαν και οι πρόγονοί τους .
Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά στο μιξοβάρβαρο «Χρονικό του Μορέως», όπου από τα χείλη του γασμούλου συγγραφέα του εξυμνείται η δόξα και το μεγαλείο της κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν αποτέλεσε την πρωτεύουσα του μικρού αυτού Γαλλικού κράτους της Πελοποννήσου. ΄Έτσι η Ιστορία της πριν από τη Φραγκική κατάχτηση είναι παντελώς άγνωστη αφού οι πηγές στάθηκαν φειδωλές απέναντί της. Τα επίθετα όμως που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο συγγραφέας του χρονικού για να μιλήσει γι’ αυτή και για να την χαρακτηρίσει καθώς και το γεγονός της μετατροπής της από την πρώτη κιόλας στιγμή σε διοικητικό, στρατιωτικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του Φράγκικου Πριγκιπάτου των Βιλλεαρδουίνων, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη μέση της πεδιάδας ατείχιστη και απροστάτευτη στις εχθρικές προσβολές, όλα αυτά μας πείθουν ότι θα πρέπει να ήταν το κέντρο της περιοχής και κατά την αυτοκρατορική, τη Βυζαντινή περίοδο την πριν του έτους 2004.
Η Ανδραβίδα κι ο περίγυρός της, όπως είναι γνωστό, είναι μια περιοχή πεδινή, με κάποιους λόφους στα πέριξ της, χωρίς μεγάλα βουνά ή απότομες εδαφικές εξάρσεις. Απ’ την αρχαία ήδη εποχή μεγάλες εκτάσεις αυτού του τόπου αποτελούν βοσκοτόπια για την εκτροφή των ζώων και ιδιαίτερα των αλόγων με τα οποία αισθάνονταν και αισθάνονται και σήμερα στενά δεμένοι οι φαινομενικά φιλήσυχοι κάτοικοί της. Με τον ερχομό των Φράγκων η αλογοπαραγωγή αυξάνεται ραγδαία, οι άνθρωποι δένονται ακόμη περισσότερο με το ευγενές αυτό ζώο, ο τρόπος ζωής των κατοίκων αλλάζει σιγά σιγά μαζί με την ψυχοσύνθεσή τους. Η ποιότητα των αλόγων που παράγεται αναγνωρίζεται από παντού, η καινούρια φυλή που δημιουργείται από τη διασταύρωση Νορμανδικών επιβητόρων με ντόπια θηλυκά είναι ανθεκτική, ευκίνητη και γρήγορη. Είναι γνωστή άλλωστε η απαίτηση των σουλτάνων αργότερα για την αποστολή κατά καιρούς από το βοεβόδα της Γαστούνης ανδραβιδαίικων αλόγων στους βασιλικούς στάβλους της Κωνσταντινούπολης. Η παραγωγή των αλόγων αυτής της φυλής τείνει να συνεχιστεί και σήμερα παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται συνεχώς κι αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη που τρέφουν όλοι προς αυτά. Από το ιπποτικό πνεύμα της Φραγκοκρατίας έχει μείνει ακόμη και σήμερα βαθιά χαραγμένη στην ψυχή των κατοίκων η αγάπη για τα άλογα, η έμφυτη ευγένεια, το φιλότιμο, η λεβεντιά, η εριστική διάθεση των ανδρών, η παλικαριά και η αγάπη προς τη γυναίκα. Η θέση του άντρα εξακολουθεί να είναι, όπως και τον καιρό της ιπποσύνης, κυριαρχική, με τις πρώτες ρωγμές να παρουσιάζονται στο σύστημα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας εξάγονταν κάποιες μικρές ποσότητες σταφίδας από το λιμάνι της Γλαρέντζας. ΄Όμως κανονική και συστηματική καλλιέργεια αυτού του προϊόντος άρχισε να γίνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα με κλίματα που έφεραν από την Κορινθία. Σε ολόκληρη την περιοχή του τέως δήμου Μυρτουντίων παραγόταν σχεδόν ως τις μέρες μας το 10% περίπου της σταφίδας της Ηλείας. Στο τέλος μάλιστα του 19ου αιώνα σχεδόν εξαφανίστηκε κάθε άλλη καλλιέργεια εξαιτίας της σταφίδας που εξαγόταν από τους Ηλείους εμπόρους προς κάθε κατεύθυνση. Την ίδια εποχή που η Γαλλία άρχισε να ξεπερνάει σιγά σιγά τα προβλήματά της και να εξαπλώνεται παντού και πάλι η καλλιέργεια της σταφίδας παρουσιάζονται τεράστια εμπόδια στην εξαγωγή του προϊόντος απ’ την Ελλάδα κι αρχίζουν οι πρώτες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις με την υπερπαραγωγή, την αλματώδη πτώση των τιμών και την αδυναμία της διάθεσής του στις ξένες αγορές.
Στις αρχές του 20ου το σταφιδικό προκάλεσε πολλές φορές ταραχές και προβλήματα στην Ηλεία ενώ αρκετές απεργίες έγιναν με την καθοδήγηση των σοσιαλιστικών και αναρχικών κύκλων του Πύργου. Από τότε πολλές φορές ανακινήθηκε το πρόβλημα μέχρι τότε που η καλλιέργεια της σταφίδας αντικαταστάθηκε στα νεώτερα χρόνια από άλλες, όπως των εσπεριδοειδών, της βιομηχανικής ντομάτας, των οπωροκηπευτικών, του καλαμποκιού και του βαμβακιού. Σήμερα που χαράσσονται αυτές οι γραμμές βρισκόμαστε και πάλι σ’ ένα χρονικό σταυροδρόμι και ετοιμαζόμαστε και πάλι για νέες καλλιέργειες.
Παλιότερα στην περιοχή της Ανδραβίδας καλλιεργούνταν και παράγονταν και άλλα προϊόντα εκτός από τη σταφίδα και τα αμπέλια που η παραγωγή τους σήμερα έχει μειωθεί ή έχει εκλείψει εντελώς, όπως τα δημητριακά, τα όσπρια, το λάδι, το καρπούζι κ.ά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Πουκεβίλ κύριο προϊόν της περιοχής ήταν το λινάρι ενώ περίφημα ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα καπόνια (ευνουχισμένα κοκόρια) και τα τυροκομικά προϊόντα αφού υπήρχαν πολλά κοπάδια από πρόβατα που έβοσκαν στα λιβάδια της περιοχής. Μια δραστηριότητα που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με την παραγωγή φέτας και μυτζήθρας ή γιαούρτης εκλεκτής ποιότητας. Η ξυλεία λιγοστή γιατί τα χωράφια ήταν εύφορα και χρησιμοποιούνταν για αποδοτικότερες καλλιέργειες. Κύριοι εκπρόσωποι το κυπαρίσσι, η λεύκα, η βαλανιδιά, η αγραπιδιά (γι’ αυτό ίσως και η εκτεταμένη χρήση του επώνυμου «Αγραπίδης»), η μουριά για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, το πεύκο, η κορομηλιά (άλλο συνηθισμένο επώνυμο) και διάφορα άλλα οπωροφόρα σε μικρότερους αριθμούς. Το κυνήγι ελάχιστο λόγω της εντατικής καλλιέργειας των εδαφών και το ψάρεμα γινόταν μόνο μια φορά το χρόνο, τον Αύγουστο, όταν, σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιότερων γύριζαν τα νερά της λίμνης του Εβυθού. Από το 1957 όμως λόγω διαφόρων τεχνικών έργων η λίμνη έπαψε να επικοινωνεί με τη θάλασσα και συνεπώς και να κρατάει ψάρια στα νερά της.
Η μεταξοκαλλιέργεια είχε αρχίσει ήδη από το έτος 552 μ.Χ., στα χρόνια του Ιουστινιανού, στην αρχή ερασιτεχνικά, για να θεριέψει στη συνέχεια και να γεμίσει ο τόπος από μουριές, που έδωσαν και το καινούριο όνομα στην Πελοπόννησο και να σβήσει στις αρχές του 20ου αιώνα. Πάντως υπήρξαν μεταξοσκώληκες στην περιοχή μέχρι και τη Γερμανική Κατοχή, όπως μου έλεγε η μητέρα μου αφού η οικογένειά μου καλλιεργούσε μέχρι τότε το χρυσοφόρο αυτό έντομο. Υπήρχαν μεγάλα εργαστήρια για την επεξεργασία του μεταξιού στην Ανδραβίδα, τη Γλαρέντζα, την Πάτρα και φυσικά τη Βοιωτία. Τα μεταξωτά της περιοχής ήταν περιζήτητα και πασίγνωστα ήταν τα αραχνοΰφαντα πέπλα που φορούσαν οι Ηλειώτισες. Η Πελοπόννησος, ο Μοριάς χρωστάει πιθανότατα το νεώτερο όνομά της στις απέραντες φυτείες από μουριές που κάλυπταν ολόκληρη σχεδόν την πεδινή Ηλεία στα Βυζαντινά αλλά και στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Ενδεικτικό της ποιότητας και της φήμης των μεταξωτών της Ανδραβίδας ήταν και το γεγονός ότι ο πάπας Ουρβανός Δ΄ (1261-1264) ζήτησε από τους επίσκοπους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, όπως λεγόταν τότε το Γαλλικό κράτος της Ανδραβίδας, να του στείλουν ντόπια μεταξωτά.
Είναι γεγονός ότι κάθε εποχή έχει και τα δικά της προϊόντα, τις δικές της καλλιέργειες που όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν κι αυτές. Στην αρχαιότητα π.χ. ονομαστή ήταν η καλλιέργεια της βύσου και του λιναριού. Οι ανάγκες που παρουσιάζονται κάθε φορά ορίζουν και τις καλλιέργειες. Η αλλαγή των προϊόντων που παράγονται και καταναλώνονται επί τόπου φέρνει αναγκαστικά και την αλλαγή των επαγγελμάτων. ΄Έτσι μια σειρά επαγγελμάτων χάνουν τη σημασία τους ή εξαφανίζονται. Στη δεκαετία του 1960 χάθηκαν οριστικά ή άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα σα συνέπεια της προόδου μια σειρά από επαγγέλματα που μέχρι τότε έδιναν τον τόνο στη ζωή του τόπου και που για αιώνες αποτέλεσαν ένα μεγάλο μέρος του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Καρολόγοι, πεταλωτήδες, μυλωνάδες, ζευγάδες, καροποιοί, σιδεράδες κι ένας σωρός άλλοι αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά από τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα γεωργικά μηχανήματα, τα μηχανουργεία και τις αλουμινοκατασκευές, τους ηλεκτροκίνητους ή πετρελαιοκίνητους μύλους.
