Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ο αφανισμός της Μήλου στο Θουκυδίδη και το Ρίτσο


Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Ο Γ. Καισαρίδης για τις Φρυκτωρίες

Βέροια, 26 – 5 - 2011-06-07


Αγαπητέ Ανδρέα,
Σε ευχαριστώ που με θυμάσαι και με τιμάς με την προσφορά του βιβλίου σου.
Ζητώ συγγνώμη για την τόσο καθυστερημένη απάντησή μου, αλλά η ζωή με τραβάει διαρκώς από δω κι από κει.
Μου άρεσε ιδιαίτερα το έργο σου
- το πόσο «γοητευμένος» εμφανίζεσαι από τις γλυκιές αμαρτίες
- η αντίστασή σου στην τάξη, υμνώντας το απαγορευμένο
- την ευθύνη του δημιουργού / ποιητή
- τον ανατρεπτικό λόγο και το «αναρχικό» πνεύμα
- τις σκοτεινές / συγκλονιστικές πλευρές του ΄Έρωτα

Πάνω απ’ όλα θαυμάζω το κουράγιο σου και το πνεύμα σου το ακατάβλητο…

Να είσαι καλά
Γ. Καισαρίδης

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο Ιωσήφ Αργυρίου γι9α τις Φρυκτωρίες

Πύργος 30.8.10 Φίλε Ανδρέα
Χαίρετε.
Χθες πήρα τις «Φρυκτωρίες» σου. (΄Έλειπα 1 μήνα στη Κέρκυρα). Είναι μια θαυμάσια συλλογή γνήσιων ποιημάτων ανώτατης πνευματικής στάθμης.
Χτυπάς κάθε υποκρισία (Αρχίζεις με την θρησκευτική! Από Θεού άρξασθαι!...) και κατεστημένο και σάπιο και διεφθαρμένο. Κατουράς τις «ηρωικές» επετείους (Πολυτεχνείο κ.ά. Μου θύμισες το παιδί που κατουράει στο βασιλικό στέμμα- Μ. Πλωρίτης), γιαουρτώνεις τον στρατιωτικό, δαχτυλοδείχνεις τον βίαιο μπάτσο, μιλάς για τα ετοιμόρροπα σχολεία μας (Δίπλα σε «μεγαλοπρεπείς» ναούς!) και την αθλιέστατη παιδεία μας μέση-ανώτερη-ανώτατη, φτύνεις τους πολιτικούς (Βοθροκαθαριστές! Αδιόρθωτες πόρνες – «Η απόφαση» κ.ά.), θρηνείς για την ερημιά και μοναξιά μες στο πλήθος του βρώμικου κόσμου μας (Αυτά θα βρουν μπροστά τους οι νέοι άνθρωποι που θάρθουν στον κόσμο μας, τα «αλιγενή υψίπεδα»! Μέρη σαν την «αλμυρά έρημο» στην Τουρκία, όπου χιλιάδες ΄Ελληνες άφησαν τα κουφάρια τους. Φρονώ πως –έστω στο ασυνείδητό σου- το ποίημα «Η προσάρτηση» είναι κι έντονα αντιπολεμικό.
Στο ποίημα «Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα» ίσως είχες –συνειδητά ή υποσυνείδητα- υπόψη σου και το ποίημα «Η στάχτη» του Γ. Παυλόπουλου (Εκεί βρίσκεται και ο ποιητής!)
Στέλνω και 5 διηγήματά μου. (Από τα 13 που άρχι9σα να γράφω τα τελευταία 2-3 χρόνια. Πιστεύω, πως ξεπερνούν το μέτριο. Θέλω και τη γνώμη σου. Σ’ αφήνω.).
Με φιλία

Σχόλιο για τις Φρυκτωρίες από τον Στάθη Κουτσούνη

Αγαπητέ μου Ανδρέα, σ' ευχαριστώ πολύ για τις Φρυκτωρίες σου.
Πολύ ωραία ποιήματα, ειλικρινά τα χάρηκα,
έχουν ένα σαρκασμό και μια ειρωνεία που με γοήτευσαν πραγματικά.
Να ΄σαι καλά και να γράφεις.
Και με την ευκαιρία, καλή σχολική χρονιά!
Φιλικά,
Στάθης Κουτσούνης

Ποιητικές συμπληγάδες: Για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Του Ανδρέα Σκαμπαρδώνη


Ο Φουσκαρίνης τύπωσε την πρώτη του συλλογή το 1980, με το ψευδώνυμο Αρχίλοχος Ναβίδης, Πρελούντιο, είναι ο τίτλος της, δηλαδή μουσικό προανάκρουσμα. Θα κατανοήσουμε καλύτερα το δεύτερο βιβλίο του –Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή τιτλοφορείται- αν ρίξουμε μερικές διερευνητικές ματιές στο προηγούμενο. Τα ποιήματα του Πρελούντιου εκτείνονται από το 1972 («Μνήμη Γιώργου Σεφέρη») έως την Πρωτομαγιά του 1979 («Δοξαστικό της πικρής στιγμής»). Η συλλογή δεν περιέχει όλα όσα έγραψε τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο ποιητής περιορίζεται σε μιαν αυστηρή και επώδυνη επιλογή στίχων. Τα πικρά χρόνια της νιότης σημαδεύουν εκείνα τα ποιήματα. Η μελαγχολική διάθεση τα διαποτίζει. Η ποιητική έκφραση του συναισθηματισμού του όμως θυμίζει, εδώ κι εκεί, άλλες εποχές, αισθητικά παρωχημένες.
Στο Πρελούντιο υπάρχουν λέξεις κι εκφράσεις που θυμίζουν αισθητική άλλων καιρών: περγέλιο (σελ. 7), (γδυμνό κουπί (σελ. 23), αδίκια τυράγνια (σελ.27).
Δεν επιχειρώ να μειώσω την αξία της πρώτης συλλογής του Φουσκαρίνη, αλλά να επισημάνω το στίγμα της. Ο τίτλος της σημαίνει προοίμιο, άλλωστε. Σπανίζει η περίπτωση να εμφανίζεται κανείς εξαρχής πάνοπλος στον πνευματικό στίβο. Αφήνω δε κατά μέρος ότι αυτό, κάποτε, δρα ανασταλτικά στην περαιτέρω πορεία του. Η τέχνη είναι πολύ δύσκολη και ιδιότυπη υπόθεση. Συμπεριλαμβάνονται πάντως, στο Πρελούντιο και ποιήματα που απέχουν παρασάγγας από τον παρωχημένο συναισθηματισμό. Η αισθητική τους είναι σύγχρονη. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα, το «Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη», μαρτυρεί τις δυνατότητες του Φουσκαρίνη τις οποίες πρέπει να εκμεταλλευθεί.
Η ενότητα Συμπληγάδες πέτρες», γραμμένη κατά τη διάρκεια των ετών 1972-1980, είναι πολυκύμαντη στη συναισθηματική της φόρτιση. Η πλούσια σε εξωτερικά γεγονότα εποχή της σύνθεσής της εκφράζεται με την αντιφατικότητα που τη διακρίνει, εξίσου αντιφατικά στον υποκειμενικό κόσμο του ποιητή. «Μαύρο σκοτάδι πλανιέται παντού», αλλά «ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει!» (σελ. 11). Ο ποιητής ζητεί από την ψυχή του να κρατηθεί γερά στις επάλξεις, ώσπου ν’ αρχίσει το μεγάλο τραγούδι.
΄Έως τότε, όμως θα επικρατεί «γαλήνη στη χώρα των τάφων» (σελ. 12). Δε βλέπει πουθενά το φως που θα «τρυπήσει το μαύρο σκοτάδι», ενώ «οι νέοι δεν μπήκαν ακόμη μπροστά», «Ακανθώδες το ζήτημα της διαδοχής!» (σελ. 15). Και τους υπόλοιπους στίχους της ενότητας τους διαρρέει το ίδιο πνεύμα. ΄Έως τώρα αντέξαμε, τονίζει. Αλλά πότε θα έρθει ο λυτρωμός; Πλέοντας κανείς ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες, οπωσδήποτε δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα του ταξιδιού. Προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος κι ελπίζει. Τα συναισθήματά του είναι αντιφατικά, γιατί πότε οι πέτρες πάνε να τον συντρίψουν, πότε αποφεύγει τον κίνδυνο. Επομένως, δεν πρέπει να παραξενευόμαστε όταν αυτή η αντιφατικότητα εκφράζεται στην ίδια ποιητική ενότητα.
Η ενότητα «Παραλλαγές» (1978-1979) εντάσσεται στον ίδιο ιδεολογικό κι αισθητικό χώρο. Την απαρτίζουν εφτά ποιήματα. Η ίδια στυφή γεύση κι εδώ, η ίδια μελαγχολική διάθεση. Η ζωή φεύγει διαρκώς, «κανείς δεν μπορεί ν’ ανακόψει του χρόνου την πένθιμη επέλαση» (σελ. 28). Ο στίχος θυμίζει, όπως και τόσοι άλλοι του Φουσκαρίνη, Καρυωτάκη. Θυμίζει, απλώς… Ο ποιητής μας δεν είναι καρυωτακικός. Η δική του ατμόσφαιρα διαφέρει από εκείνη του αυτόχειρα της Πρέβεζας. Ενώ η ποίηση του δεύτερου είναι σαρκαστική και σκληρή, η μελαγχολία του πρώτου διαρρέεται από έναν γλυκερό συναισθηματισμό. Τις «Παραλλαγές» καθώς και τις «Συμπληγάδες πέτρες» τις χαρακτηρίζει η σύγχρονη θεματική. Αλλά, εντούτοις, κι εδώ έχουν παρεισφρήσει εκφράσεις της παλαιάς ποίησης:
«΄Ήρθε η ώρ’ αδελφοί μου
της χαράς οι τρανοί γυρολόγοι
να σταθούν να ζεστάνουν τα χέρια
που πάγωσαν σε κρύο αιώνων
στ’ ανεμόδαρτα υψώματα»,
γράφει ο Φουσκαρίνης στο τέλος των «Παραλλαγών» (σελ. 30).
Περιοδικό ΑΛΦΕΙΟΣ, τεύχος 8-10, Χειμώνας 95-Καλοκαίρι 96 (Αποσπάσματα). Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ Πύργου, Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010, σελ. 34, από τη στήλη «Πολιτιστικοί Ορίζοντες με θέα το Ιόνιο» της πεζογράφου Ζωής

Ανδρέα Φουσκαρίνη; «Φρυκτωρίες» - Ποίηση

Της Λίτσας Δαμουλή-Φίλια

Ο ποιητής Ανδρέας Φουσκαρίνης αυτή τη φορά διάλεξε τον τίτλο Φρυκτωρίες για την ποιητική συλλογή που πρόσφατα εξέδωσε από τις εκδόσεις του Γιώργου Δημητρόπουλου «Βιβλιοπανόραμα», 2010. Οι φρυκτωρίες στην αρχαιότητα ήταν η μετάδοση σημάτων με πυρσούς κατά τη νύχτα σε μακρινές αποστάσεις.
Μα την αλήθεια ωραίος τρόπος για να μεταδίδεις σήματα μακριά, με σιωπηλό τρόπο, κι ο καθένας ας το πάρει όπως θέλει… Κάτι αντίστοιχο έκαναν και οι Ινδιάνοι στους λόφους της Αμερικής κάποτε.
Είναι ένας τρόπος σιωπηλής διαμαρτυρίας η ποίηση του Φουσκαρίνη, διαποτισμένη με έντονη ειρωνεία για τους θεσμούς και οτιδήποτε καλοβολεμένο και ψεύτικο κοινωνικά. Ο Φουσκαρίνης αναφέρεται σε νοικοκυρές βαλτωμένες στη δήθεν τάξη του σπιτιού τους, στους πολιτικούς κυρίως, στις πόρνες που θέλουν ν’ αλλάξουν ζωή, στους αυτοπυρπολούμενους ποιητές. Ακόμη και με τον ΄Όμηρο τα βάζει που δεν αφήνει ήσυχο τον «πολυμήχανο» Οδυσσέα στις θάλασσες, και τελειώνει τη ζωή του σ’ ένα «ρημαγμένο χωριό», στο ποίημα «Οδυσσέως απόλογος». Για τον Φουσκαρίνη είναι αδιανόητο κάτι τέτοιο, παράλογο, και συμφωνεί μάλλον με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο σχετικά με τις «Ιθάκες» και τις νοσταλγίες τους… κι όχι τόσο με τον Καβάφη. Σαρκασμός μέχρι μηδενισμού από τον Ανδραβιδιώτη λόγιο, και μπόλικη φιλοσοφία που φυσιολογικά φέρνει η πείρα και η ωριμότητα. Η ωριμότητα δε χρειάζεται απολογία ούτε αποδείξεις ούτε ντροπές, αναστολές και μισόλογα. Αναζητά στο κάθε τι την ουσία και την ποιότητα.
Οι Ηλείοι για παράδειγμα κουράστηκαν από τις υποσχέσεις και «τα κούφια λόγια τα μεγάλα» των πολιτικών, έτσι προέκυψε από τον Φουσκαρίνη το ποίμα «Ο κουμπάρος»;
« Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας Κολωνακίου»
………………………………
Γνωστή αυτή η φιγούρα του ευκολόπιστου αγρότη που ανεβαίνει στο τραίνο φορτωμένος όλα τα καλά από τον κόπο του για τον δήθεν κουμπάρο και πολιτικό στην Αθήνας. Η Ηλεία και η Αθήνα. Τι αντιπαράθεση! Δυο κόσμοι τόσο διαφορετικοί! Ο πολιτικός τον αγνοεί συστηματικά. Πόσες φορές τη γέλασαν την Ηλεία, της έταξαν και της τάζουν (πριν και μετά τις πυρκαγιές), από την εποχή των παππούδων μου ακόμη, απ΄ όσο θυμάμαι τουλάχιστον.
Αλλά κι αλλού το θέατρο συνεχίζεται, «η παράσταση» καλά κρατεί:
«Την περίμεναν όλοι με αδημονία.
΄Όμως δεν έγινε ποτέ, γιατί η νομάρχις
Μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής»
……………………………………………………
Μάστιγα τηε εποχής οι πολιτικοί με τις φανφάρες τους στις μεγάλες πλατείες και την κενότητα των λόγων τους κατάντησαν μισητοί από το λαό. Στο ποίημα «Τα λόγια του πολιτικού» γράφει ότι όλα αυτά είναι κενά ουσίας και τίποτ’ άλλο. «Τον τελευταίο λόγο» για τον ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη τον έχουν οι ποιητές. Αλοίμονο δηλαδή αν δεν υπήρχαν κι αυτοί! Οι ποιητές «ματώνουν» πρώτα και μετά φτιάχνουν ποίηση. Βιώνουν με πόνο την πραγματικότητα και τη μετατρέπουν σε τέχνη γράφει στο «Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»:
«Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις τεχνικά το ένα πάνω στο άλλο»
…………………………………………………..
Καταφύγιο για τον ποιητή η τέχνη του. Ωστόσο η καθημερινότητα τον απορροφά, χάνει χρόνο και «μοιράζεται στα δύο» για να επιβιώσει όπως οι κοινοί θνητοί. Γράφει στην «Πληρωμή»:
«Τη νύχτα τα όνειρα οργιάζουν
την ημέρα
σκυμμένο το κεφάλι
για τον επιούσιο
……………………
Η μόνη γνήσια πληρωμή
Ο θάνατος…»
΄Έχουμε πράγματι βυθιστεί στη βιοπάλη και δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά. Η παραπλάνηση από τα Μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι μεγάλη καο οδηγεί στην αποπλάνηση. Ο Φουσκαρίνης γράφει χαρακτηριστικά στο «Δείχτε μας κάτι»:
«Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε.
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
…………………….»
Ο άνθρωπος για τον Φουσκαρίνη είναι ένα ζώο με χαλινάρια που ζει συμβατικά και περιορισμένα τη ζωή του ανάμεσα στους πειρασμούς. Γράφει στο «Ταξίδι»:
«Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
και μπήκαμε σε χώρες λωτοφάγων
καράβια δίχως γυρισμό.
Δεν ξέρω πού φτάσαμε
-ή κι αν φτάσαμε δεν έχει σημασία
………………………………….»
Μέσα σ’ όλο αυτό τον κοσμοχαλασμό ένα μετράει για τον ποιητή και το διαπιστώνει με θλίψη και πόνο: η έλλειψη του έρωτα και της αγάπης. Στον «Παυσίλυπο ΄Έρωτα» γράφει:
«Πέρασε τόσος καιρός
Δεν ακούς πια
Τον χαμένο ρυθμό της αγάπης
Που διάβηκε το άδειο λιβάδι τα μεσάνυχτα
Και χάθηκε»
Αλλά αναρωτιέται «πώς μπορεί να στεριώσει» η ζωή «χωρίς τη ζεστασιά του μεσημεριανού αγκαλιάσματος». Ο ποιητής ψάχνει για την Ευρυδίκη του που δεν φαίνεται από πουθενά. Να ‘χει περάσει στον κάτω κόσμο και να την συναντήσει κάποτε εκεί ή όχι;
Ωστόσο η αγάπη είναι το άλας της ζωής, είναι απαραίτητη για όλους, πόσο μάλλον για τους ποιητές!
Απελπισμένα είναι τα σήματα με τους πυρσούς που στέλνει ο Φουσκαρίνης από την Ηλεία και ελάχιστα συγκινήθηκαν οι πολιτικοί, οπότε αναρωτιέται αν οι «Φρυκτωρίες» θα αποδώσουν.
Στο «Φθινοπωρινό» γράφει:
«Το τραγούδι πικρό κι η οδύνη μεγάλη
Το περίσσευμα της καρδιάς μας ελάχιστο
Και ο κόσμος σκορπίζει παντού
Σαν τα φύλλα του πλάτανου
Με τις πρώτες βροχές του φθινόπωρου»
……………………………………………
Ο ποιητής προειδοποιεί απελπισμένα μέσα από την ποιητική συλλογή του. Ανάβει πυρσούς, κάνει σινιάλο, στέλνει S.O.S. σα;ν τα καράβια σε τυφώνα. Μάλλον έχει την εντύπωση ότι το καράβι μας βυθίζεται…
21 Σεπτεμβρίου 2010
(περιοδικό «3η Χιλιετία», τεύχος 46, 2010, σελ. 36-37)