Οι γραφικές μάκινες με τον ιδιότυπο θόρυβο που καθάριζαν τη σταφίδα από όλες τις ξένες προσμίξεις, οι γανωματήδες που γυρνούσαν τις γειτονιές και φρόντιζαν τα μαχαιροπήρουνα και τα κατσαρολικά της οικογένειας, τα στιλβωτήρια, τα καζάνια που επεξεργάζονταν τα υπολείμματα των στυμμένων σταφυλιών και παρήγαν το τσίπουρο και το οινόπνευμα δεν υπάρχουν πια παρά σαν απολιθωμένα ερειπωμένα μνημεία μιας άλλης εποχής όχι και τόσο μακρινής προς τη δική μας, ενώ οι πατόζες, οι αλωνιστικές μηχανές δηλαδή αντικαταστάθηκαν από τις τερατώδεις θεριζοαλωνιστικές που έφεραν την Ανδραβίδα στις πρώτες θέσεις της κινητής βιομηχανίας στην Ελλάδα, όπως φαίνεται στους καταλόγους του Υπουργείου Βιομηχανίας της δεκαετίας του 1960.
΄Όλες αυτές οι αλλαγές, μικρές ή μεγάλες, άρχισαν να δημιουργούν μια ισχνή και ολιγάριθμη μικροαστική τάξη την οποία ενίσχυσαν στη συνέχεια τα στελέχη των γεωργικών βιομηχανιών που εγκαταστάθηκαν την ίδια εποχή στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας, η οποία όμως δεν κατάφερε ποτέ κι ούτε θα το καταφέρει κατά τα φαινόμενα, αφού οι περισσότερες από αυτές τις βιομηχανίες έκλεισαν οριστικά, να υποσκελίσει την κατά πολύ ισχυρότερη αγροτοεργατική τάξη που ενισχύθηκε στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα με τα πλήθη των Αλβανών, των Βορειοηπειρωτών και των Βουλγάρων που κατέκλυσαν την περιοχή και ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα από τότε τις βαριές αγροτικές και εργατικές εργασίες.
Η Ανδραβίδα στα χρόνια του Βυζαντίου ήταν ιδιαίτερα ονομαστή για τον πλούτο της και την πολυτέλεια με την οποία ζούσαν οι άρχοντές της. Το « Χρονικό του Μορέως » δηλώνει κατηγορηματικά πως « ένι η Ανδραβίδα, η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπο του Μορέως ». Στην αυλή της μιλούσαν τα Γαλλικά όπως και στο Παρίσι. Κατά τον Μαρίνο Σανούντο « η αυλή αυτή φαινόταν καλύτερη από την αυλή οποιουδήποτε μεγάλου βασιλιά ». Το ίδιο υποδηλώνει άλλωστε και το λαϊκό παραμύθι «Η Ανδραβίδα που έγινε ψαράκι» γιατί δεν ήταν δυνατόν να δοθεί το όνομα μιας πόλης ως βαπτιστικό αν αυτή δεν ήταν ένδοξη, πλούσια και δυνατή. Σ’ αυτή την αυλή όμως ζούσαν συγχρόνως και πολλοί τυχοδιώκτες, ιππότες, περιπλανώμενοι ή μη, εγκληματίες κάθε είδους, επαγγελματίες πολεμιστές, ιερωμένοι, τροβαδούροι, ποιητές, κάθε καρυδιάς καρύδι μ’ ένα λόγο, στους οποίους παραχωρούσε ο πρίγκιπας κατά την επιθυμία ή το συμφέρον του προνόμια, ιδιοκτησίες και απολαβές. ΄Έτσι η ζωή του συνόλου του ντόπιου πληθυσμού ήταν κάθε άλλο παρά παραδεισιακή, παρόλο που ήταν μαθημένοι από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης τα προηγούμενα χρόνια.
Σκληρά και απάνθρωπα συμπεριφέρονταν στους δουλοπάροικους οι κατακτητές, οι Φράγκοι ευγενείς και μαζί με αυτούς και οι ντόπιοι άρχοντες που κρατούσαν μέρος της εξουσίας τους συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές αλλά και ο καθολικός κλήρος που είχε κι αυτός φεουδαρχική οργάνωση και ανάλογα προνόμια και ιδιοκτησίες. Σκληρές και απάνθρωπες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης των υποταγμένων, η οικονομική εκμετάλλευση, η άγρια καταπίεση, οι εξευτελιστικές αγγαρείες για τη δημιουργία δημόσιων έργων, η έλλειψη κάθε σοβαρής υλικής απολαβής για κάθε είδους εργασία που προσφερόταν από αυτούς και όσον αφορά στις γυναίκες το δικαίωμα της πρώτης νύχτας για τον άρχοντα, όπως ακριβώς σε όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για τούτο οι δουλοπάροικοι θα πρέπει να είχαν πάντα το νου τους στην εξέγερση και την ανταρσία. Και φυσικά δεν είχαν άδικο!
Από το 1262 όμως αρχίζει η σταδιακή παρακμή του κράτους και συνακόλουθα της φραγκικής κυριαρχίας της Πελοποννήσου που παρατηρείται αμέσως μετά τη σύλληψη του πρίγκιπα στη μάχη της Πελαγονίας (1259) και την τριετή αιχμαλωσία του απ’ τις δυνάμεις των Παλαιολόγων ενώ στα χρόνια της κυριαρχίας του Ιωάννη Γρανίνα (1317-1322) αρχίζει και η παρακμή της ίδιας της Ανδραβίδας. ΄Άλλωστε, ήδη από τα χρόνια της πριγκηπέσας Ιζαμπώ ως πριγκιπική κατοικία χρησιμοποιείτο τον περισσότερο καιρό το κάστρο της Καλαμάτας κι όχι το Χλεμούτσι.
Η παρακμή της πόλης ολοκληρώνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φυσικά στο 19ο αιώνα. Ο Γάλλος ταξιδιώτης Πουκεβίλ αναφέρει στο γνωστό ταξιδιωτικό σύγγραμμά του ότι στις αρχές του 19ου αιώνα που πέρασε απ’ την περιοχή στην άλλοτε μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα των Βιλλεαρδουίνων δεν κατοικούσαν παρά εξήντα οικογένειες Ελλήνων και εξήντα Τουρκικές κι ότι τα σπουδαία μνημεία της Φραγκικής κυριαρχίας είναι ερειπωμένα και τα αρχιτεκτονικά τους μέλη σκορπισμένα παντού σαν ποτίστρες οικόσιτων ζώων ή εντοιχισμένα σε σπίτια και εκκλησίες της περιοχής. Τα ίδια ακριβώς μαρτυρεί και ο Buchon στα 1840. Η πόλη δεν βρίσκεται στην πρώτη σειρά των οικισμών από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη. Τη θέση της την έχει πάρει η Γαστούνη.
Στην επανάσταση του 1821 παίζει κι αυτή το ρόλο της με τα στρατιωτικά τμήματα που οργανώνει ο οπλαρχηγός Καπετάν-Κωνσταντής Ανδραβιδιώτης, συνεργάτης και φίλος του Κολοκοτρώνη και άσπονδος εχθρός των κοτζαμπάσηδων. Ο Καπετάν-Κωνσταντής δίνει παντού το παρόν: στις Πόρτες της Αχαΐας, στο Σανταμέρι, στον Πύργο, στο Χλεμούτσι, στο Μεσολόγγι κατά την πρώτη πολιορκία των Τούρκων και όπου αλλού το απαιτεί ο αγώνας. ΄Έχει ξεκινήσει τον πόλεμό του κατά των Τούρκων από τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια και γι’ αυτό, κυνηγημένος απ’ τους κατακτητές, είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο και κατετάγη κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι ΄Ελληνες, στον Αγγλικό στρατό. Εκεί γνώρισε και τον Κολοκοτρώνη.
Η Ανδραβίδα μαζί με τη Γαστούνη και τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από το βάρος του επισιτισμού των επαναστατικών τμημάτων και των πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη της υπόλοιπης πεδινής Ηλείας και λεηλατείται άγρια στα 1825 από τα ακαταμάχητα στίφη του Ιμπραήμ που οι Ανδραβιδιώτισες, γυναίκες σκληρές, μαθημένες στη βιοπάλη, τους αντιστέκονται με επιτυχία για μια ολόκληρη μέρα κλεισμένες στο ιερό της Αγίας Σοφίας, ζωσμένες τα’ άρματα των ανδρών τους και τους αποκρούουν. ΄Όταν οι άνδρες θα επιστρέψουν το σούρουπο απ’ τα χωράφια οι Αιγύπτιοι θα έχουν φύγει και οι γυναίκες θα έχουν επιστρέψει και πάλι στην κουζίνα τους για να ετοιμάσουν το βραδινό τους.
Με το ψήφισμα της 13ης Απριλίου του 1828 του ελεύθερου πια Ελληνικού κράτους η Ανδραβίδα υπάγεται διοικητικά στην επαρχία της Γαστούνης, όπως και ολόκληρος ο Κάμπος άλλωστε, που μαζί με την επαρχία του Πύργου θα αποτελέσουν την ΄Ηλιδα. Αργότερα η ΄Ηλις και η Αχαΐα θα αποτελέσουν τον ενιαίο νομό της Αχαιοήλιδος.
΄Όμως η παρακμή είναι πια οριστική. Κατά τον Γερμανό ιστορικό της Φραγκοκρατίας Μίλερ η Ανδραβίδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα «είναι ρυπαρόν χωρίον, όπερ ο περιηγητής διέρχεται δια του σιδηροδρόμου καταβαίνων εις Ολυμπίαν». Μια μικρή ανάπτυξη της έδωσε το τρένο που τη σύνδεσε στο τέλος του 19ου αιώνα με τον Πύργο, την Πάτρα και την Αθήνα, αν και λόγω τοπικών αντιδράσεων δεν έγινε ποτέ σιδηροδρομικός κόμβος.
Η παρακμή αυτή της πόλης συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα οπότε αντιμετώπισε πολλά δεινά από τους πολέμους, εμφύλιους και εθνικούς. Μετά το 1950 η μαζική μετανάστευση στην Αμερική, στην Αυστραλία και αργότερα στη Γερμανία της έδωσε το οριστικό της χτύπημα. Τα δεινά των πολέμων, η μισαλλοδοξία των αντιπάλων, η αναγκαστική απαλλοτρίωση δέκα χιλιάδων περίπου στρεμμάτων καλλιεργήσιμης έκτασης για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου, η έλλειψη υποδομών και επενδύσεων ανάγκασαν πάρα πολλούς κατοίκους και μάλιστα νέους να μεταναστεύσουν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και μάλιστα στην Αθήνα όπου μια άλλη Ανδραβίδα ζει στο δικό της ρυθμό και με τη νοσταλγία της παλιάς.
Μια κάποια αναγέννηση φάνηκε ότι θα δημιουργούσε η λειτουργία του φράγματος του Πηνειού και οι νέες καλλιέργειες που εισήχθησαν εξαιτίας του στην περιοχή. Τώρα όμως, εν έτει 2009, εξαντλήθηκε εντελώς η δυναμική τους και ο αγροτικός πληθυσμός βαδίζει εντελώς αβοήθητος, όπως πάντα άλλωστε, σε νέους δρόμους, τους οποίους αγνοεί και κανείς δεν του δείχνει τι πρέπει να κάνει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του καθώς και για το μέλλον της περιοχής.
Μερικές παρατηρήσεις ακόμη για τους κατοίκους, το χαρακτήρα τους, τη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους από προσωπική και μόνο παρατήρηση: Η ζωή και ο χαρακτήρας των Ανδραβιδαίων παρουσιάζει αρκετές και σημαντικές ιδιορρυθμίες, διαφέρει δηλαδή ριζικά από τη ζωή και τον χαρακτήρα των κατοίκων της γύρω περιοχής. Μερικές από τις ιδιορρυθμίες αυτές, όπως π.χ. η βεντέτα, που ίσχυσε σχεδόν μέχρι το 1960, η σκούφια, ένας τύπος της οποίας κατασκευαζόταν μόνο εδώ, κάποιοι άλλοι κανόνες αυστηρής συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες, η φιλόξενη διάθεση, η παθολογική αγάπη προς το άλογο, η αυστηρότητα των ηθών είναι μοναδικές. Πολλά έχουν ενδεχομένως συντελέσει σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη διαμόρφωση της σκέψης του, όπως η κλειστή αγροτική κοινωνία στην οποία έζησαν επί αιώνες, η παράδοση των ιπποτών του μεσαίωνα και του πνεύματός τους που άφησαν παρακαταθήκη στον τόπο, οι μεγάλες διαφορές των ιδιοκτησιών ως προς την έκτασή τους, η αυστηρά πατριαρχική συγκρότηση που διατηρήθηκε αναλλοίωτη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1960 και η μαζική εισβολή άλλων πληθυσμιακών στοιχείων, κυρίως από τη Ζάκυνθο. Στην Ανδραβίδα βρήκαν ασφαλές καταφύγιο πολλοί Ζακυνθινοί που έφυγαν απ’ την πατρίδα τους είτε από φτώχεια, οπότε έψαχναν στον εύφορο τόπο για δουλειά είτε για κάποιο έγκλημα τιμής, για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες και πολλές φορές το αταίριαστο της σχέσης τους (περίπτωση αιμομιξίας ). Ούτως ή άλλως όμως οι Ζακυνθινοί που εγκαταστάθηκαν εδώ, στο γόνιμο και αποδοτικό κάμπο, ήταν πάντοτε οι φτωχοί γιατί οι πλούσιοι κατέφευγαν στην Αθήνα ή την Πάτρα. Οι ιδιορρυθμίες αυτές αποτέλεσαν τελικά έναν ιδιαίτερο και αυστηρό και απαραβίαστο κώδικα συμπεριφοράς, ζωής, διασκέδασης, ενδυμασίας, εργασίας κ.λ.π.
Ο Ανδραβιδαίος γενικά χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία, φιλόξενη και φιλόπρωτη διάθεση, είναι γλεντζές, δεν δέχεται εύκολα προσβολές και τις ανταποδίδει αμέσως, αν τις δεχτεί, είναι ευέξαπτος, ευερέθιστος, φτάνει ως το έγκλημα για λόγους τιμής χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεσυνερίζεται εύκολα τον άλλον (π.χ. όταν άρχιζε ένας τον τρύγο και μάλιστα από τα’ αφεντικά, τον άρχιζαν την ίδια στιγμή και οι υπόλοιποι ακόμα κι αν τα σταφύλια δεν είχαν ωριμάσει αρκετά), μιμείται πάντα το διπλανό του στον επαγγελματικό τομέα, αγαπάει παθολογικά τα άλογα και τη γυναίκα παρόλο που την υποτιμάει ως ον και θεωρεί ως κύριες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον άνδρα την ευγένεια, τη λεβεντιά και την τιμή.
Αυτά βέβαια ίσχυαν για τους παλαιότερους όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα πράγματα και οι άνθρωποι άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αλλάζουν. Πολλά παιδιά άρχισαν ν’ ακολουθούν σπουδές στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση και μάλιστα πολλά κορίτσια, γεγονός αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια. Στο τέλος της δεκαετίας αυτής ιδρύθηκε και το Γυμνάσιο και δέκα χρόνια περίπου μετά το Λύκειο, τα μαθήματα των οποίων παρακολουθούν πια το σύνολο των παιδιών εκτός από εκείνα φυσικά που αντιμετωπίζουν εγγενείς αδυναμίες ή οικογενειακή αδιαφορία.
Γενικά όμως ο Ανδραβιδαίος είναι συντηρητικό άτομο κι ως ένα σημείο αδιάφορο για την πολιτική γι’ αυτό και επικρατούν σχεδόν πάντα στην τοπική πολιτική σκηνή μέτριοι από κάθε άποψη άνθρωποι. Παρόλο τον συντηρητισμό τους όμως οι Ανδραβιδαίοι δεν ακολούθησαν ομαδικά και με φανατισμό τα τάγματα ασφαλείας στα χρόνια της Γερμανοϊταλικής κατοχής, ίσως και λόγω εγωισμού, ενώ σε άλλα χωριά του κάμπου το φαινόμενο ήταν μαζικότερο. Επίσης και το αντάρτικο δεν στρατολόγησε παρά λίγους σε σύγκριση πάντα με τον πληθυσμό της πόλης. Τούτο ίσως να οφείλεται στην αντίδραση των μεγάλων οικογενειών που επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν ακόμη τα πράγματα αλλά και στην αδυναμία του Ανδραβιδιώτη να θέσει με ευκολία τον εαυτό του υπό τις διαταγές των άλλων. Γενικά ταγματασφαλίτες και αντάρτες έγιναν νέοι που ένιωθαν λιγότερο ή καθόλου τις δεσμεύσεις των παραδοσιακών κανόνων της κοινωνικής ζωής ή είχαν παραβατική συμπεριφορά.
Ο μεγάλος ταξιδευτής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Καζαντζάκης, περαστικός από την Ηλεία στα χρόνια του μεσοπολέμου, είδε με τη σίγουρη ματιά του προσεκτικού παρατηρητή πολλά πράγματα παρά το λίγο που έμεινε στον τόπο. Γράφει χαρακτηριστικά στο κεφάλαιο «Μοριάς» της σειράς «Ταξιδεύοντας»: « ΄Έφτασα στην Ανδραβίδα, τη μεσαιωνική δοξασμένη πρωτεύουσα των Φράγκων. Οι φράγκικες εκκλησιές της χάθηκαν, τις εκατάπιε η γης, οι τάφοι που ήταν εδώ των πριγκίπων του Μοριά, των τριών πρώτων Βιλλεαρδουίνων, αφανίστηκαν κι αυτοί. Τώρα στα καφενεία, οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά, οι γυναίκες, τραχές, ταγαριασμένες, σκύβουν στην ξαπλωμένη στα χωράφια σταφίδα και κάπου κάπου σέρνουν μια φωνή στριγκιά. Είναι αγέλαστες, αυστηρές, δουλεύουν ακατάπαυτα, κοιτάζουν τον ξένο δίχως χαμόγελο. Το χαμόγελο είναι εδώ από τα πιο σπάνια φαινόμενα. Κάποτε γελούν δυνατά, μα σχεδόν πάντα τα μούτρα είναι σκυθρωπά και κατεβασμένα».
Σήμερα όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα κι οι σύγχρονοι νέοι της Ανδραβίδας διαβάζουν με απορία, με μια δόση συγκατάβασης και ειρωνείας όσα αναφέρει ο μεγάλος συγγραφέας για τους όχι και τόσο μακρινούς προγόνους τους. Εκείνο βέβαια το «οι άνθρωποι» λες και οι γυναίκες ανήκουν σε κάποιο άλλο είδος της δημιουργίας, πώς να το αντέξουν οι σημερινοί άνθρωποι και να μην κουνήσουν το κεφάλι τους συμπονετικά για τα μυαλά που υπήρχαν κάποτε.
Οι κάτοικοι, ανάλογα με την κοινωνική τάξη ή ομάδα στην οποία ανήκαν, σύχναζαν και στα αντίστοιχα στέκια χωρίς να έρχονται σε άμεση επαφή η μία με την άλλη. Οι εργάτες γης και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οι ακτήμονες και τα περιθωριακά στοιχεία της πόλης σύχναζαν στις παραδοσιακές ταβέρνες που σήμερα έχουν λιγοστέψει σημαντικά και τείνουν προς την εξαφάνιση. ΄Ήταν δε οι παραδοσιακές ταβέρνες μισοσκότεινα οικήματα όπου σερβίριζαν κρασί ξεροσφύρι και καμιά φορά με λίγο ρέγγο, σαρδέλα ή ελιά. Εννοείται ότι από τους χώρους αυτούς αποχωρούσαν οι θαμώνες τους σχεδόν πάντα μεθυσμένοι. Στην επιλογή της ταβέρνας κύριο ρόλο έπαιζε η ποιότητα του κρασιού και η δυνατότητα να πιει κανείς με πίστωση γιατί μετρητά δεν υπήρχαν πάντα στην τσέπη. Οι νοικοκυραίοι πήγαιναν εκεί μόνο όταν ήθελαν να βρουν εργάτες για τα χτήματα ή τις δουλειές τους.