Σκέψεις και στοχασμοί

Σκέψεις και στοχασμοί
πάνω
στην ποιητική συλλογή

«Φρυκτωρίες»

του Ανδρέα Φουσκαρίνη






Μαργαρίτα Αργυράκη
φιλόλογος





Η ψύχρα της νύχτας ήταν διαπεραστική, βασανιστική, ατελείωτη για τον φρουρό που αγρυπνά, με καρφωμένα τα μάτια του στο σκοτεινό ορίζοντα. Αγρυπνά και περιμένει. Περιμένει το φωτεινό σινιάλο του πυρσού που θα σημάνει το τέλος ,του δικού του μαρτυρίου και αλίμονο, την αρχή του μαρτυρίου του αφέντη του. Και ξάφνου, στην ησυχία της νύχτας, ακούγεται η φωνή του, μια κραυγή χαράς και ανακούφισης.
ὦ χαῖρε λαμπτήρ νυχτός, ω, σε χαιρετώ φλόγα της νύχτας,
ἡμερήσιον φάος πιφάσκων που μέσα στο σκοτάδι σαν φώς ημέρας
φαίνεσαι .
τά δεσποτῶν γάρ εὖ πεσόντα Γιατί, την καλή τύχη που έχουν οι αφέντες
θήσομαι. μου θα λογαριάσω δική μου,
τρίς ἕξ βαλούσης τῆσδέ μοι αφού τρεις φορές εξάρες μου έφερε, αυτό
φρυκτωρίας. Το φωτεινό σημάδι
Με αυτά λοιπόν τα φωτεινά σήματα, τις φρυκτωρίες, επέλεξε ο Αισχύλος στην Ορέστειά του, να αναγγείλει την επιστροφή του Αγαμέμνονα στο Άργος. Με τον ίδιο, φαινομενικά σιωπηλό, αλλά αλήθεια , τόσο εύγλωττο τρόπο, επέλεξε ο Ανδρέας Φουσκαρίνης να μεταδώσει τα φλογερά μηνύματα που φέρνουν τα ποιήματα της 3ης ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Φρυκτωρίες».Και λέω, φλογερά, γιατί ο Α.Φ. είναι ένας λογοτέχνης γνώμης, κριτικής, διαμαρτυρίας, αμφισβήτησης, ανατροπής. Τα ποιήματά του τόσο με το μεγάλο εύρος των θεμάτων τους ( κοινωνικοί θεσμοί, αντιλήψεις, ανθρώπινες συμπεριφορές, σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν. Όσο και με τον τρόπο που παρουσιάζονται ( το ύφος, την πεζολογικότητα του στίχου, την πληθώρα των πραγματολογικών στοιχείων που περιέχουν, τη γλώσσα τους), αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες των εμπεριστατωμένων γνώσεων του ποιητή και των κατασταλαγμένων απόψεών του.
ΟΙ «Φρυκτωρίες» του Α.Φ. απαρτίζονται από τρεις επί μέρους μικρότερες ενότητες ποιημάτων με τους τίτλους: Φρυκτωρίες, Νύχτες, Έρος λυσιμελής και παυσίλυπος. Πρόκειται ,στο σύνολό τους σχεδόν, για ποιήματα γνώμης, κριτικής, σχολιασμού που αφορούν σε πρόσωπα, καταστάσεις, απόψεις, συμπεριφορές, συναισθήματα.
Το ύφος των ποιημάτων είναι έντονα ειρωνικό και με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής


άλλοτε διακωμωδεί ,
όπως στο ποίημα « Ο κουμπάρος» ή στο ποίημα « Η νοικοκυρά
Ο χωρικός Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι Περήφανη
Και το ταγάρι παραμάσχαλα Για το πραγματικό μεγαλείο
Πήγε να δει το βουλευτή του της νοικοκυροσύνης της
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα Όλα ταχτοποιημένα στην
Στο πολυτελές του γραφείο εντέλεια
Της πλατείας Κολωνακίου Και με τάξη
………………………………….. ………………………………….
Άλλοτε πάλι του δίνεται η δυνατότητα να σαρκάσει,
Όπως στο ποίημα « Ο ξεναγός»
Ξέχασε ο δύστυχος
Ή τέλος πάντων δεν τον πληροφόρησε κανείς
Πως στη γειτονική Ιταλία
Δείχνουν πρώτα τα νέα
Και μάλιστα σε στύση
Κι ύστερα πάνε και στ’ αρχαία
Για ρέμβη κι ενδοσκόπηση
……………………………………..
ή
στο ποίημα « Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
Ευτυχώς που οι βόθροι
Αργούν να γεμίσουν ως πάνω
Αλλιώς
Τι θα γινόμαστε
Χωρίς
Βοθροκαθαριστές !

Συχνά, μ’ αυτό το έντονα ειρωνικό του ύφος αποδομεί
Όπως στο ποίημα « Τα προσωπεία»
Δώδεκα μασκαράδες
Φόρεσαν τα γιορτινά τους
Και βγήκαν αμέριμνοι στην αγορά
Χωρίς τις μάσκες τους
Τη μέρα της Αποκριάς
…………………………
ή στο ποίημα « Το σπίτι μου»
Το σπίτι μου βλέπει στη θάλασσα
Ανθισμένα τα πτώματα μαύρο το πέλαγος
Σκορπίζουν παντού τον ακάθιστο δείπνο
………………………………………………
Και άλλοτε , φτάνει μέχρι την ανατροπή
Όπως το ποίημα « Οδυσσέως απόλογος»
………………………………………………
Όμηρε πως το μπόρεσες
Να τον αφήσεις να σαπίσει
Στο ρημαγμένο του χωριό;
Τόση αλμύρα η θάλασσα
Δε λησμονιέται με τη σύνταξη
Στα λιανοχώραφα της νήσου του
Και στον οντά της ιμερτής αλόχου.

ή στο ποίημα « Έρως»
Έρως ανίκατε μάχαν!
Πόσες φορές νικήθηκε αρχαίε ποιητή;
Το ξέρεις;
Πόσες φορές επήρε λάθος δρόμο
Κι η μάχη έγινε αλλού
Στην πλήρη απουσία του;

Μελετώντας τον στίχο των ποιημάτων της συλλογής διαπιστώνουμε ότι είναι, κατά βάση ,πεζολογικός και διακρίνεται για την λιτότητά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται ακόμα και ελλειπτικός, αφού μία λέξη, αποτελεί έναν στίχο. Πρόκειται λοιπόν για έναν στίχο , κυριολεκτικά σπάραγμα που άλλοτε
με έμμεσο τρόπο καταγγέλλει
Όπως στο ποίημα « Το ντέρμπυ»
Το ντέρμπυ
Ήταν
Σκληρό
Τρεις
Νεκροί
Και ογδόντα
Τραυματίες
Ανακοίνωσε με θλίψη
Το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ
……………………………………………….
Και άλλοτε μοιάζει με κατηγορηματική δήλωση, όπως στο ποίημα
« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
………………….
Επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε εκείνα τα ποιήματα της συλλογής που ο ποιητής έχει επιλέξει να τα γράψει στο πρώτο πρόσωπο, στο εγώ, διαπιστώνουμε ότι, παρόλο τον χαμηλόφωνο και πολλές φορές εξομολογητικό τόνο τους, πλημμυρίζουν κυριολεκτικά από έντονα , κατά βάση, συναισθήματα. Συναισθήματα γνωστά ,που γεννιούνται στον καθένα από μας στη διάρκεια της ζωής του , σημάδι πως ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά την ανθρώπινη ψυχή.

Διακρίνουμε λοιπόν το πάθος και μάλιστα το ερωτικό, στο ποίημα
« Έρος λυσιμελής , απόσπασμα 3»
Σ’ αγαπώ
Σαν τη γύμνια του κορμιού μου
Την Άνοιξη
Σαν το κύμα που σκάει αφρίζοντας
Στα βράχια της πατρίδας μου
Τι μπορείς να μου πεις
Για το τέλος του ατέλειωτου πόνου
Το μεγάλο τραγούδι της Άνοιξης
Στο καταχείμωνο
Αστερόεσσα εσύ λαμπερή
Που δεν λες να μου δώσεις
Το σώμα σου;

Διακρίνουμε επίσης τον πόνο, ίσως την απελπισία, στο ποίημα « Σπουδές»
Που να πάω λοιπόν;
Πώς να κουνήσω τα πόδια μου
Αχρηστεμένα από το βάρος του Χρόνου;
Που η τρύπα να κρυφτώ;
Να λουφάξω, να χαθώ για πάντα από τα μάτια του κόσμου τούτου;

Όμως διακρίνουμε επίσης, και την αγωνία ,που συχνά στοιχειώνει τη ζωή μας.
στο ποίημα « Ρόπτρα»
……………………………………
Ένα είναι το ρόπτρο που αγαπώ: το αερόστατο
Όταν απογειώνεται
Παίρνει μαζί του και το σπίτι
Και σ’ ελευθερώνει
Αντίθετα
Η κεφαλή της μέδουσας
Φοβάμαι
Μήπως πετρώσει τα όνειρά μου.

Διακρίνουμε, ακόμα, την τρυφερότητα, αυτό το αίσθημα που συχνά, ενσταλάζεται τόσο καταπραϋντικά στις ανασφάλειές μας
στο ποίημα
« Έρος παυσίλυπος, απόσπασμα 4»
Έλα τώρα γλυκιά μελωδία
Να ανθίσεις εξαίσια
Στα κόκκινα χείλη της αγαπημένης
Που κοιμάται ντυμένη
Το λευκό μεγαλείο του έρωτα
Αγκαλιά με τρελές ανεμώνες.

Όμως, άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, διακρίνουμε ακόμα και την απογοήτευση, συναίσθημα τόσο συχνό πλέον στη ζωή μας,
στο ποίημα «Ταξίδι»
Αφήσαμε την ψυχή μας σ’ ένα παλιό καμίνι
Και μπήκαμε στη μαύρη θάλασσα
Να ταξιδέψουμε σε χώρες λωτοφάγων
Καράβια δίχως γυρισμό
Δεν ξέρω που φτάσαμε
-ή αν φτάσαμε. Δεν έχει σημασία-
………………………………………
Εξετάζοντας, τώρα, πιο ειδικά το περιεχόμενο των ποιημάτων της συλλογής «Φρυκτωρίες», διαπιστώνουμε ότι στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν μια σειρά θεσμοί που πάνω τους χτίζεται η κοινωνία μας. Πρόκειται ,αρχικά, για την πολιτική και τους παντός είδους υπηρέτες της. Ο ποιητής αναφερόμενος σ’ αυτούς στα ποιήματά του ,τους παρουσιάζει να πρωταγωνιστούν σε ποικίλους ρόλους , με ποικίλες μορφές. Πρόκειται για τους ηγήτορες, τους βοθροκαθαριστές, τον κουμπάρο- βουλευτή, το φαμφαρόνο πολιτικό, τη νομάρχη που μεταμορφώθηκε σε πιανίστρια παρωχημένης εποχής αλλά και τον γέρο πρώην αντιρρησία, τον τραμπούκο, τους καταληψίες, τον εύελπη.
Αντικείμενο της κριτικής του γίνεται και η παιδεία, όπως επίσης και ο θεσμός της οικογένειας
Ακόμα , μελετώντας τον άνθρωπο, στο στόχαστρό του μπαίνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές που καθορίζουν και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Επίσης ,αρκετά φαίνεται να τον απασχολεί ,η σχέση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν.
Οι διαπιστώσεις που αποκομίζει από την ποιητική ενασχόληση με όλα αυτά, σίγουρα, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Γι’ αυτό ,άλλωστε, εκπέμπει τα φωτεινά και , γιατί όχι, αφυπνιστικά του μηνύματα.
Με οργή, άλλοτε κρυμμένη και άλλοτε φανερή αλλά και με έντονα, σαρκαστική διάθεση αποκαλύπτει:
Αρχικά την υποκρισία που κυριαρχεί παντού
Την υποκρισία στην πολιτική,
Όπως στο ποίημα «Ο κουμπάρος» ,
…………………………………………….
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμα
Την υποκρισία που κυριαρχεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας θα λέγαμε.
όπως στο ποίημα « Η απόφαση»
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Η πόρνη
Αποφάσισε
Να σταματήσει
Το ατελείωτο πέρα δώθε
Δεκαοκτώ χιλιάδες φορές
Το ξανάρχισε
Με τον ίδιο ρυθμό
Και στο ίδιο σημείο ακριβώς.
Για να τη βρίσκουν οι πελάτες της, είπε.
…………………………………………….
Παράλληλα στηλιτεύει το συντηρητισμό και την ψευτοηθική τόσο των θεσμών και των ιδεών, όσο και των προσώπων.
Όπως στο ποίημα « Δείχτε μας κάτι»
Πορνό και καράτε
Μπαφιάσαμε
Δείχτε μας κάτι
Πιο εποικοδομητικό
Να χαρούν
Κι οι παρθένες οι άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.

Ή στο ποίημα «Η αναγκαιότητα των βοθροκαθαριστών»
……………………………………………………………………
Η ατμόσφαιρα αποπνικτική
Και μυσαρή έως θανάτου
Το λευκό της αγνότητας
Χάθηκε ανεπιστρεπτί
Είπε ο γυμνασιάρχης
Διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του με αποστροφή.