Η πολιτική έμενε πάντα έξω από τις ταβέρνες γιατί το κρασί και τα έντονα οικονομικά προβλήματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικολογία και συζήτηση, οι πολιτικοί όμως τις επισκέπτονταν καμιά φορά «προς άγραν ψηφοφόρων» παρόλο που ο συνηθισμένος τρόπος ήταν να κερδίσουν τις επιφανείς κυρίως οικογένειες που με τη σειρά τους επηρέαζαν τους ψηφοφόρους και τους υποχρέωναν με τον τρόπο τους να ακολουθούν τις επιλογές τους. Στις ταβέρνες περίσσευε η ανθρωπιά κι ο ανθρώπινος πόνος και καμιά φορά λόγω των έντονων αναθυμιάσεων του οίνου και η έξαψη ή και η ένταση. Κατά καιρούς σύχναζαν εκεί και οι χασικλήδες και τότε ο χώρος ντουμάνιαζε και με άλλου είδους αναθυμιάσεις.
Στα καφενεία σύχναζαν οι επαγγελματίες, όταν δεν είχαν δουλειά, οι τεμπέληδες, οι αργόσχολοι, οι χαρτοπαίχτες, οι πολιτικάντηδες και το αρχοντολόι. Εδώ σερβιριζόταν κυρίως ρακί, καφές και αναψυκτικά και οι θαμώνες συζητούσαν ή έπαιζαν χαρτιά και τάβλι. Στο καφενείο του Γιογκαράκη που δεν υπάρχει πια σερβιριζόταν μόνο ρακί. Στα καφενεία οργάνωνε τις πλεκτάνες του το αρχοντολόι αν και μετά το 1960 τα εγκατέλειψαν μαζί με τους ελάχιστους εγγράμματους και μαζεύονταν πια στο φαρμακείο. ΄Έτσι, απέφευγαν τον ανεπιθύμητο συγχρωτισμό με τα λαϊκότερα στρώματα του τόπου.
Από τα καφενεία ξεκινούσαν πολλές φορές και οι βεντέτες μεταξύ των πολιτών, πολλές φορές από ασήμαντους λόγους, όπως π.χ. η άρνηση ή η αδυναμία κάποιου να πιει το ρακί που τον κερνούσαν. Αυτό εθεωρείτο μεγάλη προσβολή που ξεπλενόταν μόνο με το αίμα. Η βεντέτα βασικά ήταν προνόμιο των μεγάλων οικογενειών και τις περισσότερες φορές ξεκινούσε για λόγους ηθικής ή εξ αιτίας κτηματικών διαφορών και συνήθως γινόταν μπροστά στα μάτια όλων, μέρα μεσημέρι, σαν ένα είδος θεσμοθετημένης μονομαχίας και σπανιότερα στα κρυφά. Στην περίπτωση αυτή όλοι ήξεραν ποιος έκανε το φονικό αλλά κανένας δεν μιλούσε μέχρι ν’ αποκαλυφθεί στην πράξη ο δράστης με την απάντηση από την οικογένεια του θύματος κι η αλυσίδα του αίματος δεν είχε τελειωμό. ΄Όλοι οπλοφορούσαν και κανείς ποτέ δεν τολμούσε να μπει μπροστά σε μια βεντέτα και να την σταματήσει γιατί τότε θα τον έπαιρνε κι αυτόν η σφαίρα. Η βεντέτα μας φέρνει στη μνήμη ξεχασμένα φραγκικά έθιμα του μεσαίωνα, η πληροφορία όμως ότι οι περισσότερες από τις οικογένειες που την ασκούσαν κατάγονταν από Τούρκους μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού. Η τελευταία βεντέτα έγινε τη δεκαετία του 1950 και έκτοτε ο πληθυσμός ησυχάζει. Ευτυχώς, το έθιμο αυτό ανήκει πια στην Ιστορία. Οι σημερινές κοινωνικές και άλλες συνθήκες δεν επιτρέπουν πια την ύπαρξή της.
Ανδρέας Φουσκαρίνης
Η Ανδραβίδα σήμερα είναι μια κωμόπολη, ένα κεφαλοχώρι καλύτερα, που γνώρισε ταυτόχρονα τη δόξα και την αφάνεια στη μακραίωνη ιστορία της, την ακμή και την παρακμή, όπως άλλωστε συμβαίνει πολύ συχνά στην Ιστορία για κάθε πόλη, κάθε χώρα και κάθε λαό. Σήμερα πασχίζει να επιβιώσει στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και μόνο και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία παρά τη φανερή εγκατάλειψη από το κράτος των Αθηνών και τη σταθερή έλλειψη υποδομών και επενδύσεων.
Η Ανδραβίδα λοιπόν είναι μια κωμόπολη που επιθυμεί διακαώς να γίνει πόλη χωρίς να το κατορθώνει, όπως και όλες οι άλλες κωμοπόλεις άλλωστε και τα κεφαλοχώρια του ηλειακού κάμπου. Κατοικείται σταθερά από αγροτικό κυρίως πληθυσμό με λίγους εργάτες και υπαλλήλους και στις μέρες μας από ένα μεγάλο αριθμό αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως Βουλγάρων και Αλβανών, σε μια έκταση τριάντα περίπου χιλιάδων στρεμμάτων και άλλων δέκα χιλιάδων που της έχουν αφαιρεθεί για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου. Αυτά τα χωράφια ακριβώς είναι και αυτά που έδωσαν την ώθηση για τη μετανάστευση πολλών κατοίκων της στις δεκαετίες του 1950 και 1960 παράλληλα και με άλλα αίτια βέβαια αφού αφαίρεσαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε πολλές οικογένειες τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ζουν με αξιοπρέπεια στον τόπο που ζούσαν και οι πρόγονοί τους .
Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά στο μιξοβάρβαρο «Χρονικό του Μορέως», όπου από τα χείλη του γασμούλου συγγραφέα του εξυμνείται η δόξα και το μεγαλείο της κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν αποτέλεσε την πρωτεύουσα του μικρού αυτού Γαλλικού κράτους της Πελοποννήσου. ΄Έτσι η Ιστορία της πριν από τη Φραγκική κατάχτηση είναι παντελώς άγνωστη αφού οι πηγές στάθηκαν φειδωλές απέναντί της. Τα επίθετα όμως που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο συγγραφέας του χρονικού για να μιλήσει γι’ αυτή και για να την χαρακτηρίσει καθώς και το γεγονός της μετατροπής της από την πρώτη κιόλας στιγμή σε διοικητικό, στρατιωτικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του Φράγκικου Πριγκιπάτου των Βιλλεαρδουίνων, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη μέση της πεδιάδας ατείχιστη και απροστάτευτη στις εχθρικές προσβολές, όλα αυτά μας πείθουν ότι θα πρέπει να ήταν το κέντρο της περιοχής και κατά την αυτοκρατορική, τη Βυζαντινή περίοδο την πριν του έτους 2004.
Η Ανδραβίδα κι ο περίγυρός της, όπως είναι γνωστό, είναι μια περιοχή πεδινή, με κάποιους λόφους στα πέριξ της, χωρίς μεγάλα βουνά ή απότομες εδαφικές εξάρσεις. Απ’ την αρχαία ήδη εποχή μεγάλες εκτάσεις αυτού του τόπου αποτελούν βοσκοτόπια για την εκτροφή των ζώων και ιδιαίτερα των αλόγων με τα οποία αισθάνονταν και αισθάνονται και σήμερα στενά δεμένοι οι φαινομενικά φιλήσυχοι κάτοικοί της. Με τον ερχομό των Φράγκων η αλογοπαραγωγή αυξάνεται ραγδαία, οι άνθρωποι δένονται ακόμη περισσότερο με το ευγενές αυτό ζώο, ο τρόπος ζωής των κατοίκων αλλάζει σιγά σιγά μαζί με την ψυχοσύνθεσή τους. Η ποιότητα των αλόγων που παράγεται αναγνωρίζεται από παντού, η καινούρια φυλή που δημιουργείται από τη διασταύρωση Νορμανδικών επιβητόρων με ντόπια θηλυκά είναι ανθεκτική, ευκίνητη και γρήγορη. Είναι γνωστή άλλωστε η απαίτηση των σουλτάνων αργότερα για την αποστολή κατά καιρούς από το βοεβόδα της Γαστούνης ανδραβιδαίικων αλόγων στους βασιλικούς στάβλους της Κωνσταντινούπολης. Η παραγωγή των αλόγων αυτής της φυλής τείνει να συνεχιστεί και σήμερα παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται συνεχώς κι αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη που τρέφουν όλοι προς αυτά. Από το ιπποτικό πνεύμα της Φραγκοκρατίας έχει μείνει ακόμη και σήμερα βαθιά χαραγμένη στην ψυχή των κατοίκων η αγάπη για τα άλογα, η έμφυτη ευγένεια, το φιλότιμο, η λεβεντιά, η εριστική διάθεση των ανδρών, η παλικαριά και η αγάπη προς τη γυναίκα. Η θέση του άντρα εξακολουθεί να είναι, όπως και τον καιρό της ιπποσύνης, κυριαρχική, με τις πρώτες ρωγμές να παρουσιάζονται στο σύστημα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας εξάγονταν κάποιες μικρές ποσότητες σταφίδας από το λιμάνι της Γλαρέντζας. ΄Όμως κανονική και συστηματική καλλιέργεια αυτού του προϊόντος άρχισε να γίνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα με κλίματα που έφεραν από την Κορινθία. Σε ολόκληρη την περιοχή του τέως δήμου Μυρτουντίων παραγόταν σχεδόν ως τις μέρες μας το 10% περίπου της σταφίδας της Ηλείας. Στο τέλος μάλιστα του 19ου αιώνα σχεδόν εξαφανίστηκε κάθε άλλη καλλιέργεια εξαιτίας της σταφίδας που εξαγόταν από τους Ηλείους εμπόρους προς κάθε κατεύθυνση. Την ίδια εποχή που η Γαλλία άρχισε να ξεπερνάει σιγά σιγά τα προβλήματά της και να εξαπλώνεται παντού και πάλι η καλλιέργεια της σταφίδας παρουσιάζονται τεράστια εμπόδια στην εξαγωγή του προϊόντος απ’ την Ελλάδα κι αρχίζουν οι πρώτες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις με την υπερπαραγωγή, την αλματώδη πτώση των τιμών και την αδυναμία της διάθεσής του στις ξένες αγορές.
Στις αρχές του 20ου το σταφιδικό προκάλεσε πολλές φορές ταραχές και προβλήματα στην Ηλεία ενώ αρκετές απεργίες έγιναν με την καθοδήγηση των σοσιαλιστικών και αναρχικών κύκλων του Πύργου. Από τότε πολλές φορές ανακινήθηκε το πρόβλημα μέχρι τότε που η καλλιέργεια της σταφίδας αντικαταστάθηκε στα νεώτερα χρόνια από άλλες, όπως των εσπεριδοειδών, της βιομηχανικής ντομάτας, των οπωροκηπευτικών, του καλαμποκιού και του βαμβακιού. Σήμερα που χαράσσονται αυτές οι γραμμές βρισκόμαστε και πάλι σ’ ένα χρονικό σταυροδρόμι και ετοιμαζόμαστε και πάλι για νέες καλλιέργειες.