Αυτή την εμμονή στη στηλίτευση της ψευτοηθικής διακρίνουμε
Και στο ποίημα «« Οιδίπους 2»
Εγώ
Νίπτω
Τας χείρας μου
Είπε ο πατέρας τους με στόμφο, εσείς
Τραβάτε το δρόμο της απωλείας.
Την άλλη μέρα το πρωί
Τον βρήκαν στο κρεβάτι
Αγκαλιά
Με τη φιλάσθενη κόρη του
…………………………….
Έντονα σαρκαστικός, καυτηριάζει επίσης την κομπορρημοσύνη, και τον φανφαρονισμό , ιδιαίτερα προσφιλή για κάποιους.
όπως στο ποίημα
«Τα λόγια του πολιτικού»
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους
Κανείς δε θα τα θυμηθεί ποτέ!
………………………………….
Καταγγέλλει επίσης με ένταση, την παντελή έλλειψη ιδανικών και στόχων που συχνά χαρακτηρίζει θεσμούς και πρόσωπα.
Όπως στο ποίημα « Η κατάληψη»
Όπου αρχικά διαπιστώνεται ότι:
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
……………………………………………………………
Για να καταλήξει
Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.

Από το στόχαστρο της κριτικής του δεν ξεφεύγει επίσης ο τυχοδιωκτισμός και η μηδενική διορατικότητα των παντός είδους ηγητόρων.
Όπως στο ποίημα « Η συγκέντρωση»
Η συγκέντρωση Οι ηγήτορες όμως
Ήταν Ενθουσιασμένοι
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή Δεν πρόσεξαν διόλου
Δύο χιλιάδες φοιτητές Την πλημμυρίδα
Και πεντακόσιοι οικοδόμοι Που τους σάρωσε
Τα έκαναν όλα Μέρα μεσημέρι
Γυαλιά καρφιά

Ο Α.Φ, με ιδιαίτερη ευαισθησία, θέτει στο κέντρο της ποιητικής ματιάς του τον άνθρωπο. Ανήσυχος, τον παρακολουθεί να γίνεται όλο και περισσότερο ατομιστής, αδιάφορος για όσα συμβαίνουν γύρω του , όπως στο ποίημα « Στο ρυθμό του ντίσκο»
Ο κρεμασμένος
Θλιβερός αυτόχειρας μιας ταραγμένης εποχής
Κουνούσε πέρα δώθε το κορμί του
Σαν εκκρεμές. Δύο βήματα πιο πέρα
Χιλιάδες νεαροί κουνιόντουσαν επίσης
Στο ρυθμό του ντίσκο σαν εκκρεμή.
Η συναυλία δινόταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
…………………………………………………………..
Συχνά, βλέπει τον άνθρωπο να ευτελίζεται και να γελοιοποιείται
όπως στο ποίημα « Στον ιππόδρομο»
Στο Φαληρικό Δέλτα Να μην τους χάσουμε παιδιά
Δεν υπήρχαν πια Αποτελούν το γραφικό στοιχείο μας
Άλλα περιθώρια Μια κάποια ατραξιόν ας πούμε
Σοβαρού κέρδους Ενδιαφέρουσα κι ελκυστική
Για αυτούς που ωρύονταν Για τα ατημέλητα στίφη των επισκεπτών
Τετάρτη και Σάββατο μας.
Μπροστά στα άδεια ταμεία
Του Ιπποδρόμου

Τον εξοργίζει όταν τον παρακολουθεί να συναλλάσσεται παντοιοτρόπως και με κάθε τίμημα όπως στο ποίημα « Το σκώμμα»
Τα άλματα ξέρεις, είναι για τους σαλτιμπάγκους
Για όσους έχουν τη δύναμη, την αντοχή, την άνεση
Να συνδιαλέγονται με όλους και για όλα
Μα πρώτα πρώτα πρέπει
Να τα’ χεις καλά με τον εαυτό σου
Αυτό μετράει τελικά.

Συχνά ,συγκλονισμένος, βλέπει τον άνθρωπο, ακόμα και να αυτοενεχειριάζεται ανυποψίαστος, ίσως,
όπως στο ποίημα « Το άλογο»
Το άλογο είναι υπερήφανο ζώο
Δέχεται το χαλινάρι και υπηρετεί
Το αφεντικό του
Με συγκατάβαση και παραδοχή.
Ο άνθρωπος είναι κι αυτός υπερήφανο ζώο,
Κατασκευάζει ο ίδιος τα χαλινάρια του
Και τα προσαρμόζει με επιτυχία
στον εαυτό του.

Από την ανατρεπτική ματιά του Α.Φ. δεν ξεφεύγει ούτε, η εν πολλοίς κυρίαρχη τάση, εξωραϊσμού και εξιδανίκευσης του ιστορικού μας παρελθόντος και δη του αρχαιοελληνικού. Η εντελώς στείρα, επιφανειακή και πολλές φορές ανιστόρητη, προσέγγισή του. Γι’ αυτό και στο ποίημά « Τρεις χιλιάδες χρόνια», με σημείο αναφοράς την ακρόπολη των Μυκηνών αρχικά επισημαίνει:
Το αίμα των σκλάβων που έλιωσαν εδώ
Τριγυρίζει σαν έρημο πουλί
Και ζητάει εκδίκηση
Και αποφασισμένος, δηλώνει κατηγορηματικά:
Τούτη την πύλη
Που μάτωσε τόσες φορές στους αιώνες
Τούτη την πύλη
Που πέτρωσε τόσες φορές τη ζωή
Τούτη την πύλη
Τη μίσησα
Δεν θα διαβώ
Το κατώφλι της
Πιά.


Φυσικά, μέσα στις «Φρυκτωρίες»κυριαρχικός είναι ο ρόλος της Τέχνης της Ποιήσεως, αφού, έμμεσα ή άμεσα, σ’ αυτήν αναφέρονται τέσσερα από τα ποιήματα της συλλογής.
Η ποίηση ,κατά τον Α.Φ. αντανακλά, κάθε φορά, όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στη ζωή. Είναι ο καθρέφτης τους, όπως διαπιστώνεται
στο ποίημα « Φθινοπωρινό»
Σκόρπιοι και οι στίχοι μας, σκόρπιοι
Χαράγματα πάνω σε θρυμματισμένα μάρμαρα.
Χαράζουν την άσπρη γραμμή της ζωής.
Χαράζουν τη μαύρη γραμμή του θανάτου.

Η ποίηση λοιπόν, είναι συνοδοιπόρος του ανθρώπου στη ζωή και στο θάνατο. Καταστάλαγμα εμπειρίας, πνευματικού και ψυχικού μόχθου, κατάθεση ψυχής του ποιητή . Του ποιητή, που με πόνο, με αγωνία βιώνει την πραγματικότητα και την μετουσιώνει σε τέχνη, όπως μας εξομολογείται ο Α.Φ στο
«Ποίημα που δεν μπορεί να γίνει ποίημα»
Μα έτσι θαρρείς πως χτίζονται τα ποιήματα;
Και τι είναι οι λέξεις, πέτρες κι αγκωνάρια
Να τα σωριάσεις, τεχνικά, το ένα πάνω στο άλλο
Κι ύστερα νάρθει ο ήρωας να το ξεθεμελιώσει;
Και με νεκρό τον κόσμο των ανθών και των σωμάτων;

Η ποίηση είναι πανταχού παρούσα, ακόμα και όταν εμείς είμαστε απόντες. Μια δύναμη που εμπνέει, ωθεί και κάποτε, γιατί όχι, πυρακτώνει τα όνειρά μας. Τα όνειρά των δυνατών ανθρώπων , όπως γράφει ο Α.Φ. στο ποίημά του « Στον Π. Α. Σινόπουλο, χαιρετισμός»
Νάσαι καλά, ευυπόληπτε πολίτη.
Ο χρόνος είναι σύμμαχος στους δυνατούς
Κι η ποίηση στην αγκαλιά του χρόνου πάντα
Θα πει τον τελευταίο λόγο.

Και πράγματι η ποίηση θα πει τον τελευταίο λόγο, ακόμα και αν ο ποιητής είναι , φαινομενικά, απών όπως στο ποίημα
« Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα»
Κάποιος πυρπολήθηκε σήμερα
Φορώντας τα γιορτινά του
Στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας
Όταν γινόταν παρέλαση.
Η μυρωδιά της βενζίνης
Σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Τα θλιβερά απομεινάρια
Μιας καρδιάς που διαλύθηκε
Στα εξ ων συνετέθη.
Ήταν τρελός, είπε κάποιος
Διστάζοντας λιγάκι βέβαια μα το είπε.
Όχι, όχι, αγάπησε πολύ
Τον αντίκρουσε με βεβαιότητα
Μια κοντή με γυαλιά.
Που τέντωνε το κορμί της σαν τόξο για να δει.
Έτσι κάνουν συνήθως στην Ανατολή
Παρατήρησε ο διανοούμενος
Και κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση
Ανασηκώνοντας συνεχώς τα γυαλιά του
Και μια γριά Αμερικάνα
Oh, it’s fantastic, it’s fantastic
Ξεφώνιζε με ενθουσιασμό
Και τράβαγε αμέτρητες αναμνηστικές φωτογραφίες
Για τη μακρινή της πατρίδα
Κι ο μαχαλόμαγκας
Που βρέθηκε εντελώς συμπτωματικά
Και οπωσδήποτε έξω από τα νερά του
Ρε το μαλάκα, είπε
Και τράβηξε το δρόμο του
Αδιάφορος για τα περαιτέρω.
Με την αναμενόμενη εμφάνιση της αστυνομίας
Διαλύθηκαν όλοι στη στιγμή
Κι έμεινε μόνη μια γυναίκα
Που σπάραξε
Πάνω στη στάχτη.

Ο ποιητής
Που ήταν;

Σ’ αυτό το γεμάτο αγωνία ερώτημα, νομίζω ότι η απάντηση είναι μία και ιδιαίτερα ελπιδοφόρα:
Η ποίηση, πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο
Ναι λοιπόν και φυσικά δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η ποίηση , η εμπνευσμένη ποίηση, είναι αυτή που πάντα θα λέει τον τελευταίο λόγο. Έναν λόγο που θα αποκαλύπτει, θα καταγγέλλει, θα προτρέπει, θα παρηγορεί , θα εμπνέει, ακόμα κι αν ο ποιητής είναι μέσα στη φωτιά, ακόμα κι αν έγινε στάχτη, για να βάλει φωτιά στα όνειρά μας.

Από τις Φρυκτωρίες στις ανεμογεννήτριες. Η ανατρεπτική ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Της Ζωής Θ. Σπυροπούλου

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση έλαβα την τελευταία (3η) ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Φρυκτωρίες» του καταξιωμένου Ηλείου φιλόλογου και Ποιητή Ανδρέα Φουσκαρίνη. Το βιβλίο εξεδόθη το 2010 σε μια καλαίσθητη έκδοση από το «Βιβλιοπανόραμα» του εκδότη Γιώργου Δημητρόπουλου στην Αμαλιάδα –ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένου με το έργο των Ηλείων Λογοτεχνών- με την Λογοτεχνική επιμέλεια του εκλεκτού συμπατριώτη Λογοτέχνη Λεωνίδα Καρνάρου…
Ποίηση γράφουν πολλοί. Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που συγκαταλέγονται ανάμεσα εις τους την ελληνικήν γλώσσαν και παιδείαν κατέχοντες και μετέχοντες. Πιστεύω ότι ο Ανδρέας Φουσκαρίνης βρίσκεται στην ωριμότερη περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας. Κατέχει το λόγο.
Φλογερά μηνύματα ήταν οι φρυκτωρίες των αρχαίων Ελλήνων, φλογερά μηνύματα μας φέρνουν τα ποιήματα της συλλογής του Α. Φ. την εποχή της πνευματικής στέγνιας, της χρεωκοπίας των ιδεολογιών, την εποχή του διαδικτύου και του μοναχικού, ηλεκτρονικού πολιτισμού μας. Καθένα από τα ποιήματα είναι κι ένα φλογερό μήνυμα. Ο ποιητής ζει μέσα στον κόσμο με τις κεραίες του εν εγρηγόρσει. Παρατηρεί, διαπιστώνει, συμμετέχει, συμπάσχει. Ψάχνει να βρει και ν’ αναστήσει τα χαμένα σύμβολα:
…Και ο Δον Κιχώτης
Απόκοσμος και αλλοπρόσαλλος
Χωρίς το σύντροφο και υποτακτικό του Σάντσο
Δεν βρίσκει πια τους ανεμόμυλους στη θέση τους.
Αντικαταστάθηκαν
Οριστικά και αμετάκλητα
Από ηλεκτροκίνητους
Γερμανικούς.
«Ο τετραγωνισμός του κύκλου»
Καραδοκούν άλλωστε τόσοι και τόσοι ξένοι και ημεδαποί επενδυτές ν’ αντικαταστήσουν, με το αζημίωτο, τους παρωχημένους και πεπαλαιωμένους ανεμόμυλους. ΄Όλα τα προσεγγίζει η ευαίσθητη γραφίδα του ποιητή:
…Τις παρθένες τις άμωμες
Με τους ατελείωτους κότσους
Και τις μακριές προσευχές
Στα βαθύσκια των τρούλων.
«Δείχτε μας κάτι»
Η νοικοκυρά
Βγήκε χαρούμενη και γελαστή
Περήφανη
Για το πραγματικό μεγαλείο
Της νοικοκυροσύνης της.
΄Όλα ταχτοποιημένα στην εντέλεια στο σπίτι
Και με τάξη.
Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι της
Είδε πως ξέχασε το δίχτυ με τα ψώνια
Στη γκαρσονιέρα του γηραιού της φίλου…
(απόσπασμα)
Ο ποιητής όντας ο ίδιος μάχιμος εκπαιδευτικός παραστέκεται με θλίψη και συμπόνοια στο παιδί, τη φύτρα του τόπου μας, στις καθιερωμένες πλέον καταλήψεις του ετοιμόρροπου οικοδομήματος της Νεοελληνικής μας Παιδείας:
Η κατάληψη
Η κατάληψη έγινε
Με τάξη και συνέπεια
Εξόχως επαναστατική.
Πλήρης η οργάνωση και υποδειγματική
Των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του καθενός
Και δίδαγμα μέγιστο για τις επερχόμενες γενιές
Επαναστατικής τακτικής.

Το αποτέλεσμα
Ήταν το αναμενόμενο
Και αρκούντως θεαματικό.

Δεν πρόσεξαν μονάχα οι καταληψίες
Ότι το κτίριο ήταν ετοιμόρροπο
Και η κατάληψη
Δεν χρειαζόταν καν.
Έτσι σαν εμφανίστηκε η μπουλντόζα
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε
Όπως σε άλλες περιστάσεις…
(Απόσπασμα)
Ζητάει βοήθεια από το Γουτεμβέργιο!
…Σπούδασα σε ανήλιαγες αίθουσες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες.
Τόσα χειρόγραφα μελέτησα
Κι ο Γουτεμβέργιος
Καβαλάρης των αιώνων ατίθασος
Οι αίθουσες όμως ανήλιαγες
Γκρίζες, υγρές, μουχλιασμένες
Σκοτεινά σπουδαστήρια της νιότης
Κι ο Γουτεμβέργιος
Μαύρες οπές στο σκοτάδι…
«Σπουδές» (Απόσπασμα)
Ακολουθεί τον παραπλανημένο ανθρωπάκο, τον κουμπάρο του βουλευτή, που την επαύριο των εκλογών έχει ξεχάσει την ύπαρξή του:
Ο κουμπάρος
Ο χωρικός
Με τη νταμιτζάνα στο χέρι
Και το ταγάρι παραμάσχαλα
Πήγε να δει το βουλευτή του
Και να του ευχηθεί τα βέλτιστα
Στο πολυτελές του γραφείο
Της πλατείας του Κολωνακίου.
Ο κουμπάρος του
Δεν τον θυμήθηκε αμέσως.
Οι εκλογές
Μόλις είχαν τελειώσει
Και οι επόμενες
Αργούσαν πολύ ακόμη.
Αφουγκράζεται τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα του πολιτικού. Κι αναζητεί τα ξεχασμένα λάβαρα στα βασίλεια του σκώρου.
Τα λόγια του πολιτικού
Αστραποβόλησαν
Σαν πύρινες γλώσσες οργισμένης ρομφαίας
Στις τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας
Κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα φίλους και αντιπάλους.
Το ασταμάτητο χειροκρότημα του πλήθους
Αδηφάγο
Κατάπιε
Τη βροντή και τη λάμψη τους.
Κανείς δεν θα τα θυμηθεί ποτέ!
Από τότε κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες
Και τα λάβαρα βρίσκονται κλεισμένα
Σε σκοτεινές αποθήκες
Στα βασίλεια του σκώρου
Για να θυμούνται οι μεταγενέστεροι
Το θλιβερό γεγονός που κατέστρεψε
Οριστικά και ανεπανόρθωτα
Την ηρεμία των ουρητηρίων
Της πλατείας Συντάγματος.
Στο προηγούμενο κριτικό σημείωμα (του Αντρέα Σκαμπαρδώνη) για την ποίηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη διάβασα ότι η ποίησή του έχει στοιχεία από Καρυωτάκη. Δεν συμφωνώ. Ο Καρυωτάκης ήταν παρατημένος. Ο Φουσκαρίνης παλεύει, αντιτάσσεται, υπαινίσσεται με μια λεπτή, αδιόρατη ειρωνεία, σατιρίζει εύστοχα, λέει την αλήθεια, θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μα δεν αλλάζει ο κόσμος αν δεν αλλάξει ο άνθρωπος. Οι στίχοι του θυμίζουν το Γ. Νεγρεπόντη της μεταπολίτευσης, με τον «κλητήρα» και τις «μπομπονιέρες», τον Μπρεχτ και έχουν κάποια στοιχεία πίκρας και φιλοπατρίας από την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου.
Είμαι ευτυχής που υπάρχουν στον τόπο μου ποιητές σαν τον Α. Φ. , που συνεχίζουν την Ηλειακή παράδοση. Συνέχισε Ανδρέα! ΄Εχομε δρόμο ακόμη. Ο τόπος χρειάζεται και ποιητές, καιόμενους, όπως φανταζόταν ο μεγάλος Τάκης Σινόπουλος τον ρόλο του ποιητή: «Πάντα τον φανταζόμουνα να γράφει ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα της συνεήδησης με τη συνείδηση της γλώσσας του».
Αλλά και ο Ν. Εγγονόπουλος στην «Κοιλάδα με τους ροδώνες»:
«…Κι’ ο ποιητής πάντα έτοιμος,
το όπλον παρά πόδας,
να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει!»
Κλείνοντας κρίνω σκόπιμο ν’ αντιπαραβάλλω ένα ποίημα του Ανδρέα Φουσκαρίνη με μερικούς επίκαιρους υπαινικτικούς στίχους από την ωδή του Κάλβου:
Αι ευχαί
Καλύτερα καλύτερα
Διασκορπισμένοι οι ΄Ελληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες
Παρά προστάτας νάχωμεν.
Δεν με θαμβώνει πάθος
Κανένα. Εγώ την λύραν
Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
Σιμά εις του μνήματός μου
Τ’ ανοικτόν στόμα.
Α. Κάλβος
Επιτύμβιο ενός τρωγλοδύτη
Γεννήθηκα στο βάθος μιας χαράδρας
Στην κόχη μιας ελιάς.
Μετατοπίστηκα μονάχα
Όσο μου ήταν απαραίτητο να ζήσω.
Τώρα σας χαιρετώ, δεν έχω τάφο
Ξύλινο ή μαρμαρένιο
Και λόγια σαν αυτά
Με την πνοή του αέρα
Διασχίζουνε το σύμπαν
Δίχως ειρμό και σκέψη’
Α. Φουσκαρίνης
Ζωή Θ. Σπυροπούλου

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Τρεις λαϊκές ιστορίες

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Τούτες οι τρεις ιστορίες που θα ιστορηθούν στη συνέχεια από εμένα ακούστηκαν μια νύχτα στη Γλαρέντζα, τη διάσημη αυτή πόλη του μεσαίωνα που ανιστόρητοι και ανόητοι πολιτικοί ονόμασαν Κυλλήνη, σε μια καλύβα στην ακροθαλασσιά από το στόμα ενός ντόπιου γέρου συγγενή μου που οι μνήμες του ήταν βαθιά χωμένες στο μακρινό παρελθόν του τόπου του.
Ειπώθηκαν με τέτοια ζεστασιά, με τέτοιο πάθος και με τόση πίστη στην αλήθεια που κουβαλούσαν μέσα τους που και εκείνος που τις υπογράφει εδώ τις πίστεψε κι ο ίδιος κι έτσι δεν θέλησε ν’ αλλάξει ούτε μία λέξη και δεν επέτρεψε στην πέννα του παρά μόνο κάποιες μικρότατες επεμβάσεις για την καλύτερη και πληρέστερη κατανόησή τους. Ούτε πάλι θέλησε να ανατρέξει σε άλλες πηγές για να διασταυρώσει το περιεχόμενό τους ή για να βεβαιωθεί για την πρωτοτυπία τους. Ειδικά αυτό του ήταν ολότελα αδιάφορο. ΄Αλλωστε εκείνο που θέλησε να δώσει πρώτα- πρώτα ήταν το αφηγηματικό πάθος και η παραστατικότητα της διήγησης του γέρου που σήμερα, δυστυχώς, δεν ζει πια!
Φυσικά μπορεί να είναι και από αλλού γνωστές από άλλους μελετητές του λαϊκού αφηγηματικού μας λόγου, άγνωστες όμως σε μία πολύ μεγάλη ανθρώπινη μερίδα, τη νεολαία. Και ίσως αυτό να τους δίνει μια πρόσθετη αξία. Ο λαός βέβαια στην πλειονότητά του δεν τις αγνοεί αφού ο ίδιος είναι ο δημιουργός του, οι νεώτεροι όμως που μέρα με τη μέρα ξεκόβονται απ’ την παράδοση κάποτε θα πρέπει να μάθουν και να νιώσουν ως τα βάθη της ψυχής τους το λαϊκό μας πολιτισμό για να μπορέσουν να επιβιώσουν στους δύσκολους καιρούς που έρχονται στο μέλλον.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο γέρος εκείνη τη νύχτα παρά το κρασί που έρεε αφειδώλευτα δεν έπλαθε εικόνες και σκηνές του παρελθόντος με τη φαντασία του αλλά διηγιόταν πεντακάθαρα με πίστη και αφέλεια παιδική κομμάτια της λαϊκής μας ιστορίας όπως τα είχε ακούσει κι ο ίδιος από τους μεγαλύτερους στα παιδικά του χρόνια. ΄Ετσι μας είπε πολλά, γιατί δεν ήμουν μόνος, για τις παλιότερες εποχές, για τους ανθρώπους που ζούσαν στην Ηλεία, για τη ζωή τους, την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. ΄Όμως σήμερα εδώ θα σας παρουσιάσω μόνο τις τρεις αυτές ιστορίες γιατί αυτές ήταν που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα και με έκαναν να καταλάβω τι σημαίνει πραγματική αφήγηση, αβίαστη και φυσική.
Ο Κωνσταντής της πρώτης ιστορίας δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που η μνήμη του στην περιοχή δε λέει να σβήσει μια και έδρασε εδώ κάποιο χρονικό διάστημα της ζωής του προτού ντυθεί την αιματοστάλαχτη πορφύρα του, όταν πήρε τον τόπο προίκα μαζί με τη γυναίκα του τη Θεοδώρα Τόκκου. Η δεύτερη ιστορία έχει μέσα της μπλεγμένες βυζαντινές και βενετσιάνικες μνήμες με στιγμές της Ελληνικής επανάστασης, ενώ η Τρίτη αναφέρεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός της επανάστασης του 1821 που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Και στις τρεις ιστορίες, όπως και σε πολλές άλλες, μέγας εχθρός είναι ο Τούρκος ακόμα κι αν αυτό είναι ιστορικά αδύνατο.
Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι στην περιοχή αυτή της Ηλείας ζουν ακόμα δεκάδες παραδόσεις με σπουδαιότερες εκείνες που αναφέρονται στο ανήλιαγο βασιλόπουλο ή στις δύο αδελφές των κάστρων που την έκανε ο Καρκαβίτσας διήγημα. Το βασιλόπουλο, όταν γεννήθηκε, το μοίραναν βάσκανες μοίρες και κακές να μην το δει ποτέ ο ήλιος γιατί θα πέθαινε. ΄Ετσι, για να βλέπει την αγαπημένη του πήγαινε κάθε νύχτα με το χρυσό του άρμα απ’ τη Γλαρέντζα στην Παλιόπολη από ένα υπόγειο δρόμο που άνοιξαν για χάρη του οι υπήκοοί του. Κάποια νύχτα όμως ξεχάστηκε κι αυτό ήταν μοιραίο: ο ήλιος τον βρήκε το γλυκοχάραμα στην αγκαλιά της αγαπημένης του και του πήρε ανελέητα τη ζωή.
Θα έπρεπε κάποτε όλες αυτές οι παραδόσεις και ιστορίες, που βρίσκονται σκόρπιες εδώ κι εκεί και που ζουν ακόμη ζωντανές στη μνήμη των γεροντότερων, να συγκεντρωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο και να εκδοθούν όλες μαζί γιατί αυτό θα σήμαινε από τη μια τη δίκαιη αναγνώριση που χρωστάμε όλοι μας στη λαϊκή ιστορική σκέψη και ζωή κι από την άλλη θα έδινε τη δυνατότητα στους μελετητές αλλά και σ’ εμάς τους ίδιους να βρούμε τη λαϊκή σκέψη συγκεντρωμένη και να τη νιώσουμε καλύτερα γιατί κάθε μέρα που περνάει μας πάει όλο και πιο μακριά της. Είναι σχεδόν βέβαιο, σύμφωνα και με την επικρατούσα άποψη στην επιστήμη, ότι πίσω από κάθε λαϊκή διήγηση κρύβεται και κάποιο ιστορικό γεγονός που έφτασε με αυτό τον τρόπο σ’ εμάς. Εξάλλου είναι γνωστή η πίστη του λαού στις παραδόσεις που ο ίδιος έπλασε στο διάβα των αιώνων με οδηγούς λαμπρούς τη φαντασία, το όνειρο και την ιστορική πραγματικότητα όπως διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια του ή πολλές φορές όπως θα ήθελε να διαδραματίζεται πραγματικά, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο ή τον πόθο για μια λεύτερη και αδέσμευτη ζωή. ΄Ετσι όλες σχεδόν συγκλίνουν στην αιώνια διαμάχη με τους πιο μακροχρόνιους κατακτητές που αντικαθιστούν πολλές φορές και όλους τους προηγούμενους εχθρούς κι όλες δίνουν σύμβολα και λύσεις σε μια μελλοντική επαναστατική πραγματικότητα.
Οι κάτοικοι του Κάμπου λοιπόν ποτέ δε μπορούν να ξεχάσουν τις χρυσές καμπάνες της Αγίας Σοφίας του Θεού που βρίσκονται βαθιά θαμμένες κάπου στην Ανδραβίδα κι ας μην υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα γιατί ο χρυσός είναι άχρηστο μέταλλο σε αυτή την περίπτωση αφού δεν χτυπάει όπως ο χαλκός ή τα κράματα και καρτερούν τον τυχερό που θα τις βρει. Τόσο πολύ πιστεύουν στην ύπαρξή τους μάλιστα που καταφέρονται συχνά κατά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που δεν επιτρέπει τις ανασκαφές για την ανεύρεσή τους!
Οι παραδόσεις είναι ο τρόπος ζωής ενός ολόκληρου λαού στο διάβα των αιώνων και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να τις στείλει ατιμώρητα στη λησμονιά. Τούτο θα ήταν ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που θα μπορούσε κάποιος να κάνει κατά της πατρίδας του.
Τέλος όμως στις θεωρίες κι ας δούμε επιτέλους τις τρεις ιστορίες γιατί αυτές έχουν σε τελευταία ανάλυση κάποια σημασία κι όχι όσα γράφω εγώ ή κάποιοι άλλοι.

Α΄

Η Μυρτώ, η αρραβωνιαστικιά του Κωνσταντή, λουζόταν στο ποτάμι, όπως το συνήθιζε άλλωστε καθημερινά, στο ποτάμι, πέρα στης Καλαμάτας τα μέρη. Τα ξανθά μαλλιά της έλαμπαν σαν χρυσάφι καθώς τα σκέπαζαν ολούθε οι αχτίδες του ήλιου και φώτιζαν τον τόπο ολόγυρα.
Δυο Τούρκοι μπέηδες περνούσαν από εκεί καβάλα στα φαριά τους. Την είδαν και την λιμπίστηκαν αμέσως. Μαγεύτηκαν με το θέαμα. Τα μάτια τους θάμπωσαν από τη θεϊκή ομορφιά που αντίκρισαν. Τυφλώθηκαν από την περίσσια λάμψη. Δεν είχαν ξαναδεί σε ολόκληρο το ντουνιά που γύριζαν μέχρι τότε τέτοια θεόπλαστη ομορφιά. «Μα τον Αλλάχ», σκέφτηκαν, «τέτοια ομορφιά δεν πρέπει να μείνει στα χέρια των Ρωμιών»!
Μείναν για λίγο ακίνητοι για ν’ απολαύσουν όσο περισσότερο μπορούσαν το θέαμα γεμάτοι περίσκεψη και θαυμασμό. Στο τέλος πήραν τη μεγάλη απόφαση. «Θα την πάρουμε μαζί μας», είπαν ο ένας στον άλλο και ορμούν αμέσως στο νερό και την κλέβουν δίχως δεύτερη σκέψη και με τη βία την πάνε στο κάστρο της Γλαρέντζας όπου και τη φυλάκισαν μέχρι να ενδώσει και να πει το ναι για να χαρούν, ο ένας απ’ τους δυο, ο πιο τυχερός, τα κάλλη της. Βέβαια, δεν λογάριασαν εκείνη τη στιγμή την αντίδραση, τη μάνητα του Κωνσταντή.
Το έμαθε γρήγορα εκείνος και γρήγορος σαν τον άνεμο κινάει με τρεις συντρόφους του για να γλυτώσει την κόρη από τα βέβηλα χέρια των εχθρών. Καβαλάρηδες τρανοί ως ήσαν διέσχισαν δίχως άργητα ποτάμια, κάμπους και βουνά και φτάνουν στη Γλαρέντζα. Βλέπουν πάνω στο κάστρο τη Μυρτώ να κόβει βόλτες ασταμάτητα με τα μάτια συνέχεια στο νοτιά, γεμάτα σπαραγμό και πίκρα. Ο Κωνσταντής μόλις την είδε δεν κρατήθηκε και της φώναξε γεμάτος από αγωνία και λαχτάρα: Μυρτώ μου, ζεις; «Κωνσταντή μου εσύ;» ξαφνιάστηκε η κόρη.
Δεν πρόλαβε να δευτερώσει το λόγο της η κόρη γιατί ο ένας από τους μπέηδες που δεν είχε κατορθώσει μέχρι τώρα να την κάνει να του ρίξει μια τρυφερή ματιά, όπως και ο άλλος άλλωστε, την έσπρωξε οργισμένος με ολόκληρη σχεδόν τη δύναμή του κι απ’ το μεγάλο κάστρο σωριάστηκε κομματιασμένο το θεϊκό κορμί στα πόδια του αγαπημένου της.
Μάνιασε ο Κωνσταντής σαν είδε το αποτρόπαιο το έγκλημα και βάζοντας στην άκρη τον πόνο του ρίχτηκε πάνω στο μπέη κι ανοίγει μάχη τρομερή μαζί του για να κερδίσει το άψυχο κορμί της αρραβωνιαστικιάς του και να το θάψει με τιμές βασιλικές στο Μιστρά. ΄Ιδια θεριά κι οι τρεις συντρόφοι του μάχονταν μαζί του με ολάκερη τη φρουρά του κάστρου για της πατρίδας την τιμή και της κυράς τους το νεκρό κορμί.
Φοβερή η μάχη, σκληρός ο πόλεμος κρατάει τρία μερόνυχτα δίχως ξανάσασμα και δεν λέει να τελειώσει. Τα χέρια τους είναι σαν παράλυτα πια, πιάστηκαν απ’ το πολύ το σφάξιμο. Ο Κωνσταντής όμως είναι ανελέητος. Δεν σταματάει ούτε στιγμή το σκοτωμό και ψάχνει με την αγριεμένη του ματιά στο τούρκικο λεφούσι να βρει το δολοφόνο, να τον εκδικηθεί για την αναίτια πράξη του. Κάποτε τον βλέπει κρυμμένο μέσα σ’ ένα τμήμα γενίτσαρων, φοβισμένο όσο ποτέ άλλη φορά μέχρι τώρα στη ζωή του και χύνεται πάνω του σαν αητός. Οι φρουροί του, μπρος στη μάνητα του Κωνσταντή, δεν αντέχουν για πολύ, σκορπίζουν ολόγυρα με τρόμο κι οι δυο αφεντάδες πιάνονται στα χέρια σαν όρνια μανιασμένα από την πείνα όταν βρεθούν πάνω από ένα ψοφίμι. Κάθε άλλη μάχη κόβεται στη στιγμή κι όλοι θωρούν με θαυμασμό την αντρειωμένη μάνητα, τη θεϊκή ανεμοζάλη. ΄Ωρες πιασμένοι πολεμούν, χιλιάδες τα χτυπήματα, το αίμα ποταμός κι όμως κανείς δεν πέφτει κατά γης, κάστρα κι οι δυο θεόκτιστα, βασιλικά. Ακούραστοι χτυπούν μα τέλος δεν βλέπει κανείς.
Ο ήλιος βρίσκεται πια στο τέρμα του, στο τέλος της τέταρτης ημέρας, έτοιμος να βουτήξει μαλακά για το νυχτερινό του μπάνιο πέρα κατά την Κεφαλονιά. Τότε με μια τρομερή σπαθιά ο Κωνσταντής κόβει στα δυο του μπέη το κορμί κι οι Τούρκοι όπου φύγει φύγει, κλείνονται σαν τρελοί απ’ την τρομάρα τους μέσα στο κάστρο. Τέτοιο πολεμιστή δεν είχαν δει ως τότε.
Ο Κωνσταντής δεν ήρθε όμως γι’ αυτούς κι αμίλητος μαζεύει από κάτω τα κομμάτια της Μυρτώς και με τους τρις συντρόφους του τραβάει για τον Μιστρά, το κάστρο το Θεόκτιστο, τη βάση της δύναμής του, για να κλάψει με δάκρυ πικρό της κόρης της θεόπλαστης τον άδικο χαμό. Κι οι Τούρκοι για μέρες πολλές δεν βγήκαν έξω από το κάστρο της Γλαρέντζας, γιατί ο τρόμος του Κωνσταντή, μην έρθει πίσω για γδικιωμό, τους πάγωνε τα μέλη.