Παλιότερα στην περιοχή της Ανδραβίδας καλλιεργούνταν και παράγονταν και άλλα προϊόντα εκτός από τη σταφίδα και τα αμπέλια που η παραγωγή τους σήμερα έχει μειωθεί ή έχει εκλείψει εντελώς, όπως τα δημητριακά, τα όσπρια, το λάδι, το καρπούζι κ.ά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Πουκεβίλ κύριο προϊόν της περιοχής ήταν το λινάρι ενώ περίφημα ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα καπόνια (ευνουχισμένα κοκόρια) και τα τυροκομικά προϊόντα αφού υπήρχαν πολλά κοπάδια από πρόβατα που έβοσκαν στα λιβάδια της περιοχής. Μια δραστηριότητα που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με την παραγωγή φέτας και μυτζήθρας ή γιαούρτης εκλεκτής ποιότητας. Η ξυλεία λιγοστή γιατί τα χωράφια ήταν εύφορα και χρησιμοποιούνταν για αποδοτικότερες καλλιέργειες. Κύριοι εκπρόσωποι το κυπαρίσσι, η λεύκα, η βαλανιδιά, η αγραπιδιά (γι’ αυτό ίσως και η εκτεταμένη χρήση του επώνυμου «Αγραπίδης»), η μουριά για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, το πεύκο, η κορομηλιά (άλλο συνηθισμένο επώνυμο) και διάφορα άλλα οπωροφόρα σε μικρότερους αριθμούς. Το κυνήγι ελάχιστο λόγω της εντατικής καλλιέργειας των εδαφών και το ψάρεμα γινόταν μόνο μια φορά το χρόνο, τον Αύγουστο, όταν, σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιότερων γύριζαν τα νερά της λίμνης του Εβυθού. Από το 1957 όμως λόγω διαφόρων τεχνικών έργων η λίμνη έπαψε να επικοινωνεί με τη θάλασσα και συνεπώς και να κρατάει ψάρια στα νερά της.
Η μεταξοκαλλιέργεια είχε αρχίσει ήδη από το έτος 552 μ.Χ., στα χρόνια του Ιουστινιανού, στην αρχή ερασιτεχνικά, για να θεριέψει στη συνέχεια και να γεμίσει ο τόπος από μουριές, που έδωσαν και το καινούριο όνομα στην Πελοπόννησο και να σβήσει στις αρχές του 20ου αιώνα. Πάντως υπήρξαν μεταξοσκώληκες στην περιοχή μέχρι και τη Γερμανική Κατοχή, όπως μου έλεγε η μητέρα μου αφού η οικογένειά μου καλλιεργούσε μέχρι τότε το χρυσοφόρο αυτό έντομο. Υπήρχαν μεγάλα εργαστήρια για την επεξεργασία του μεταξιού στην Ανδραβίδα, τη Γλαρέντζα, την Πάτρα και φυσικά τη Βοιωτία. Τα μεταξωτά της περιοχής ήταν περιζήτητα και πασίγνωστα ήταν τα αραχνοΰφαντα πέπλα που φορούσαν οι Ηλειώτισες. Η Πελοπόννησος, ο Μοριάς χρωστάει πιθανότατα το νεώτερο όνομά της στις απέραντες φυτείες από μουριές που κάλυπταν ολόκληρη σχεδόν την πεδινή Ηλεία στα Βυζαντινά αλλά και στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Ενδεικτικό της ποιότητας και της φήμης των μεταξωτών της Ανδραβίδας ήταν και το γεγονός ότι ο πάπας Ουρβανός Δ΄ (1261-1264) ζήτησε από τους επίσκοπους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, όπως λεγόταν τότε το Γαλλικό κράτος της Ανδραβίδας, να του στείλουν ντόπια μεταξωτά.
Είναι γεγονός ότι κάθε εποχή έχει και τα δικά της προϊόντα, τις δικές της καλλιέργειες που όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν κι αυτές. Στην αρχαιότητα π.χ. ονομαστή ήταν η καλλιέργεια της βύσου και του λιναριού. Οι ανάγκες που παρουσιάζονται κάθε φορά ορίζουν και τις καλλιέργειες. Η αλλαγή των προϊόντων που παράγονται και καταναλώνονται επί τόπου φέρνει αναγκαστικά και την αλλαγή των επαγγελμάτων. ΄Έτσι μια σειρά επαγγελμάτων χάνουν τη σημασία τους ή εξαφανίζονται. Στη δεκαετία του 1960 χάθηκαν οριστικά ή άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα σα συνέπεια της προόδου μια σειρά από επαγγέλματα που μέχρι τότε έδιναν τον τόνο στη ζωή του τόπου και που για αιώνες αποτέλεσαν ένα μεγάλο μέρος του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Καρολόγοι, πεταλωτήδες, μυλωνάδες, ζευγάδες, καροποιοί, σιδεράδες κι ένας σωρός άλλοι αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά από τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα γεωργικά μηχανήματα, τα μηχανουργεία και τις αλουμινοκατασκευές, τους ηλεκτροκίνητους ή πετρελαιοκίνητους μύλους.
Οι γραφικές μάκινες με τον ιδιότυπο θόρυβο που καθάριζαν τη σταφίδα από όλες τις ξένες προσμίξεις, οι γανωματήδες που γυρνούσαν τις γειτονιές και φρόντιζαν τα μαχαιροπήρουνα και τα κατσαρολικά της οικογένειας, τα στιλβωτήρια, τα καζάνια που επεξεργάζονταν τα υπολείμματα των στυμμένων σταφυλιών και παρήγαν το τσίπουρο και το οινόπνευμα δεν υπάρχουν πια παρά σαν απολιθωμένα ερειπωμένα μνημεία μιας άλλης εποχής όχι και τόσο μακρινής προς τη δική μας, ενώ οι πατόζες, οι αλωνιστικές μηχανές δηλαδή αντικαταστάθηκαν από τις τερατώδεις θεριζοαλωνιστικές που έφεραν την Ανδραβίδα στις πρώτες θέσεις της κινητής βιομηχανίας στην Ελλάδα, όπως φαίνεται στους καταλόγους του Υπουργείου Βιομηχανίας της δεκαετίας του 1960.
΄Όλες αυτές οι αλλαγές, μικρές ή μεγάλες, άρχισαν να δημιουργούν μια ισχνή και ολιγάριθμη μικροαστική τάξη την οποία ενίσχυσαν στη συνέχεια τα στελέχη των γεωργικών βιομηχανιών που εγκαταστάθηκαν την ίδια εποχή στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας, η οποία όμως δεν κατάφερε ποτέ κι ούτε θα το καταφέρει κατά τα φαινόμενα, αφού οι περισσότερες από αυτές τις βιομηχανίες έκλεισαν οριστικά, να υποσκελίσει την κατά πολύ ισχυρότερη αγροτοεργατική τάξη που ενισχύθηκε στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα με τα πλήθη των Αλβανών, των Βορειοηπειρωτών και των Βουλγάρων που κατέκλυσαν την περιοχή και ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα από τότε τις βαριές αγροτικές και εργατικές εργασίες.
Η Ανδραβίδα στα χρόνια του Βυζαντίου ήταν ιδιαίτερα ονομαστή για τον πλούτο της και την πολυτέλεια με την οποία ζούσαν οι άρχοντές της. Το « Χρονικό του Μορέως » δηλώνει κατηγορηματικά πως « ένι η Ανδραβίδα, η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπο του Μορέως ». Στην αυλή της μιλούσαν τα Γαλλικά όπως και στο Παρίσι. Κατά τον Μαρίνο Σανούντο « η αυλή αυτή φαινόταν καλύτερη από την αυλή οποιουδήποτε μεγάλου βασιλιά ». Το ίδιο υποδηλώνει άλλωστε και το λαϊκό παραμύθι «Η Ανδραβίδα που έγινε ψαράκι» γιατί δεν ήταν δυνατόν να δοθεί το όνομα μιας πόλης ως βαπτιστικό αν αυτή δεν ήταν ένδοξη, πλούσια και δυνατή. Σ’ αυτή την αυλή όμως ζούσαν συγχρόνως και πολλοί τυχοδιώκτες, ιππότες, περιπλανώμενοι ή μη, εγκληματίες κάθε είδους, επαγγελματίες πολεμιστές, ιερωμένοι, τροβαδούροι, ποιητές, κάθε καρυδιάς καρύδι μ’ ένα λόγο, στους οποίους παραχωρούσε ο πρίγκιπας κατά την επιθυμία ή το συμφέρον του προνόμια, ιδιοκτησίες και απολαβές. ΄Έτσι η ζωή του συνόλου του ντόπιου πληθυσμού ήταν κάθε άλλο παρά παραδεισιακή, παρόλο που ήταν μαθημένοι από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης τα προηγούμενα χρόνια.
Σκληρά και απάνθρωπα συμπεριφέρονταν στους δουλοπάροικους οι κατακτητές, οι Φράγκοι ευγενείς και μαζί με αυτούς και οι ντόπιοι άρχοντες που κρατούσαν μέρος της εξουσίας τους συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές αλλά και ο καθολικός κλήρος που είχε κι αυτός φεουδαρχική οργάνωση και ανάλογα προνόμια και ιδιοκτησίες. Σκληρές και απάνθρωπες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης των υποταγμένων, η οικονομική εκμετάλλευση, η άγρια καταπίεση, οι εξευτελιστικές αγγαρείες για τη δημιουργία δημόσιων έργων, η έλλειψη κάθε σοβαρής υλικής απολαβής για κάθε είδους εργασία που προσφερόταν από αυτούς και όσον αφορά στις γυναίκες το δικαίωμα της πρώτης νύχτας για τον άρχοντα, όπως ακριβώς σε όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για τούτο οι δουλοπάροικοι θα πρέπει να είχαν πάντα το νου τους στην εξέγερση και την ανταρσία. Και φυσικά δεν είχαν άδικο!