Β΄

Οι Τούρκοι, αμέτρητο λεφούσι πολεμιστών και αμάχων, είχαν κλειστεί στο κάστρο της Γλαρέντζας, το άπαρτο με μάχη και με πόλεμο κανονικό. Μήνες πολλούς οι ΄Ελληνες τους πολιορκούσαν και τρόπο δεν εύρισκαν να τους νικήσουν και να το κυριεύσουν.
΄Εκαναν συμβούλιο λοιπόν το τι θα κάνουν όλοι οι αρχηγοί μαζί και πήραν την απόφαση να στείλουν λαγουμιτζή, να το τινάξει στον αέρα συθέμελα. Βρήκαν τεχνίτη μοναδικό στο είδος του, να φτιάχνει λαγούμια δυνατά, να βάνει φωτιά και να στέκεται παράμερα και να τα καμαρώνει την ώρα που τινάζονται κάστρα και άνθρωποι κομμάτια στον αέρα. Του ανέθεσαν το έργο και περίμεναν ανυπόμονοι για το αποτέλεσμα.
Εκείνος έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε, όμως το κάστρο αργεί να ανατιναχθεί κι οι ΄Ελληνες νομίζοντας πως τους πρόδωσε τον βρίζουν άνανδρο, δειλό και τιποτένιο. Στο τέλος, αφού άδικα καρτερούν την ανατίναξη που δεν γίνεται τον πιάνουν σαν προδότη και τον σκοτώνουν βάρβαρα κι απάνθρωπα για παραδειγματισμό. Σφιχτά του δένουν το ένα πόδι στο κατάρτι μιας γαλέρας και το άλλο σε μιας άλλης που άπονα ανοίγουν τα πανιά τους. Η μια τραβάει κατά το βοριά κι η άλλη προς το νότο.
Στα δυο σκίζεται το άμοιρο κορμί ενώ την ίδια στιγμή το κάστρο το αψηλό και τ’ άπαρτο δίχως δόλο και πονηριά γκρεμίζεται συθέμελα απ’ του λαγουμιτζή τη φοβερή φωτιά που άργησε ν’ ανάψει κι έτσι του πήρε τη ζωή, σαν να ήθελε να τον εκδικηθεί. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι πεσμένο καταγής κι ανθρώπου χέρι δεν το ξανάχτισε ποτέ κι ούτε θα το ξαναχτίσει για του παλικαριού τον άδικο χαμό απ’ των συντρόφων του το χέρι κι ας λέει η Ιστορία πως το γκρέμισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος για να μην πέσει στων εχθρών τα χέρια και γίνει άπαρτο ορμητήριό τους.

Γ΄


΄Όταν άρχισε ο μεγάλος σηκωμός των Ελλήνων στα 1821 οι Τούρκοι για να γλυτώσουν απ’ το μαχαίρι του καταπιεσμένου ραγιά κλείστηκαν μέσα στο κάστρο το Χλεμούτσι όπου ένιωθαν σχετική ασφάλεια και σιγουριά. Εκεί τους πολιορκούσαν για καιρό οι επαναστάτες, τους έσφιξαν από παντού με κάθε τρόπο, μα στάθηκε αδύνατον να τους βγάλουν έξω και να πάρουν δικό τους το κάστρο γιατί έφτασαν πολύ γρήγορα τα αρματωμένα σαν αστακοί στρατεύματα των πολεμοχαρών Τουρκαλβανών από το Λάλα και ανάγκασαν στη στιγμή τους πολιορκητές να λύσουν την πολιορκία και να διασκορπιστούν φοβισμένοι δεξιά κι αριστερά και να σωθούν. Μαζί τους σκορπίστηκαν κι οι Καστρινοί γιατί δεν έβλεπαν άλλο τρόπο για να γλυτώσουν το μαχαίρι των εχθρών.
Μια κόρη όμορφη σαν τα κρύα νερά που ζούσε τότε στο Κάστρο τόσο πολύ τρομοκρατήθηκε από την αγριότητα των νεοφερμένων που κρύφτηκε μέσα στα βάτα σαν θήραμα και από εκεί έβλεπε τα πάντα καθημερινά. Εκεί έμενε συνεχώς κρυμμένη και τη νύχτα έβγαινε για φαγητό, να ξεγελάσει καλύτερα την πείνα της με χίλιες προφυλάξεις με τους καρπούς μιας μαύρης μουριάς αλλά και άλλων δένδρων που βρίσκονταν εκεί κοντά.
Αυτό γινόταν καθημερινά ώσπου μια μέρα το Κάστρο λευτερώθηκε κι οι Τούρκοι έφυγαν ντροπιασμένοι για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια. Η κόρη συνέχιζε να ζει την ίδια ζωή που ζούσε μέχρι τότε γιατί δεν πήρε είδηση την αλλαγή του σκηνικού κι οι άνθρωποι που έβλεπε να κυκλοφορούν εξίσου άγριοι με τους προηγούμενους δεν ήταν παρά οι συχωριανοί της. Εξάλλου την είχε κυριεύσει ο φόβος κι ήταν αδύνατον να δει την πραγματικότητα όπως είχε διαμορφωθεί κι επιπλέον κι η ίδια είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα πραγματικό αγρίμι.
Τα ρούχα της δεν υπήρχαν πια, κάποια ξεσκλίδια σκέπαζαν μέρος της γύμνιας της, η πείνα κι η ταλαιπωρία την είχε μετατρέψει σε σκελετό κι ο τρόμος της είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της που άλλοτε αποτελούσαν υπόδειγμα ομορφιάς. Γυρνούσε σαν αγρίμι στις ερημιές μακριά απ’ τους ανθρώπους και τον πολιτισμό.
Την είδαν κάποτε δυο συχωριανοί της και σκέφτηκαν να την πλησιάσουν. Εκείνη το έβαλε πανικόβλητη στα πόδια. ΄Ετσι στάθηκε αδύνατον να την πλησιάσουν και να την φέρουν στο χωριό. ΄Ηταν για τα καλά αγριεμένη, η ζωή της δεν ήταν πια για την κοινωνία των ανθρώπων.
Τότε συνεδρίασε η δημογεροντία και αποφάσισε να πιάσει με μπαμπεσιά το ανθρώπινο αγρίμι και να το ξαναφέρουν στη μικρή κοινωνία του χωριού. ΄Εσκαψαν λάκκο βαθύ λοιπόν στη ρίζα της μουριάς και κρύφτηκαν μέσα δυο από τους πιο δυνατούς λεβέντες που εύκολα θα μπορούσαν να ρίξουν κάτω και να συλλάβουν το κορίτσι. Οι υπόλοιποι σκέπασαν το λάκκο με κλαδιά δέντρων και ξερά χόρτα όπως έκαναν στις παγίδες που έστηναν για τα άγρια ζώα της περιοχής. ΄Ολοι περίμεναν το σούρουπο με ανυπομονησία.
Σαν βράδιασε φάνηκε και η κόρη που ανέβηκε αμέσως πάνω στο δέντρο για τη συνηθισμένη της τροφή. Οι δυο λεβέντες βγήκαν αμέσως από την κρυψώνα τους κι αγκάλιασαν με τα χέρια τους το χοντρό κορμό της μουριάς για να εμποδίσουν το κορίτσι να κατέβει στη στιγμή. Σε λίγο ήρθαν κι οι υπόλοιποι που παραφύλαγαν λίγο πιο πέρα κι έτσι με τη βία και την πονηριά κατάφεραν να την πιάσουν και να την παραδώσουν στους δικούς της ώστε να μπορέσει να ξαναγίνει όπως πριν στο οικείο της περιβάλλον.
Και πράγματι έτσι έγινε, όπως διηγούνταν οι παλιότεροι που τη γνώρισαν προσωπικά. Γρήγορα συνήλθε και ξαναγύρισε στην πρώτη της ζωή. Μάλιστα τα κατάφερε τόσο καλά που παντρεύτηκε στο Βαρθολομιό όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή της με τα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της. Λένε ότι έζησε πολύ. Ξεπέρασε τα εκατόν είκοσι χρόνια.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

29ο συμπόσιο ποίησης

Ξεκίνησε από την Πέμπτη, 2 Ιουλίου το 29ο Συμπόσιο Ποίησης στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Η πρώτη μέρα, όπως είχε προαναγγελθεί, ήταν αφιερωμένη στους Ηλείους ποιητές μετά το 1950.
Η συνεδρίαση άρχισε με εισήγηση του Ανδρέα Φουσκαρίνη για τους Ηλείους ποιητές που δημοσίευσαν έργα τους μετά το 1950. Η εισήγηση ξεκίνησε με το ρητορικό ερώτημα αν νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ποίηση της Ηλείας απολύτως ξεκομμένα από την υπόλοιπη Ελληνική Ποίηση. Η απάντηση ήταν βέβαια αρνητική και μόνο για λόγους έρευνας, μελέτης και μεθοδολογίας μπορούμε να μιλάμε μόνο για την Ηλεία.
Στη συνέχεια ο ομιλητές αναφέρθηκε με λίγα λόγια στο ποιους θεωρούμε Ηλείους ποιητές και σε τι διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους Έλληνες ποιητές. Ακολούθως έγινε μια πλήρης σχεδόν αναφορά σε όλους τους Ηλείους ποιητές με ιδιαίτερο βάρος στον Τάκη Δόξα, το Φώτο Πασχαλινό, στους ποιητές που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και τον «Πυργιώτικο Παρνασσό», σ’ εκείνους που χάθηκαν πρόωρα χωρίς να μπορέσουν να ξεδιπλώσουν πλήρως το μεγάλο ταλέντο τους, όπως ο Νίκος Καχτίτσης, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, στην ξεχωριστή περίπτωση του Χρίστου Λάσκαρη από το Χάβαρι, στον Ηλία Γκρη, το Στάθη Κουτσούνη, το Διονύση Κράγκαρη και την ομάδα των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» των Λεχαινών, και σε πολλούς άλλους όπως ο Ιωσήφ Αργυρίου, ο Γιώργος Γώτης, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, ο Π.Α.Σινόπουλος,κ.λπ.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Τάκη Σινόπουλο και το Γιώργη Παυλόπουλο που το έργο τους αποτελεί ό,τι πιο σημαντικό δημιουργήθηκε στην Ηλεία στο χώρο της Ποίησης κατά τον 20ο αιώνα.
Στη συνέχεια ο Κώστας Καπέλας και ο Σωκράτης Σκαρτσής διάβασαν ποιήματα του Τάκη Σινόπουλου, του Γιώργη Παυλόπουλου, του Χρίστου Λάσκαρη και του Γιώργου Παναγουλόπουλου ενώ ο Ηλίας Γκρης αναφέρθηκε δια μακρών στο έργο του Σινόπουλου και ο Στάθης Κουτσούνης στο έργο του Παυλόπουλου και του Λάσκαρη.
Στο δεύτερο μέρος της συνεδρίασης διάβασαν ποιήματά τους οι Ηλείοι ποιητές που παρακολουθούσαν τις εργασίες του Συμποσίου, ο Ηλίας Γκρης δηλαδή, ο Τάσος Γαλάτης που κατάγεται από τη Νέα Φιγαλεία, ο Θανάσης Τσίρος από το Νησί της Βάρδας, ο Στάθης Κουτσούνης και ο Ανδρέας Φουσκαρίνης. Τις συνεδριάσεις και τις αναγνώσεις των ποιημάτων παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Τις επόμενες ημέρες το Συμπόσιο θα ασχοληθεί με το μοντερνισμό στην Ποίηση και θα διαβάσουν ποιήματά τους πολλοί ακόμη ποιητές από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Ηλεία. Ποιητές μετά το 1950 (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση: ΄Εχει, ποια και πόση χρησιμότητα μια τοπική Aνθολογία ποίησης ή μια τοπική Ιστορία ποίησης; Και φυσικά πόσο μπορεί, αν μπορεί βέβαια, να αποσπαστεί από το ενιαίο σύνολο της χώρας και της γλώσσας και μάλιστα στις μέρες μας που η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που δημιουργείται σε κάθε σημείο του πλανήτη, ένα μικρό μέρος της ως ένα ανεξάρτητο, αυτόνομο και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό γεγονός;
Στις μέρες μας η επικοινωνία είναι πολύ εύκολη και προσιτή σε όλους. ΄Ετσι ό,τι γίνεται σε μια γωνιά του πλανήτη, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, μπορούμε να το παρακολουθήσουμε όλοι ακόμη και σε απ’ ευθείας σύνδεση σε αντίθεση βέβαια με τον 19ο και όλους τους προηγούμενους αιώνες όπου τα πάντα, γεγονότα, ιδέες, γίνονταν γνωστά με μικρή ή μεγάλη καθυστέρηση και μια περιοχή μπορούσε να αναπτυχθεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από κάποια άλλη ή να απομονωθεί με επιτυχία κλεισμένη αυτάρεσκα στον κόσμο της. Αυτό δημιούργησε στο παρελθόν σχολές και κινήματα που ξεκίνησαν από μια περιοχή και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από ένα νοητό ή υπαρκτό γεωγραφικό κέντρο, όπως π.χ. η Κυπριακή, η Κρητική ή η Επτανησιακή ποίηση. Στην περίπτωση μάλιστα της τελευταίας το κέντρο δεν είναι ακριβώς μια περιοχή αλλά ένα πρόσωπο και το έργο του, ο Διονύσιος Σολωμός δηλαδή.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια τοπική λογοτεχνία, αν δεν ανήκει στο κλίμα και το πνεύμα του ανούσιου και αδιέξοδου επαρχιωτισμού, αν είναι δηλαδή από μόνη της πραγματική λογοτεχνία, τότε δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη λογοτεχνία του κέντρου παρά μόνο για λόγους φιλολογικούς και ιστορικούς, έρευνας και μελέτης δηλαδή γιατί αποτελεί και μάλιστα για χώρες και γλώσσες πληθυσμιακά μικρές, όπως η δική μας, αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτό λοιπόν θέλω να πω, για να καταλήξω κάπου, ότι συμβαίνει και στην Ηλεία στις μέρες μας, η ποίηση εδώ, όπως και σε άλλες περιοχές, εκτός από κάποιες άτεχνες δοκιμές ευφάνταστων δεσποινίδων και επαρχιωτών που αγνοούν και τους πιο απλούς κανόνες της γραφής της, είναι ποίηση που ανήκει στο σύνολο της χώρας και της γλώσσας χωρίς τοπικισμούς και ιδιαιτερότητες τέτοιες που να μπορούν να την διαχωρίσουν από ολόκληρη την ποίηση που γράφεται σήμερα σε Ελληνική γλώσσα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην Ηλεία έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα σπουδαίοι ποιητές. Τι τους ξεχωρίζει λοιπόν από τους υπόλοιπους Έλληνες ομοτέχνους τους; Ελάχιστα πράγματα θα έλεγα και κυρίως τα βιώματα και οι εμπειρίες που απέκτησαν με τη γέννησή τους στην περιοχή και τη ζωή τους στο γενέθλιο τόπο. Ηλείοι μπορεί να θεωρηθούν ακόμη και ποιητές που γεννήθηκαν αλλού αλλά έζησαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στον ιστορικό αυτό τόπο κι άλλοι που γεννήθηκαν και έζησαν μέχρι την ενηλικίωση, έφυγαν κάποια στιγμή αλλά η νοσταλγία τους αναγκάζει να επιστρέφουν πάντα σαν το βασιλιά της Ιθάκης για να ξαναφύγουν πάλι και να ξανάρθουν αφού οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι άλλο.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των Ηλείων ποιητών έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μακριά από την Ηλεία, κυρίως στην Αθήνα, για λόγους βιοποριστικούς ή και άλλους γι’ αυτό και οι ποιητές αυτοί νοσταλγούν έντονα τη γενέθλια γη και την ιστορία της, ονειρεύονται πως κάποτε θα επιστρέψουν εκεί να ζήσουν για πάντα με τις αγαπημένες μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα και την επισκέπτονται συχνά, όπως ο Τάκης Σινόπουλος που δήλωνε πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που έρχεται από τον Πύργο, συνεπώς δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Στην Αθήνα έζησαν λοιπόν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη οι: Θεόδωρος Ξύδης, Γιώργος Παναγουλόπουλος, Νίκος Παπαδημητρίου, Π. Α. Σινόπουλος, Έφη Αιλιανού, ΄Ιων Ζώης, Μένης Καλαντζόπουλος και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Χάρης Μεγαλυνός, Ηλίας Γκρής, Χρήστος Ντάντος, Γιώργος Γώτης, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Στάθης Κουτσούνης και άλλοι. Στην Ηλεία παρέμειναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ο Τάκης Δόξας, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Ιωσήφ Αργυρίου που δημοσίευσε όψιμα τα ποιήματά του, ο Διονύσης Κράγκαρης, ο υποφαινόμενος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σημαντική μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη και άλλοι, στο εξωτερικό (Καναδάς και Αφρική) ο Νίκος Καχτίτσης, στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και στο Παρίσι ο Κώστας Οικονόμου. Στη Θεσσαλονίκη θα διαπρέψει η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, κυρίως ως πεζογράφος και στην Πάτρα ο Αμαλιαδίτης Χρίστος Λάσκαρης. Ενδεχομένως και άλλοι αλλού που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.
Οι Ηλείοι ποιητές είναι ανόμοιοι μεταξύ τους κι αυτό γιατί δεν ανήκουν σε τοπικές λογοτεχνικές ομάδες αλλά ο καθένας έχει δεχτεί τις δικές του επιδράσεις που δεν είναι ίδιες βέβαια με τις επιδράσεις που δέχτηκαν άλλοι ή κι αν συμβαίνει κάποιες να είναι ταυτόσημες, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί, το ίδιο και η αξιοποίηση των επιρροών. ΄Εχουν βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους που έχουν να κάνουν με τον τόπο, τη γλώσσα, τις σπουδές ή τα κοινά βιώματα, στην πραγματικότητα όμως ο καθένας διανύει ή διήνυσε, αφού κάποιοι δεν ζουν πια, το δικό του μοναχικό και δύσκολο δρόμο στο χώρο της Ποίησης και της Λογοτεχνίας, ανάλογα πάντα με την ιδιοσυγκρασία του ή τις επιρροές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του και κυρίως κατά τη διάρκεια της μαθητείας του.
΄Ετσι, ας το πούμε μια φορά ακόμη, στην Ηλεία δεν υπάρχουν ομαδοποιήσεις, όπως π.χ. στην Επτάνησο του 19ου αιώνα με την ομώνυμη γύρω από τον Σολωμό ποιητική σχολή ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν μόνο ποιητές και πεζογράφοι που δούλεψαν κάποια στιγμή για ένα κοινό σκοπό σε ένα τοπικό κέντρο, όπως π.χ. οι νέοι του Πύργου κατά την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής γύρω από το περιοδικό «Οδυσσέας» και το σπουδαίο για την εποχή εκείνη σωματείο «Πυργιώτικος Παρνασσός» ή οι νέοι του Κάμπου της Ηλείας που δούλεψαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 γύρω από τα περιοδικά «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής» και τα σωματεία «Αντρέας Καρκαβίτσας» και «Φράγμα». Πέραν του γεγονότος όμως της συνεργασίας των δημιουργών αυτών σε διάφορους τομείς και με διαφορετικούς στόχους κάθε φορά δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ τους σε ιδεολογικό ή καλλιτεχνικό πεδίο αφού κάθε φορά που εξέλειπαν οι στόχοι ή άλλαζαν κατεύθυνση τότε διαλύονταν οι παρέες και παρέμεναν μόνο ισχυρές κάποιες επιλεκτικές φιλίες ανάμεσα σε μερικούς απ’ αυτούς.
Μετά το 1950 εξακολουθούν να δημοσιεύουν ποιήματά τους αρκετοί ποιητές που είχαν εμφανιστεί αρκετά νωρίτερα, όπως ο έντονα επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό λυρισμό του Άγγελου Σικελιανού Θεόδωρος Ξύδης, ο Τάκης Ολύμπιος στο έργο του οποίου θα αποτυπωθεί αργότερα η φρίκη των Γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πολυπράγμων Τάκης Δόξας που άφησε ανέκδοτο το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου για να το δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του η γυναίκα του η Ειρήνη στα 1978. Ο συνομήλικος και φίλος του Φώτος Πασχαλινός, ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο του Μεσοπολέμου, δυστυχώς για τα Ελληνικά Γράμματα, δεν επέζησε της Γερμανικής Κατοχής αφού οι δυνάμεις των κατακτητών τον εκτέλεσαν στα 1943 στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας για την ενεργό συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Ο Δόξας, λυρικός πεζογράφος κατά κύριο λόγο, άφησε, εκτός από το πασίγνωστο ποίημα «Το Φως της Ολυμπίας», και άλλο έργο ποιητικό γραμμένο από το 1963 μέχρι το 1968 που εκδόθηκε στα 1978 με τον τίτλο «Επαρχία σ’ αγαπώ». Το αποτελούν ποιήματα χαμηλών τόνων που είναι πλήρη από λογοτεχνική εκζήτηση, από λογοτεχνική προσποίηση, από ωραιόπαθες, ανώδυνες διαμαρτυρίες και από λυρισμό που δεν μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των πραγμάτων. Η φήμη του ως ποιητή είναι μεγαλύτερη από την αξία του. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο σημαντικός ως πεζογράφος.
Δύο σπουδαίοι ποιητές που ανήκουν στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά κυριάρχησαν στην ποίηση και με τον όγκο αλλά κυρίως με την ποιότητα και το βάρος της δουλειάς τους, ο Τάκης Σινόπουλος και ο Γιώργης Παυλόπουλος. Και φυσικά η μεγάλη τους αποδοχή δεν έγινε μόνο από τους Έλληνες και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αφού η φήμη τους αλλά και οι μεταφράσεις των έργων τους σε διάφορες γλώσσες και χώρες άρχισαν πολύ νωρίς και συνεχίζονται ακόμη. Από κοντά ακολουθούν με το δικό τους ποιητικό βηματισμό ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο ΄Ιων Ζώης, ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος (Elliot), ο Π. Α. Σινόπουλος με την κοινωνιολογική του ποίηση και τις συνεχείς του αναζητήσεις σε βυζαντινά μορφολογικά πρότυπα και οι νεότεροι Δημήτρης Μορτόγιας, Κώστας Οικονόμου, ο πλήρης μελαγχολίας δημιουργός ολιγόστιχων ποιημάτων Χρίστος Λάσκαρης και ο γιατρός Ιωσήφ Αργυρίου που εμφανίστηκε πολύ όψιμα στο στίβο της ποίησης με τη δημοσίευση των έργων του. Ο Σωκράτης Σκαρτσής, που κατάγεται από την Αγουλινίτσα και που στο έργο του βρίσκομε μνήμες από την Ηλεία και τον Αλφειό, ανήκει, κατά τη γνώμη μου, στους Πατρινούς ποιητές και εκεί πρέπει να αναφέρεται πάντα.
Ο Νίκος Καχτίτσης εκδίδει στο Μόντρεαλ του Καναδά, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο του, τη μία και μοναδική ποιητική του συλλογή, το «Vulnerable Point», που έγραψε σε Αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα όλα κι όλα που αναπαριστούν κι αυτά με τη σειρά τους τον ζοφερό και μυστήριο κόσμο της ιδιόρρυθμης πεζογραφίας του. Τα ποιήματα αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, αρχικά από τον Γιώργο Δανιήλ κι αργότερα και επιτυχέστερα από τον Σωκράτη Σκαρτσή. Ο Καχτίτσης βέβαια θα διαπρέψει ως πεζογράφος αλλά και ως επιστολογράφος ενώ η Ποίηση με τη βοήθεια μάλιστα του πρόωρου θανάτου του θα τον στερηθεί πολύ νωρίς.
Ο Τάκης Σινόπουλος έχει αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα καθώς και τις πρώτες του μεταφράσεις Γάλλων ποιητών ήδη από τη δεκαετία του 1940 ο κύριος όγκος όμως του έργου του θα δει το φως της δημοσιότητας μετά το 1950. Ο ποιητής ανακαλεί με όργανο την Ποίηση τις σκληρές μνήμες ενός στυγνού, εχθρικού, αποτρόπαιου και γκρίζου παρελθόντος, καλεί με απόγνωση τους παλιούς του φίλους που χάθηκαν στους άδικους πολέμους της δεκαετίας εκείνης για ν’ ανοίξει μαζί τους ή να συνεχίσει μια συζήτηση που είχε διακοπεί βίαια ή να κουβεντιάσει μαζί τους τη φρίκη που έτσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, δεν κουβεντιάζεται στα ποιητικά νεκρόδειπνα που οργανώνει ο ποιητής μέσα σ’ ένα τοπίο ζόφου και μαρτυρίου, σ’ ένα μισητό τοπίο πρόωρου, βίαιου και αδόκητου θανάτου.
Σχεδόν παράλληλα ή λίγο μετά ξεκινάει και ο λίγο νεότερος Γιώργης Παυλόπουλος το δικό του διάλογο με μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος όπως ο Σεφέρης, ο Μακρυγιάννης, ο ΄Ομηρος, ο Πάουντ, ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί για να εκφράσει, να παρουσιάσει καλύτερα, το δικό του κόσμο, τη δική του φρίκη που συντελείται στην αδιάκοπη πάλη του έρωτα με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της Ποίησης, με το όνειρο και τον εφιάλτη, τη νίκη, την ήττα και τη συντριβή σ’ ένα τοπίο νεκρικό επίσης πλην όμως ιστορικό και αναγνωρίσιμο, μια απέλπιδα εν τέλει προσπάθεια για την υπέρβαση μιας σκληρής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος που επακολούθησε θα τροφοδοτήσουν, ανάλογα με την ένταση που τους έζησε ο καθένας, το έργο και άλλων ποιητών που εμφανίστηκαν κυρίως μετά το 1950 και θα δώσουν στη συνέχεια το δυναμικό τους «παρών» στο χώρο της Ποίησης για πολλά χρόνια μετά. Είναι ο Γιώργος Παναγουλόπουλος, ο Τάκης Ολύμπιος, λιγότερο η Έφη Αιλιανού. Κι ακόμη ο Μένης Καλαντζόπουλος, ο μικρότερος αδελφός του Τάκη, ο Παύλος Σινόπουλος, ο συνονόματός τους Π. Α. Σινόπουλος που μεγάλωσε στην Ανδραβίδα ενώ η εμφυλιοπολεμική κατάσταση που συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες με τις εκτελέσεις, τις εξορίες, τους εκτοπισμούς και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς μέχρι το 1974 θα στοιχειώσει το έργο και των νεότερων ποιητών της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και θα τους συνηθίσει σε μια γραφή κρυπτική, με σιωπές και υπονοούμενα. Ακόμα και οι ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 1980 έχουν επηρεαστεί από το εχθρικό και αφιλόξενο κλίμα των δεκαετιών αυτών.
΄Ετσι, οι νεότεροι ποιητές θα προσπαθήσουν να απεικονίσουν στο έργο τους μια κοινωνία λειψή, στρεβλά αναπτυγμένη, γεμάτη από υποσχέσεις και όνειρα που διαψεύδονται συνεχώς και υποσχέσεις που ακυρώνει πάντα ο εφιάλτης. Σ’ αυτό το πνεύμα θα κινηθούν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ποιητές όπως ο Μιχάλης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Μορτόγιας και ο Κώστας Οικονόμου, ο τελευταίος μάλιστα μέσω μιας ποίησης με έντονες γλωσσικές και νοηματικές συναρτήσεις. Ο πρόωρος θάνατος και του Μορτόγια και του Οικονόμου θα στερήσει την ποίηση από δύο αληθινά ταλέντα. Και φυσικά και ο Χρίστος Λάσκαρης.
Oι ποιητές που θα εμφανιστούν μετά το 1970 θα ζήσουν τελευταίοι αυτοί το δράμα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς και μέσω μιας γλώσσας κρυπτικής και έντονα αμφισβητησιακής θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα έργο οριακό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφού και οι μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις και η εγκαθίδρυση της πιο μακρόχρονης δημοκρατίας στην Ιστορία της χώρας ασκούν τις επιδράσεις τους. Ο Ηλίας Γκρής με μια αγωνιστική αρχικά ματιά κι αργότερα λίγο περισσότερο φιλοσοφημένη και λυρική θα πει το δικό του λόγο, ο Διονύσης Κράγκαρης με τις ζωηρές υπερρεαλιστικές εικόνες που σχηματίζει, ο υποφαινόμενος μ’ ένα λόγο κρυπτικό και συναισθηματικό και μέσα από την εμπειρία του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, ο Γιώργος Γώτης, ο Χρήστος Ντάντος και η υπόλοιπη παρέα των Λεχαινών και των περιοδικών «Διάλογος» και «Εκ Παραδρομής», όλοι δημιουργούν βήμα βήμα το έργο τους. Κι ακόμη καταγόμενοι από άλλες γωνιές της Ηλείας ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Θανάσης Τσίρος, ο Βαγγέλης Αποστολόπουλος από τη γραφική Ζαχάρω, μία από τις μικρές Αλεξάνδρειες της ποίησής του, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και το μαγικό οροπέδιο της Φολόης με το δρυόδασος της Κάπελης που λάτρευε ο Τάκης Σινόπουλος, η Μαρία Καρδάτου, σπουδαία μεταγραφή απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο Στάθης Κουτσούνης και άλλοι που ενδεχομένως μου διαφεύγουν και που το έργο τους βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σήμερα οριστικά γι’ αυτούς. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει ο χρόνος.

Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Πώς ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείαςΠως ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

'Ο μόσχος ήταν καλοθρεμμένος γιατί, ως τάμα για την ώρα της νίκης, απέσπα την προσοχή όλων των κατοίκων τής πόλης, καθ’ όλη την διαρρεύσασα τετραετία. 'Έτσι εγεννήθη, ετράφη και ανετράφη για να σφαγεί στο ιερό θυσιαστήριο τής εκλογικής νίκης.
Από νωρίς το πλήθος είχε συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία τής πόλης για να απολαύσει, ιδίοις όμμασι, το απρόσμενο θέαμα. Σε ειδική εξέδρα κάθονταν οι τρεις Βιλεαρδουίνοι μετά τής θυγατρός του τελευταίου' Ισαβέλλας και παρακολουθούσαν αμίλητοι τα τεκταινόμενα, ενώ η κούρτη και ο πέριξ χώρος είχαν ηλεκτροφωτιστεί με ισχυρούς προβολείς για να κάνουν τη νύχτα ήμέρα. Οι υπόλοιποι επίσημοι, βρίσκονταν μια θέση πίσω από τούς πρίγκιπες, κατά τη σειρά του αξιώματος του καθενός, κρατώντας στα χέρια λευκά αναστάσιμα κεριά και, ακόμη πιο πίσω, οι νεολαίες των συνεργαζομένων Κόμμάτων, οι πρόσκο¬ποι, οι οδηγοί, τα λυκόπουλα, ένοπλο άγημα της αεροπορίας και τμήμα, εναπομεινάντων από την εποχή τής δικτατορίας, αλκίμων.
'Ο μόσχος, όπως αναμενόταν άλλωστε, ήρθε τρα¬βηχτός, παρά τη θέλησή του. 'Εξ άλλου, ποιος οδηγείται με τη θέλησή του στο θυσιαστήριo, το οποιοδήποτε θυσιαστήριo; . Ο γνωστός ανά τα περί¬χωρα χασάπης Κωνσταντίνος Κοτσαλής, τον είχε δέσει με μια χοντρή τριχιά και έτσι τον έφερε στη μέση της πλατείας, στο σημείο εκείνο στο οποίο το τρεχού¬μενο νερό του υδραγωγείου φαντάζεται τον εαυτό του ως σιντριβάνι πού ρέει ακαταπαύστως ενώ το φωτί¬ζουν, όπως ακριβώς τα ημιφορτηγά των χαρούμενων Ινδομιγάδων τής γειτονικής κωμοπόλεως, απειράριθμα, πολύχρωμα λαμπιόνια.
. Ο δήμαρχος, επικεφαλής της πλειοψηφίας τού δημοτικού συμβουλίου και μέρους της εκλογικής του πελατείας, προσπάθησε να εμποδίσει τη θυσία. Εις μάτην, όμως! Το πλήθος ήταν αποφασισμένο για όλα και δεν υποχωρούσε με τίποτα. Καμία δύναμη στον κόσμο τούτο, όπως φάνηκε εκ των ύστέρων, δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να ανακόψει τη φρενιτιώδη επέλα¬σή του πού μόνο με επέλαση μαινάδων θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς. "Όμως και ο δήμαρχος δεν το έβαλε κάτω. 'Από γεννησιμιού του αγωνιστής συνήθιζε πάντα να θέτει τον εαυτό του μπροστά
στους κινδύνους για το συμφέρον της πόλης και των πολιτών. Έτσι και σ' αύτή την περίπτωση, στάθηκε
μπροστά για να εμποδίσει, με το σώμα του, τα αιμοσταγή ένστικτα τού Κοτσαλη να εκδηλωθούν στο σώμα τού άτυχούς και ανυπεράσπιστου μόσχου. Την ίδια στιγμή κατέφθασε και ένα φορτηγό, ανατρεπόμενο, δεκαπέντε περίπου τόνων και ένας φορτωτής, για να συμπαρασταθούν στον νεαρό χασάπη, ενώ ο μόσχος, πού τον ερέθιζε και το κόκκινο της γραβάτας τού πρώτου ανδρός της πόλης και το λευκό του μαντηλάκι, επετέθη μανιασμένος εναντίον του, όπως ακριβώς ο ταύρος κατά τού ταυρομάχου στις Ισπανι¬κές αρένες, και τον ανάγκασε να κάνει ένα. γυριστό τσαλιμάκι για να αποφύγει την κουτουλιά. Αύτή όμως η κίνηση ήταν πολύ ατυχής για τον μόσχο, γιατί γλίστρησε στα ολισθηρά πλακάκια της πλατείας και, με τη φόρα πού είχε, έχασε, την ασταθή άλλωστε ισορροπία του και σωριάστηκε, ανήμπορος πλέoν για αντίσταση, καταγής. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ξέφρε¬να σε ρυθμό ροκ εν ρόλ ανάμικτο με τσιφτετέλι και καρσιλαμά και χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια προσπαθώντας να εμφυσήσει το δικό του ενθoυσιασμό στο μεγάλο και ηρωικό εκδοροσφαγέα πού, όλως ανελπίστως, άρχισε να τα χάνει ελαφρώς, απογοητεύοντας έτσι και το πλήθος πού είχε συρρεύ¬σει από νωρίς για να θαυμάσει την πρωτοφανή και μεγαλειώδη θυσία άλλά και τούς παρατεταγμένους, κατά τη σειρά τού αξιώματος, επισήμους. Ευτυχώς όμως, ο μόσχος ήταν ακόμη ξαπλωμένος καταγής και αυτό το γεγονός έδωσε στο διστακτικό Κοτσαλη και τη δύναμη άλλά και το θάρρος πού χρειαζόταν για την περίσταση και του μπήγει στον αυχένα το κοφτερό του το μαχαίρι, ενώ το πλήθος αλάλαζε απ’ τη χαρά του.
Αυτό ήταν! . Η δημοκρατία ενίκησε για μιαν ακόμη φορά! . Ο μόσχος εσφάγη ανηλεώς στο μέσον της πλατείας και εκρεμάσθη πάραυτα από την κουτά¬λα τού φορτωτή για να τον γδάρουν με τις ιαχές τού πλήθους. 'Η κομμένη κεφαλή του κύλησε στο δάπεδο και έκοψε διαμιάς κάθε ήχο, κάθε φωνή και κάθε αλαλαγμό γιατί, δυστυχώς, ή κεφαλή τού μόσχου, όπως απεκαλύφθη στη στιγμή, ήταν ή κεφαλή τού ατuχoύς δημάρχου, που δεν μπόρεσε, τελικά, να αποφύγει το μοιραίον, παρά τις υπεράνθρωπες και αγωνιώδεις του προσπάθειες. 'Έτσι, ήταν μοιραίο, να αποκεφαλισθεί μπροστά στους οπαδούς του και ή πόλη να χάσει τη φυσική της ηγεσία.

Το τέλος του παιχνιδιού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Μάξιμος ο Χίος

του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αφέγγαρη, η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει, τα σύννεφα όμως εξακολουθούσαν να παραμένουν πυκνά και να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Πού και πού το πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι το διαπερνούσε η λάμψη κάποιας αστραπής και των κεραυνών που έπεφταν με μανία στα γύρω υψώματα, δίνοντας τρομαχτικά σχήματα στους σκοτεινούς όγκους των λόφων, των δέντρων και των σπιτιών της πολίχνης.
Ο Μάξιμος καθόταν σκεφτικός μπροστά στο τζάκι του αρχοντικού του και κοίταγε τα ξύλα που καίγονταν πασχίζοντας να χαρίσουν με τον τρόπο τους τη θαλπωρή τους στο κουρασμένο του κορμί.
Το μυαλό του Μάξιμου όμως δεν ήταν στη φωτιά που τριζοβολούσε καταπίνοντας αδηφάγα τα λιόκλαρα που είχαν ρίξει στο τζάκι από ώρα αλλά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών και στις απροκάλυπτες απειλές που είχε δεχτεί η αφεντιά του από τον παντοδύναμο ακόμη κοτζάμπαση της Γαστούνης, τον Σισίνη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός, σκεφτόταν, έχει μάθει τόσα χρόνια πια, απ’ τον καιρό ακόμη της Τουρκοκρατίας, να σκύβουν όλοι το κεφάλι τους μπροστά του με ταπεινότητα και σεβασμό και να τον προσκυνούν σαν να είναι το μεγαλύτερο αφεντικό του κόσμου και δεν ανέχεται με τίποτα να σηκώνει το κεφάλι του κάποιος στον τόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι του δόθηκε από ψηλά, από κάποια υπέρτατη δύναμη για να τον διαφεντεύει.
Το πρωί ένας κουμπάρος του αγαπητός του μετέφερε αυτολεξεί τις κουβέντες που ειπώθηκαν στο καφενείο μεγαλόφωνα για να τις ακούσουν όλοι και τον προειδοποίησε για το μέλλον.
- Φυλάξου, κουμπάρε, του είπε, ο Μπάμπαλης με τον Γιαννίκο συζητούσαν ανοιχτά πώς θα σε ξεπαστρέψουν κι έλεγαν ότι τα δέντρα που σηκώνουν ψηλά και γρήγορα το κεφάλι εύκολα τα κόβει κανείς. Ο Θεός να με συγχωρέσει, κουμπάρε, εσένα εννοούσαν κοίταγαν κι δυο με νόημα κατά το αρχοντικό σου και κουνούσαν το κεφάλι σαν να έλεγαν, δεν πάει άλλο πια.
- Μη φοβάσαι, τον καθησύχασε ο Μάξιμος, προσπαθώντας να καθησυχάσει περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό παρά τον φοβισμένο κουμπάρο του, δεν διώξαμε τους Τούρκους από την πατρίδα μας για να ‘ χουμε ΄Έλληνες Τούρκους στη θέση τους, έχουμε κράτος τώρα, νόμους που πρέπει να τηρούμε, κυβερνήτη που σεβόμαστε, δεν γίνονται αυτά τα πράματα πια. Θα δώσει λόγο στη δικαιοσύνη, αν τολμήσει κάτι…
- Κουμπάρε, είναι άνθρωποι του Σισίνη, έμπιστοι κι ο ίδιος ένα θεριό ανήμερο, δεν κάνει εύκολα πίσω. Πρόσεχέ τους, λοιπόν, διπλά.
Εκεί τελείωσε η συζήτηση. Τώρα μόνος στο σπίτι του σκέφτεται και ξανασκέφτεται όλα αυτά, μια αδιόρατη ανησυχία έχει αρχίσει και κατακλύζει το μυαλό του, γι’ αυτό, ίσως, είναι και συνοφρυωμένος.
- Πρέπει να βάλω φρουρούς να με φυλάνε, σκέφτεται σχεδόν μεγαλόφωνα. Αύριο κιόλας, η πρώτη μου δουλειά. Πρωί- πρωί θα το φροντίσω.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από τον πάνω όροφο, όπου βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά τους.
- Μάξιμε, δεν θάρθεις για ύπνο;
- Κοιμήσου εσύ, κοκόνα μου, της μίλησα, όπως πάντα, γλυκά κι ευγενικά. ΄Έχω κάτι να σκεφτώ ακόμα. Θάρθω σε λίγο.
Η καρδιά του μαλάκωσε με τη σκέψη της γυναίκας του. ΄Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευθεί με απόλυτη και τυφλή εμπιστοσύνη, να της ανοίξει την ψυχή του διάπλατα, να σκύψει μπροστά της με αγάπη, σεβασμό και κατανόηση.
Την εκτιμούσε σε μεγάλο βαθμό. Γνωρίζονταν από παιδιά. ΄Ήταν κι οι δυο από τη Χίο, γλίτωσαν σαν από θαύμα στη μεγάλη σφαγή από τους Τούρκους, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και από τότε ζούνε μαζί. Ο θεός μονάχα δεν τους βοήθησε ν’ αποχτήσουν και παιδιά, να μην πάει το όνομα και η τεράστια περιουσία στράφι. ΄Ήταν το μόνο σύννεφο που σκίαζε καμιά φορά την ευτυχία τους και τους άφηνε μια γεύση ανικανοποίητου στη ζωή, ιδιαίτερα τώρα που είχαν μείνει μόνοι, χωρίς συγγενείς και φίλους.
Είχαν γλιτώσει, λοιπόν, κι οι δύο παρά τρίχα από το γιαταγάνι των Τούρκων στη μεγάλη καταστροφή της Χίου στα 1822, κρυμμένοι, μέχρι να φύγει η καταστροφική στρατιά, σε μια σπηλιά στην ερημιά, άγνωστη στον πολύ κόσμο, τρώγοντας ρίζες και χόρτα. ΄Έτσι επιβίωσαν κάμποσο καιρό. ΄Ύστερα, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα που τους βρίσκονταν και όσα χρήματα είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους στη βάρκα ενός συγγενή τους και τόσκασαν απ’ το νησί. Κατέφυγαν στη Σύρο, δεν τους άρεσε ο νέος τόπος, ξαναφόρτωσαν τα πράγματά τους, ήρθαν στη ελεύθερη Ελλάδα, περιπλανήθηκαν για λίγο και μετά από πολλές περιπέτειες κατέφυγαν στην άλλη άκρη της χώρας, στην Κυλλήνη. Τους φάνηκε πως ο τόπος και οι άνθρωποι κάπως έφερναν, έμοιαζαν δηλαδή με τη χαμένη τους πατρίδα, βρήκαν και το έδαφος πρόσφορο, στο τέλος το πήραν απόφαση και άραξαν για πάντα εδώ διαλέγοντάς την για δεύτερη πατρίδα τους.
΄Όταν έφτασαν στην Κυλλήνη για πρώτη φορά, την βρήκαν κι αυτή ερειπωμένη, έρημη από κατοίκους και ζωντανά. Κάτι λίγοι ψαράδες κατοικούσαν μόνο και διέσχιζαν το Ιόνιο με τις βάρκες τους. Στα 1824 με 1825 είχαν περάσει και από εδώ οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ και είχαν ρημάξει τα πάντα. Το χωριό είχε πυρποληθεί από τη μία άκρη ως την άλλη, οι κάτοικοι, όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το φονικό μαχαίρι του εισβολέα, μπήκαν στις βάρκες και τα καΐκια και κατέφυγαν, άλλοι στο κοντινό νησάκι της Καυκαλίδας, άλλοι στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, κι άλλοι κρύφτηκαν σαν αγρίμια στους γύρω λόγγους και τις απάτητες πλαγιές της περιοχής. Με τον καιρό, όμως, και μετά τη φυγή των Αιγυπτίων, επέστρεφαν σιγά-σιγά και το χωριό άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τότε ήταν που αποφάσισε ο Μάξιμος να παραμείνει εφ’ όρου ζωής στον τόπο μαζί με τη γυναίκα του.
Αμέσως στρώθηκε στη δουλειά. Χρήματα είχε αρκετά, όσα κατάφερε να γλιτώσει από την καταστροφή της πρώτης του πατρίδας, αγόρασε χωράφια, σχεδόν τζάμπα ήταν τότε, έκτισε αποθήκες, αγόρασε προϊόντα και τα μεταπούλησε, έκανε γερό κομπόδεμα, μάζεψε κοντά του πολύ από τον ντόπιο πληθυσμό, τους βοήθησε να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, να ζήσουν καλύτερα με τον καιρό, χωρίς έντονες βιοτικές φροντίδες. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, περίμενε από μέρα σε μέρα να υποδεχτεί πενήντα πλούσιες οικογένειες της Χίου, που είχαν γλιτώσει κι αυτές από το φονικό μαχαίρι του Τούρκου και είχαν έρθει σε επαφή με τον Μάξιμο.
Ο κόσμος εδώ τον αγαπούσε. Το ήξερε αλλά το ένιωθε κιόλας από την καθημερινή επαφή μαζί τους. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, πλην εξαιρέσεων πάντα, να μην τον αγαπάνε; Του χρωστούσαν τόσα και τόσα! Τους αγόρασε βόδια για να οργώνουν, τους έδωσε οικόπεδα να χτίσουν σπίτια ν’ απαγκιάσουν το κορμί τους, χωράφια να καλλιεργούν, πρόβατα και γίδια, στις αποθήκες του απόθετα τα προϊόντα του καθημερινού τους μόχθου και πληρώνονταν αμέσως σε μετρητά, κάτι που ήταν πρωτάκουστο για την περιοχή, οι κοτζαμπάσηδες του παρελθόντος δεν πλήρωναν ποτέ με μετρητά, έφτιαξε γεφύρια και άλλα μικρά έργα, που μόνο μια κυβέρνηση με πλούσιο προϋπολογισμό θα μπορούσε να κάνει.
- Υψώθηκα πολύ, σκεφτόταν από ώρα, ο κακός δαίμονας της περιοχής, ο άρχοντας Σισίνης δεν θα το ανεχτεί, θα βρει την ευκαιρία να με χαμηλώσει. Τουλάχιστον, να προλάβουν να έλθουν και οι άλλοι συμπατριώτες μου, να συστήσω μια καινούρια φρουρά απ’ αυτούς, να γλιτώσω το τομάρι μου. Τέλος πάντων, θα δούμε τι θα γίνει, δεν μπορώ να κάνω πίσω πια, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, κάναμε τόσους αγώνες για τη λευτεριά μας, χύσαμε τόσο αίμα που δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, δεν θ’ αφήσουμε να μας την πάρουν πάλι άνθρωποι κακοί, σημαδεμένοι από το κακό!