Από το 1262 όμως αρχίζει η σταδιακή παρακμή του κράτους και συνακόλουθα της φραγκικής κυριαρχίας της Πελοποννήσου που παρατηρείται αμέσως μετά τη σύλληψη του πρίγκιπα στη μάχη της Πελαγονίας (1259) και την τριετή αιχμαλωσία του απ’ τις δυνάμεις των Παλαιολόγων ενώ στα χρόνια της κυριαρχίας του Ιωάννη Γρανίνα (1317-1322) αρχίζει και η παρακμή της ίδιας της Ανδραβίδας. ΄Άλλωστε, ήδη από τα χρόνια της πριγκηπέσας Ιζαμπώ ως πριγκιπική κατοικία χρησιμοποιείτο τον περισσότερο καιρό το κάστρο της Καλαμάτας κι όχι το Χλεμούτσι.
Η παρακμή της πόλης ολοκληρώνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φυσικά στο 19ο αιώνα. Ο Γάλλος ταξιδιώτης Πουκεβίλ αναφέρει στο γνωστό ταξιδιωτικό σύγγραμμά του ότι στις αρχές του 19ου αιώνα που πέρασε απ’ την περιοχή στην άλλοτε μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα των Βιλλεαρδουίνων δεν κατοικούσαν παρά εξήντα οικογένειες Ελλήνων και εξήντα Τουρκικές κι ότι τα σπουδαία μνημεία της Φραγκικής κυριαρχίας είναι ερειπωμένα και τα αρχιτεκτονικά τους μέλη σκορπισμένα παντού σαν ποτίστρες οικόσιτων ζώων ή εντοιχισμένα σε σπίτια και εκκλησίες της περιοχής. Τα ίδια ακριβώς μαρτυρεί και ο Buchon στα 1840. Η πόλη δεν βρίσκεται στην πρώτη σειρά των οικισμών από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη. Τη θέση της την έχει πάρει η Γαστούνη.
Στην επανάσταση του 1821 παίζει κι αυτή το ρόλο της με τα στρατιωτικά τμήματα που οργανώνει ο οπλαρχηγός Καπετάν-Κωνσταντής Ανδραβιδιώτης, συνεργάτης και φίλος του Κολοκοτρώνη και άσπονδος εχθρός των κοτζαμπάσηδων. Ο Καπετάν-Κωνσταντής δίνει παντού το παρόν: στις Πόρτες της Αχαΐας, στο Σανταμέρι, στον Πύργο, στο Χλεμούτσι, στο Μεσολόγγι κατά την πρώτη πολιορκία των Τούρκων και όπου αλλού το απαιτεί ο αγώνας. ΄Έχει ξεκινήσει τον πόλεμό του κατά των Τούρκων από τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια και γι’ αυτό, κυνηγημένος απ’ τους κατακτητές, είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο και κατετάγη κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι ΄Ελληνες, στον Αγγλικό στρατό. Εκεί γνώρισε και τον Κολοκοτρώνη.
Η Ανδραβίδα μαζί με τη Γαστούνη και τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από το βάρος του επισιτισμού των επαναστατικών τμημάτων και των πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη της υπόλοιπης πεδινής Ηλείας και λεηλατείται άγρια στα 1825 από τα ακαταμάχητα στίφη του Ιμπραήμ που οι Ανδραβιδιώτισες, γυναίκες σκληρές, μαθημένες στη βιοπάλη, τους αντιστέκονται με επιτυχία για μια ολόκληρη μέρα κλεισμένες στο ιερό της Αγίας Σοφίας, ζωσμένες τα’ άρματα των ανδρών τους και τους αποκρούουν. ΄Όταν οι άνδρες θα επιστρέψουν το σούρουπο απ’ τα χωράφια οι Αιγύπτιοι θα έχουν φύγει και οι γυναίκες θα έχουν επιστρέψει και πάλι στην κουζίνα τους για να ετοιμάσουν το βραδινό τους.
Με το ψήφισμα της 13ης Απριλίου του 1828 του ελεύθερου πια Ελληνικού κράτους η Ανδραβίδα υπάγεται διοικητικά στην επαρχία της Γαστούνης, όπως και ολόκληρος ο Κάμπος άλλωστε, που μαζί με την επαρχία του Πύργου θα αποτελέσουν την ΄Ηλιδα. Αργότερα η ΄Ηλις και η Αχαΐα θα αποτελέσουν τον ενιαίο νομό της Αχαιοήλιδος.
΄Όμως η παρακμή είναι πια οριστική. Κατά τον Γερμανό ιστορικό της Φραγκοκρατίας Μίλερ η Ανδραβίδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα «είναι ρυπαρόν χωρίον, όπερ ο περιηγητής διέρχεται δια του σιδηροδρόμου καταβαίνων εις Ολυμπίαν». Μια μικρή ανάπτυξη της έδωσε το τρένο που τη σύνδεσε στο τέλος του 19ου αιώνα με τον Πύργο, την Πάτρα και την Αθήνα, αν και λόγω τοπικών αντιδράσεων δεν έγινε ποτέ σιδηροδρομικός κόμβος.
Η παρακμή αυτή της πόλης συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα οπότε αντιμετώπισε πολλά δεινά από τους πολέμους, εμφύλιους και εθνικούς. Μετά το 1950 η μαζική μετανάστευση στην Αμερική, στην Αυστραλία και αργότερα στη Γερμανία της έδωσε το οριστικό της χτύπημα. Τα δεινά των πολέμων, η μισαλλοδοξία των αντιπάλων, η αναγκαστική απαλλοτρίωση δέκα χιλιάδων περίπου στρεμμάτων καλλιεργήσιμης έκτασης για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου, η έλλειψη υποδομών και επενδύσεων ανάγκασαν πάρα πολλούς κατοίκους και μάλιστα νέους να μεταναστεύσουν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και μάλιστα στην Αθήνα όπου μια άλλη Ανδραβίδα ζει στο δικό της ρυθμό και με τη νοσταλγία της παλιάς.
Μια κάποια αναγέννηση φάνηκε ότι θα δημιουργούσε η λειτουργία του φράγματος του Πηνειού και οι νέες καλλιέργειες που εισήχθησαν εξαιτίας του στην περιοχή. Τώρα όμως, εν έτει 2009, εξαντλήθηκε εντελώς η δυναμική τους και ο αγροτικός πληθυσμός βαδίζει εντελώς αβοήθητος, όπως πάντα άλλωστε, σε νέους δρόμους, τους οποίους αγνοεί και κανείς δεν του δείχνει τι πρέπει να κάνει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του καθώς και για το μέλλον της περιοχής.
Μερικές παρατηρήσεις ακόμη για τους κατοίκους, το χαρακτήρα τους, τη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους από προσωπική και μόνο παρατήρηση: Η ζωή και ο χαρακτήρας των Ανδραβιδαίων παρουσιάζει αρκετές και σημαντικές ιδιορρυθμίες, διαφέρει δηλαδή ριζικά από τη ζωή και τον χαρακτήρα των κατοίκων της γύρω περιοχής. Μερικές από τις ιδιορρυθμίες αυτές, όπως π.χ. η βεντέτα, που ίσχυσε σχεδόν μέχρι το 1960, η σκούφια, ένας τύπος της οποίας κατασκευαζόταν μόνο εδώ, κάποιοι άλλοι κανόνες αυστηρής συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες, η φιλόξενη διάθεση, η παθολογική αγάπη προς το άλογο, η αυστηρότητα των ηθών είναι μοναδικές. Πολλά έχουν ενδεχομένως συντελέσει σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη διαμόρφωση της σκέψης του, όπως η κλειστή αγροτική κοινωνία στην οποία έζησαν επί αιώνες, η παράδοση των ιπποτών του μεσαίωνα και του πνεύματός τους που άφησαν παρακαταθήκη στον τόπο, οι μεγάλες διαφορές των ιδιοκτησιών ως προς την έκτασή τους, η αυστηρά πατριαρχική συγκρότηση που διατηρήθηκε αναλλοίωτη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1960 και η μαζική εισβολή άλλων πληθυσμιακών στοιχείων, κυρίως από τη Ζάκυνθο. Στην Ανδραβίδα βρήκαν ασφαλές καταφύγιο πολλοί Ζακυνθινοί που έφυγαν απ’ την πατρίδα τους είτε από φτώχεια, οπότε έψαχναν στον εύφορο τόπο για δουλειά είτε για κάποιο έγκλημα τιμής, για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες και πολλές φορές το αταίριαστο της σχέσης τους (περίπτωση αιμομιξίας ). Ούτως ή άλλως όμως οι Ζακυνθινοί που εγκαταστάθηκαν εδώ, στο γόνιμο και αποδοτικό κάμπο, ήταν πάντοτε οι φτωχοί γιατί οι πλούσιοι κατέφευγαν στην Αθήνα ή την Πάτρα. Οι ιδιορρυθμίες αυτές αποτέλεσαν τελικά έναν ιδιαίτερο και αυστηρό και απαραβίαστο κώδικα συμπεριφοράς, ζωής, διασκέδασης, ενδυμασίας, εργασίας κ.λ.π.
Ο Ανδραβιδαίος γενικά χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία, φιλόξενη και φιλόπρωτη διάθεση, είναι γλεντζές, δεν δέχεται εύκολα προσβολές και τις ανταποδίδει αμέσως, αν τις δεχτεί, είναι ευέξαπτος, ευερέθιστος, φτάνει ως το έγκλημα για λόγους τιμής χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεσυνερίζεται εύκολα τον άλλον (π.χ. όταν άρχιζε ένας τον τρύγο και μάλιστα από τα’ αφεντικά, τον άρχιζαν την ίδια στιγμή και οι υπόλοιποι ακόμα κι αν τα σταφύλια δεν είχαν ωριμάσει αρκετά), μιμείται πάντα το διπλανό του στον επαγγελματικό τομέα, αγαπάει παθολογικά τα άλογα και τη γυναίκα παρόλο που την υποτιμάει ως ον και θεωρεί ως κύριες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον άνδρα την ευγένεια, τη λεβεντιά και την τιμή.
Αυτά βέβαια ίσχυαν για τους παλαιότερους όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα πράγματα και οι άνθρωποι άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αλλάζουν. Πολλά παιδιά άρχισαν ν’ ακολουθούν σπουδές στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση και μάλιστα πολλά κορίτσια, γεγονός αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια. Στο τέλος της δεκαετίας αυτής ιδρύθηκε και το Γυμνάσιο και δέκα χρόνια περίπου μετά το Λύκειο, τα μαθήματα των οποίων παρακολουθούν πια το σύνολο των παιδιών εκτός από εκείνα φυσικά που αντιμετωπίζουν εγγενείς αδυναμίες ή οικογενειακή αδιαφορία.
Γενικά όμως ο Ανδραβιδαίος είναι συντηρητικό άτομο κι ως ένα σημείο αδιάφορο για την πολιτική γι’ αυτό και επικρατούν σχεδόν πάντα στην τοπική πολιτική σκηνή μέτριοι από κάθε άποψη άνθρωποι. Παρόλο τον συντηρητισμό τους όμως οι Ανδραβιδαίοι δεν ακολούθησαν ομαδικά και με φανατισμό τα τάγματα ασφαλείας στα χρόνια της Γερμανοϊταλικής κατοχής, ίσως και λόγω εγωισμού, ενώ σε άλλα χωριά του κάμπου το φαινόμενο ήταν μαζικότερο. Επίσης και το αντάρτικο δεν στρατολόγησε παρά λίγους σε σύγκριση πάντα με τον πληθυσμό της πόλης. Τούτο ίσως να οφείλεται στην αντίδραση των μεγάλων οικογενειών που επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν ακόμη τα πράγματα αλλά και στην αδυναμία του Ανδραβιδιώτη να θέσει με ευκολία τον εαυτό του υπό τις διαταγές των άλλων. Γενικά ταγματασφαλίτες και αντάρτες έγιναν νέοι που ένιωθαν λιγότερο ή καθόλου τις δεσμεύσεις των παραδοσιακών κανόνων της κοινωνικής ζωής ή είχαν παραβατική συμπεριφορά.
Ο μεγάλος ταξιδευτής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Καζαντζάκης, περαστικός από την Ηλεία στα χρόνια του μεσοπολέμου, είδε με τη σίγουρη ματιά του προσεκτικού παρατηρητή πολλά πράγματα παρά το λίγο που έμεινε στον τόπο. Γράφει χαρακτηριστικά στο κεφάλαιο «Μοριάς» της σειράς «Ταξιδεύοντας»: « ΄Έφτασα στην Ανδραβίδα, τη μεσαιωνική δοξασμένη πρωτεύουσα των Φράγκων. Οι φράγκικες εκκλησιές της χάθηκαν, τις εκατάπιε η γης, οι τάφοι που ήταν εδώ των πριγκίπων του Μοριά, των τριών πρώτων Βιλλεαρδουίνων, αφανίστηκαν κι αυτοί. Τώρα στα καφενεία, οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά, οι γυναίκες, τραχές, ταγαριασμένες, σκύβουν στην ξαπλωμένη στα χωράφια σταφίδα και κάπου κάπου σέρνουν μια φωνή στριγκιά. Είναι αγέλαστες, αυστηρές, δουλεύουν ακατάπαυτα, κοιτάζουν τον ξένο δίχως χαμόγελο. Το χαμόγελο είναι εδώ από τα πιο σπάνια φαινόμενα. Κάποτε γελούν δυνατά, μα σχεδόν πάντα τα μούτρα είναι σκυθρωπά και κατεβασμένα».
Σήμερα όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα κι οι σύγχρονοι νέοι της Ανδραβίδας διαβάζουν με απορία, με μια δόση συγκατάβασης και ειρωνείας όσα αναφέρει ο μεγάλος συγγραφέας για τους όχι και τόσο μακρινούς προγόνους τους. Εκείνο βέβαια το «οι άνθρωποι» λες και οι γυναίκες ανήκουν σε κάποιο άλλο είδος της δημιουργίας, πώς να το αντέξουν οι σημερινοί άνθρωποι και να μην κουνήσουν το κεφάλι τους συμπονετικά για τα μυαλά που υπήρχαν κάποτε.
Οι κάτοικοι, ανάλογα με την κοινωνική τάξη ή ομάδα στην οποία ανήκαν, σύχναζαν και στα αντίστοιχα στέκια χωρίς να έρχονται σε άμεση επαφή η μία με την άλλη. Οι εργάτες γης και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οι ακτήμονες και τα περιθωριακά στοιχεία της πόλης σύχναζαν στις παραδοσιακές ταβέρνες που σήμερα έχουν λιγοστέψει σημαντικά και τείνουν προς την εξαφάνιση. ΄Ήταν δε οι παραδοσιακές ταβέρνες μισοσκότεινα οικήματα όπου σερβίριζαν κρασί ξεροσφύρι και καμιά φορά με λίγο ρέγγο, σαρδέλα ή ελιά. Εννοείται ότι από τους χώρους αυτούς αποχωρούσαν οι θαμώνες τους σχεδόν πάντα μεθυσμένοι. Στην επιλογή της ταβέρνας κύριο ρόλο έπαιζε η ποιότητα του κρασιού και η δυνατότητα να πιει κανείς με πίστωση γιατί μετρητά δεν υπήρχαν πάντα στην τσέπη. Οι νοικοκυραίοι πήγαιναν εκεί μόνο όταν ήθελαν να βρουν εργάτες για τα χτήματα ή τις δουλειές τους.
Η πολιτική έμενε πάντα έξω από τις ταβέρνες γιατί το κρασί και τα έντονα οικονομικά προβλήματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικολογία και συζήτηση, οι πολιτικοί όμως τις επισκέπτονταν καμιά φορά «προς άγραν ψηφοφόρων» παρόλο που ο συνηθισμένος τρόπος ήταν να κερδίσουν τις επιφανείς κυρίως οικογένειες που με τη σειρά τους επηρέαζαν τους ψηφοφόρους και τους υποχρέωναν με τον τρόπο τους να ακολουθούν τις επιλογές τους. Στις ταβέρνες περίσσευε η ανθρωπιά κι ο ανθρώπινος πόνος και καμιά φορά λόγω των έντονων αναθυμιάσεων του οίνου και η έξαψη ή και η ένταση. Κατά καιρούς σύχναζαν εκεί και οι χασικλήδες και τότε ο χώρος ντουμάνιαζε και με άλλου είδους αναθυμιάσεις.
Στα καφενεία σύχναζαν οι επαγγελματίες, όταν δεν είχαν δουλειά, οι τεμπέληδες, οι αργόσχολοι, οι χαρτοπαίχτες, οι πολιτικάντηδες και το αρχοντολόι. Εδώ σερβιριζόταν κυρίως ρακί, καφές και αναψυκτικά και οι θαμώνες συζητούσαν ή έπαιζαν χαρτιά και τάβλι. Στο καφενείο του Γιογκαράκη που δεν υπάρχει πια σερβιριζόταν μόνο ρακί. Στα καφενεία οργάνωνε τις πλεκτάνες του το αρχοντολόι αν και μετά το 1960 τα εγκατέλειψαν μαζί με τους ελάχιστους εγγράμματους και μαζεύονταν πια στο φαρμακείο. ΄Έτσι, απέφευγαν τον ανεπιθύμητο συγχρωτισμό με τα λαϊκότερα στρώματα του τόπου.
Από τα καφενεία ξεκινούσαν πολλές φορές και οι βεντέτες μεταξύ των πολιτών, πολλές φορές από ασήμαντους λόγους, όπως π.χ. η άρνηση ή η αδυναμία κάποιου να πιει το ρακί που τον κερνούσαν. Αυτό εθεωρείτο μεγάλη προσβολή που ξεπλενόταν μόνο με το αίμα. Η βεντέτα βασικά ήταν προνόμιο των μεγάλων οικογενειών και τις περισσότερες φορές ξεκινούσε για λόγους ηθικής ή εξ αιτίας κτηματικών διαφορών και συνήθως γινόταν μπροστά στα μάτια όλων, μέρα μεσημέρι, σαν ένα είδος θεσμοθετημένης μονομαχίας και σπανιότερα στα κρυφά. Στην περίπτωση αυτή όλοι ήξεραν ποιος έκανε το φονικό αλλά κανένας δεν μιλούσε μέχρι ν’ αποκαλυφθεί στην πράξη ο δράστης με την απάντηση από την οικογένεια του θύματος κι η αλυσίδα του αίματος δεν είχε τελειωμό. ΄Όλοι οπλοφορούσαν και κανείς ποτέ δεν τολμούσε να μπει μπροστά σε μια βεντέτα και να την σταματήσει γιατί τότε θα τον έπαιρνε κι αυτόν η σφαίρα. Η βεντέτα μας φέρνει στη μνήμη ξεχασμένα φραγκικά έθιμα του μεσαίωνα, η πληροφορία όμως ότι οι περισσότερες από τις οικογένειες που την ασκούσαν κατάγονταν από Τούρκους μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού. Η τελευταία βεντέτα έγινε τη δεκαετία του 1950 και έκτοτε ο πληθυσμός ησυχάζει. Ευτυχώς, το έθιμο αυτό ανήκει πια στην Ιστορία. Οι σημερινές κοινωνικές και άλλες συνθήκες δεν επιτρέπουν πια την ύπαρξή της.
Ανδρέας Φουσκαρίνης
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Και του χρόνου
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
17η Νοεμβρίου. Τα σχολεία ξεκινούν με τάξη και με πειθαρχία παραδειγματική. Ο σχηματισμός είναι σχεδόν στρατιωτικός. Μπροστά ανεμίζουν οι γαλανόλευκες, οι ψηλοί οδηγούν, οι κοντοί ακολουθούν. Οι διμοιρίτες και οι δείκτες στη θέση τους. ΄Όλοι εν πλήρει ηρεμία και κατά τα καθιερωμένα.
Καταθέτουν στεφάνια και λουλούδια φυσικά ή πλαστικά στο μνημείο των πεσόντων υπό τα απλανή και ανέκφραστα βλέμματα των επισήμων. Κάποιος εκφωνεί τον πανηγυρικό της ημέρας. Στο πέτο του ένα κόκκινο γαρίφαλο καρφιτσωμένο.
Την ίδια μέρα στα 1973 είχε εκφωνήσει πάλι έναν πανηγυρικό στους μαθητές του σχολείου του. Στην πραγματικότητα τον ίδιο με τον τωρινό. Τώρα αφαίρεσε μόνο τις αρνήσεις και αντικατέστησε τους αποδέκτες των «εύγε» και των «ζήτω» με τους πεσόντες φοιτητές.
Ενός λεπτού σιγή. Ο Εθνικός ΄Ύμνος. Επιστροφή στα σχολεία και διάλυση των συντεταγμένων τμημάτων. Οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω, όπως πάντα. Να μην αλλάξουμε δα και τις παραδόσεις. Τα καθιερωμένα. Η φιλαρμονική παιανίζει στους δρόμους κι ύστερα χάνεται κι αυτή. Μέχρι την επόμενη εκδήλωση παραμένει βουβή.
«Ωραία η εκδήλωση. Κόσμια και ευπρεπής», μίλησε ο δήμαρχος, «Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ουζάκι. Το απαιτεί η μέρα, άλλωστε».
«Και του χρόνου, δήμαρχε, και χρόνια πολλά».
«Και του χρόνου. Και του χρόνου».
17η Νοεμβρίου. Τα σχολεία ξεκινούν με τάξη και με πειθαρχία παραδειγματική. Ο σχηματισμός είναι σχεδόν στρατιωτικός. Μπροστά ανεμίζουν οι γαλανόλευκες, οι ψηλοί οδηγούν, οι κοντοί ακολουθούν. Οι διμοιρίτες και οι δείκτες στη θέση τους. ΄Όλοι εν πλήρει ηρεμία και κατά τα καθιερωμένα.
Καταθέτουν στεφάνια και λουλούδια φυσικά ή πλαστικά στο μνημείο των πεσόντων υπό τα απλανή και ανέκφραστα βλέμματα των επισήμων. Κάποιος εκφωνεί τον πανηγυρικό της ημέρας. Στο πέτο του ένα κόκκινο γαρίφαλο καρφιτσωμένο.
Την ίδια μέρα στα 1973 είχε εκφωνήσει πάλι έναν πανηγυρικό στους μαθητές του σχολείου του. Στην πραγματικότητα τον ίδιο με τον τωρινό. Τώρα αφαίρεσε μόνο τις αρνήσεις και αντικατέστησε τους αποδέκτες των «εύγε» και των «ζήτω» με τους πεσόντες φοιτητές.
Ενός λεπτού σιγή. Ο Εθνικός ΄Ύμνος. Επιστροφή στα σχολεία και διάλυση των συντεταγμένων τμημάτων. Οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω, όπως πάντα. Να μην αλλάξουμε δα και τις παραδόσεις. Τα καθιερωμένα. Η φιλαρμονική παιανίζει στους δρόμους κι ύστερα χάνεται κι αυτή. Μέχρι την επόμενη εκδήλωση παραμένει βουβή.
«Ωραία η εκδήλωση. Κόσμια και ευπρεπής», μίλησε ο δήμαρχος, «Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ουζάκι. Το απαιτεί η μέρα, άλλωστε».
«Και του χρόνου, δήμαρχε, και χρόνια πολλά».
«Και του χρόνου. Και του χρόνου».
Η μοναξιά του μοτοσικλετιστή
Του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Μεσημέρι. ΄Εξω από το Λύκειο επαρχιακής κωμόπολης του Νότου. Τα εφτακόσια πενήντα κυβικά μουγκρίζουν και ξεσηκώνουν τον κόσμο. Τον αναστατώνουν, καλύτερα. Οι δυο καβαλάρηδες ξεχύνονται ακράτητοι στη μακριά λωρίδα του δρόμου. Σε λίγο χάνονται εντελώς από τα μάτια μας. Ακούγεται μόνο το μουγκρητό τους..
Η κόντρα διαρκεί κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά. Τι μας νοιάζει ποιος νίκησε; Υπάρχει, αλήθεια, νικητής; Οι μαθητές μονάχα τους ζητωκραυγάζουν και τους επευφημούν. Το πλήθος αδιαφορεί ή κουνάει το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. «Δεν θέλω «ου», φωνάζει ο ένας μοτοσικλετιστής περνώντας σαν αστραπή από μπροστά τους.
-----------
Μετά από πέντε μέρες τον βρήκαν νεκρό μέσα σε μια αποστραγγιστική τάφρο. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, σαν να προσπαθούσαν μάταια να τρυπήσουν το γκρίζο κέλυφος του ουρανού. Δεν θα ξαναμιλήσει πια στους μαθητές παρά μέσα από τα κενά που αφήνουν οι καρδιές τους. Το Λύκειο και η περιοχή θα βρουν για λίγο την ησυχία τους.
--------------
Τον άλλον, όμως, ποιος τον σκέφτεται; Γυρίζει μόνος κι έρημος, χωρίς σκοπό, χωρίς αντίπαλο στις κόντρες. ΄Εκοψε ακόμη και τις σούζες. Πώς να βγει με τόση ηρεμία η ζωή; Πώς να αντέξει τόση ερημιά; Κι οι μαθητές που ησύχασαν κι αυτοί και δεν επευφημούν! Σαν να τους φίμωσαν μ’ αόρατα πλην δραστικά φίμωτρα!
Καλά θα πάνε όλα, προφανώς, στο μέλλον!
Μεσημέρι. ΄Εξω από το Λύκειο επαρχιακής κωμόπολης του Νότου. Τα εφτακόσια πενήντα κυβικά μουγκρίζουν και ξεσηκώνουν τον κόσμο. Τον αναστατώνουν, καλύτερα. Οι δυο καβαλάρηδες ξεχύνονται ακράτητοι στη μακριά λωρίδα του δρόμου. Σε λίγο χάνονται εντελώς από τα μάτια μας. Ακούγεται μόνο το μουγκρητό τους..
Η κόντρα διαρκεί κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά. Τι μας νοιάζει ποιος νίκησε; Υπάρχει, αλήθεια, νικητής; Οι μαθητές μονάχα τους ζητωκραυγάζουν και τους επευφημούν. Το πλήθος αδιαφορεί ή κουνάει το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. «Δεν θέλω «ου», φωνάζει ο ένας μοτοσικλετιστής περνώντας σαν αστραπή από μπροστά τους.
-----------
Μετά από πέντε μέρες τον βρήκαν νεκρό μέσα σε μια αποστραγγιστική τάφρο. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, σαν να προσπαθούσαν μάταια να τρυπήσουν το γκρίζο κέλυφος του ουρανού. Δεν θα ξαναμιλήσει πια στους μαθητές παρά μέσα από τα κενά που αφήνουν οι καρδιές τους. Το Λύκειο και η περιοχή θα βρουν για λίγο την ησυχία τους.
--------------
Τον άλλον, όμως, ποιος τον σκέφτεται; Γυρίζει μόνος κι έρημος, χωρίς σκοπό, χωρίς αντίπαλο στις κόντρες. ΄Εκοψε ακόμη και τις σούζες. Πώς να βγει με τόση ηρεμία η ζωή; Πώς να αντέξει τόση ερημιά; Κι οι μαθητές που ησύχασαν κι αυτοί και δεν επευφημούν! Σαν να τους φίμωσαν μ’ αόρατα πλην δραστικά φίμωτρα!
Καλά θα πάνε όλα, προφανώς, στο μέλλον!
Πέμπτη 2 Απριλίου 2009
Το χρονικό του Μορέως
Το Χρονικό του Μορέως
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.
Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.
Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ' αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 509[1]
Ο Πέτρος Π. Καλονάρος[2] χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 12041261' στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το1292. Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αψηγηματικές ενότητες, όπως Π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων, γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των. Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ' αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης. Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει., την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:
«Βουλήν απήραν μ' εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ' είπαν κ' εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως'
ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως 'ς αύτην». (στ. 1424-1429)
Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων. Ήταν τέτοια η καταπίεση της Bυζανtινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής - μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:
«'Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .
το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
εμεταστάθη, ως χριστιανός' ο Θεός να τον συγχωρήσει.
Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)
Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο. Απ' την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες: «Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα...»[3]... Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν. Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π. Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα. Aκόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα. Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση
«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ 'εκάμνασιν τον παρλαμά κ 'επαίρναν την βουλή τους'
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ' αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).
Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ' την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος. Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.
Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι>, ευγενικοί, παμφρόνιμοι, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι , αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ' άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός. Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:
«ποτέ .Ρωμαίου μη εμπιστευτεί ς δια όσα και σου ομνύει'
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937).
Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος. Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:
«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,
να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν' αναγιγνώσκεις'
ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ'
κ' ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).
Γίνεται σαφές κι απ' αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους-και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους. Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:
<<Λοιπόν ,αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,
πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).
Και αλλού:
<<Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ' εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).
Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!
Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας. Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί. Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά
ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική. Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ' εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.
Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό: «ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία». Και συνεχίζει: «Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που -σπάνια- παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται»[4].
Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια
λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ' την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ' τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!
Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως»[5]. Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», <<Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα>, «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα>, «/μπέριος και Μαργαρώνα> κ.ά. Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου τού Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ' αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ' + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.
[2] ό.π.π. σελ. ί.
[3] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος. Ο Μοριάς». Αθήνα 1961, σελ. 219.
[4] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ' έκδοση Ίκαρος σελ. 25.
[5] ό.π.π. σελ. ιγ' του προλόγου.
του Ανδρέα Φουσκαρίνη
Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.
Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.
Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ' αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 509[1]
Ο Πέτρος Π. Καλονάρος[2] χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 12041261' στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το1292. Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αψηγηματικές ενότητες, όπως Π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων, γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των. Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ' αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης. Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει., την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:
«Βουλήν απήραν μ' εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ' είπαν κ' εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως'
ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως 'ς αύτην». (στ. 1424-1429)
Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων. Ήταν τέτοια η καταπίεση της Bυζανtινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής - μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:
«'Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .
το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
εμεταστάθη, ως χριστιανός' ο Θεός να τον συγχωρήσει.
Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)
Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο. Απ' την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες: «Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα...»[3]... Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν. Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π. Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα. Aκόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα. Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση
«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ 'εκάμνασιν τον παρλαμά κ 'επαίρναν την βουλή τους'
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ' αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).
Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ' την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος. Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.
Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι>, ευγενικοί, παμφρόνιμοι, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι , αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ' άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός. Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:
«ποτέ .Ρωμαίου μη εμπιστευτεί ς δια όσα και σου ομνύει'
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937).
Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος. Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:
«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,
να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν' αναγιγνώσκεις'
ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ'
κ' ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).
Γίνεται σαφές κι απ' αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους-και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους. Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:
<<Λοιπόν ,αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,
πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).
Και αλλού:
<<Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ' εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).
Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!
Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας. Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί. Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά
ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική. Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ' εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.
Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό: «ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία». Και συνεχίζει: «Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που -σπάνια- παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται»[4].
Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια
λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ' την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ' τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!
Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως»[5]. Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», <<Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα>, «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα>, «/μπέριος και Μαργαρώνα> κ.ά. Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου τού Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ' αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ' + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.
[2] ό.π.π. σελ. ί.
[3] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος. Ο Μοριάς». Αθήνα 1961, σελ. 219.
[4] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ' έκδοση Ίκαρος σελ. 25.
[5] ό.π.π. σελ. ιγ' του προλόγου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)