-----------------------------------

΄Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που νομίζει κανείς ότι θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει για να καταστρέψουν το σύμπαν απ’ τη μια άκρη του ως την άλλη. Βροχή ασταμάτητη και αέρας, αστραπές, βροντές και πού και πού κάποιο μακρινό αστροπελέκι.
- Κάπως έτσι θα ήταν και τότε που άρχισε ο κατακλυσμός του Νώε, σκέφτηκε μεγαλόφωνα αυτή τη φορά ο Μάξιμος και έριξε ένα κούτσουρο ακόμη στη φωτιά. Όλα τα ρέματα της περιοχής έχουν πλημμυρήσει, δεν βλέπεις χωράφι πουθενά.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε δυνατά η πόρτα. Ο Μάξιμος ταράχτηκε, κάτι να αναδεύεται ένιωσε μέσα του, ένας αδικαιολόγητος φόβος τον πλάκωσε. Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε η γυναίκα του.
- Μάξιμε, κάποιος χτυπάει την πόρτα μας.
- Μπες μέσα εσύ. Ησύχασε. Δεν είναι τίποτα, θα ρίξω μια ματιά και θα βεβαιωθείς.
Δεν πρόλαβε να κινηθεί. Η πόρτα γκρεμίστηκε στο δάπεδο, κάνοντας έναν φοβερό πάταγο, κάποιο σκληρό και ογκώδες αντικείμενο τη χτύπησε, κάποιο κορμό δένδρου θα είχαν χρησιμοποιήσει, όπως οι παλιοί πολιορκητές στα άπαρτα κάστρα του παρελθόντος.
- Ποιος διάολος είναι τέτοια ώρα στο σπίτι μου, φώναξε με τη βροντερή φωνή του ο Μάξιμος.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα. Στο άνοιγμα που άφηνε με το πέσιμό της η γκρεμισμένη πόρτα τρεις αγριάνθρωποι στέκονταν και γέμιζαν το κενό, οπλισμένοι σαν αστακοί, αξύριστοι και βρώμικοι. Τους γνώρισε αμέσως, ήταν γνωστοί παλικαράδες της περιοχής, άλλωστε, τσιράκια των Σισίνιδων αυτή την εποχή: ο Μπάμπαλης, ο Γιαννίκος κι ο Γούργαρης ο χιλιοκολασμένος, όπως τον αποκαλούσε ο λαός. Τρεις πληρωμένοι δολοφόνοι που δεν δίσταζαν ποτέ να εκτελέσουν και το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, άμα έπεφτε το παραδάκι.
- Τι θέλετε ωρέ τέτοια ώρα στο κονάκι μου;
΄Έριξε πάνω τους το βλέμμα του. Μαθημένοι από τέτοια και με τη βοήθεια, ίσως, κάποιας ποσότητας κρασιού, δεν έδειξαν να φοβήθηκαν.
- Μάξιμε, δεν κάνεις καλά κι ο αφέντης είναι θυμωμένος, του φώναξε ο Μπάμπαλης.
- Ποιος αφέντης ωρέ, ένας είναι ο αφέντης, ο Χριστός, τον αντέκρουσε.
- Μάξιμε, μιλάς άπρεπα, πήρε το λόγο ο Γιαννίκος, ο αφέντης ο Σισίνης σου μήνυσε και άλλες φορές αλλά εσύ δεν υπάκουσες, έγινες ένα με το σκυλολόι.
- Ποιο σκυλολόι ωρέ παλιόσκυλα του κερατά, βασανισμένοι άνθρωποι είναι.
- Μα που έχουν ξεχάσει εξ αιτίας σου να σέβονται και να τιμούν, όπως πρέπει, τον αφέντη τους, ολοκλήρωσε με την άγρια φωνή του ο Γούργαρης. Αυτά είναι τα ύστερα του κόσμου, η τάξη του κόσμου πάει περίπατο. Δεν είναι πράματα αυτά, δεν τα θέλει μήτε ο Θεός!
- ΄Άσε τον Θεό στη θέση του, αντίχριστε, τι τον πιάνεις στο στόμα σου!
- Μάξιμε, δεν θες να μας ακούσεις, να συμμορφωθείς, ήταν η σειρά του Μπάμπαλη να μιλήσει.
- Πηγαίνετε, ωρέ, ό,τι έχω να πω, θα το πω εγώ ο ίδιος με τον άρχοντα, δεν έχω άλλα λόγια μαζί σας.
- Δεν μας έστειλε για να κουβεντιάσουμε, πήρε τον λόγο ο Γιαννίκος.
- ΄Ήρθαμε γι’ αυτό, ολοκλήρωσε για μιαν ακόμη φορά ο Γούργαρης και του άδειασε την πιστόλα στο κεφάλι.
Ο Μάξιμος έκανε μια κίνηση, σαν για να κρατηθεί από κάποιο αόρατο στήριγμα, δεν μπόρεσε, παραπάτησε και σωριάστηκε κατά γης. Δεύτερη πιστολιά ακούστηκε απ’ τον Γιαννίκο και Τρίτη από τον Μπάμπαλη κι ο Μάξιμος κείτεται νεκρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
- Φονιάδες, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από την κορυφή της σκάλας.
Οι τρεις εκτελεστές τάχασαν για μια στιγμή, σάστισαν απ’ την σπαρακτική φωνή της γυναίκας, οπισθοχώρησαν βήμα – βήμα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα αλλόφρων, με όσα είδαν τα μάτια της, πήρε κι αυτή τα όρη και τα βουνά και χάθηκε προς στιγμήν από τα μάτια του κόσμου. Τη βρήκαν μετά από τρεις μέρες κρυμμένη σ’ ένα καΐκι, νηστική και εξαθλιωμένη.
Εκείνη τη νύχτα η Κυλλήνη έχασε για πάντα το στήριγμά της και τις ελπίδες της για ένα καλύτερο μέλλον κι ο Μάξιμος έγινε τραγούδι στο στόμα των χωρικών, που το τραγουδούσαν όταν ο πόνος τους πλάκωνε στα στήθια.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Σημειώσεις Ιστορίας και Ανθρωπογεωγραφίας της Ανδραβίδας

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Η Ανδραβίδα σήμερα είναι μια κωμόπολη, ένα κεφαλοχώρι καλύτερα, που γνώρισε ταυτόχρονα τη δόξα και την αφάνεια στη μακραίωνη ιστορία της, την ακμή και την παρακμή, όπως άλλωστε συμβαίνει πολύ συχνά στην Ιστορία για κάθε πόλη, κάθε χώρα και κάθε λαό. Σήμερα πασχίζει να επιβιώσει στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις και μόνο και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία παρά τη φανερή εγκατάλειψη από το κράτος των Αθηνών και τη σταθερή έλλειψη υποδομών και επενδύσεων.
Η Ανδραβίδα λοιπόν είναι μια κωμόπολη που επιθυμεί διακαώς να γίνει πόλη χωρίς να το κατορθώνει, όπως και όλες οι άλλες κωμοπόλεις άλλωστε και τα κεφαλοχώρια του ηλειακού κάμπου. Κατοικείται σταθερά από αγροτικό κυρίως πληθυσμό με λίγους εργάτες και υπαλλήλους και στις μέρες μας από ένα μεγάλο αριθμό αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως Βουλγάρων και Αλβανών, σε μια έκταση τριάντα περίπου χιλιάδων στρεμμάτων και άλλων δέκα χιλιάδων που της έχουν αφαιρεθεί για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου. Αυτά τα χωράφια ακριβώς είναι και αυτά που έδωσαν την ώθηση για τη μετανάστευση πολλών κατοίκων της στις δεκαετίες του 1950 και 1960 παράλληλα και με άλλα αίτια βέβαια αφού αφαίρεσαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε πολλές οικογένειες τη δυνατότητα να εξακολουθούν να ζουν με αξιοπρέπεια στον τόπο που ζούσαν και οι πρόγονοί τους .
Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά στο μιξοβάρβαρο «Χρονικό του Μορέως», όπου από τα χείλη του γασμούλου συγγραφέα του εξυμνείται η δόξα και το μεγαλείο της κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν αποτέλεσε την πρωτεύουσα του μικρού αυτού Γαλλικού κράτους της Πελοποννήσου. ΄Έτσι η Ιστορία της πριν από τη Φραγκική κατάχτηση είναι παντελώς άγνωστη αφού οι πηγές στάθηκαν φειδωλές απέναντί της. Τα επίθετα όμως που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο συγγραφέας του χρονικού για να μιλήσει γι’ αυτή και για να την χαρακτηρίσει καθώς και το γεγονός της μετατροπής της από την πρώτη κιόλας στιγμή σε διοικητικό, στρατιωτικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του Φράγκικου Πριγκιπάτου των Βιλλεαρδουίνων, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη μέση της πεδιάδας ατείχιστη και απροστάτευτη στις εχθρικές προσβολές, όλα αυτά μας πείθουν ότι θα πρέπει να ήταν το κέντρο της περιοχής και κατά την αυτοκρατορική, τη Βυζαντινή περίοδο την πριν του έτους 2004.
Η Ανδραβίδα κι ο περίγυρός της, όπως είναι γνωστό, είναι μια περιοχή πεδινή, με κάποιους λόφους στα πέριξ της, χωρίς μεγάλα βουνά ή απότομες εδαφικές εξάρσεις. Απ’ την αρχαία ήδη εποχή μεγάλες εκτάσεις αυτού του τόπου αποτελούν βοσκοτόπια για την εκτροφή των ζώων και ιδιαίτερα των αλόγων με τα οποία αισθάνονταν και αισθάνονται και σήμερα στενά δεμένοι οι φαινομενικά φιλήσυχοι κάτοικοί της. Με τον ερχομό των Φράγκων η αλογοπαραγωγή αυξάνεται ραγδαία, οι άνθρωποι δένονται ακόμη περισσότερο με το ευγενές αυτό ζώο, ο τρόπος ζωής των κατοίκων αλλάζει σιγά σιγά μαζί με την ψυχοσύνθεσή τους. Η ποιότητα των αλόγων που παράγεται αναγνωρίζεται από παντού, η καινούρια φυλή που δημιουργείται από τη διασταύρωση Νορμανδικών επιβητόρων με ντόπια θηλυκά είναι ανθεκτική, ευκίνητη και γρήγορη. Είναι γνωστή άλλωστε η απαίτηση των σουλτάνων αργότερα για την αποστολή κατά καιρούς από το βοεβόδα της Γαστούνης ανδραβιδαίικων αλόγων στους βασιλικούς στάβλους της Κωνσταντινούπολης. Η παραγωγή των αλόγων αυτής της φυλής τείνει να συνεχιστεί και σήμερα παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται συνεχώς κι αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αγάπη που τρέφουν όλοι προς αυτά. Από το ιπποτικό πνεύμα της Φραγκοκρατίας έχει μείνει ακόμη και σήμερα βαθιά χαραγμένη στην ψυχή των κατοίκων η αγάπη για τα άλογα, η έμφυτη ευγένεια, το φιλότιμο, η λεβεντιά, η εριστική διάθεση των ανδρών, η παλικαριά και η αγάπη προς τη γυναίκα. Η θέση του άντρα εξακολουθεί να είναι, όπως και τον καιρό της ιπποσύνης, κυριαρχική, με τις πρώτες ρωγμές να παρουσιάζονται στο σύστημα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας εξάγονταν κάποιες μικρές ποσότητες σταφίδας από το λιμάνι της Γλαρέντζας. ΄Όμως κανονική και συστηματική καλλιέργεια αυτού του προϊόντος άρχισε να γίνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα με κλίματα που έφεραν από την Κορινθία. Σε ολόκληρη την περιοχή του τέως δήμου Μυρτουντίων παραγόταν σχεδόν ως τις μέρες μας το 10% περίπου της σταφίδας της Ηλείας. Στο τέλος μάλιστα του 19ου αιώνα σχεδόν εξαφανίστηκε κάθε άλλη καλλιέργεια εξαιτίας της σταφίδας που εξαγόταν από τους Ηλείους εμπόρους προς κάθε κατεύθυνση. Την ίδια εποχή που η Γαλλία άρχισε να ξεπερνάει σιγά σιγά τα προβλήματά της και να εξαπλώνεται παντού και πάλι η καλλιέργεια της σταφίδας παρουσιάζονται τεράστια εμπόδια στην εξαγωγή του προϊόντος απ’ την Ελλάδα κι αρχίζουν οι πρώτες κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις με την υπερπαραγωγή, την αλματώδη πτώση των τιμών και την αδυναμία της διάθεσής του στις ξένες αγορές.
Στις αρχές του 20ου το σταφιδικό προκάλεσε πολλές φορές ταραχές και προβλήματα στην Ηλεία ενώ αρκετές απεργίες έγιναν με την καθοδήγηση των σοσιαλιστικών και αναρχικών κύκλων του Πύργου. Από τότε πολλές φορές ανακινήθηκε το πρόβλημα μέχρι τότε που η καλλιέργεια της σταφίδας αντικαταστάθηκε στα νεώτερα χρόνια από άλλες, όπως των εσπεριδοειδών, της βιομηχανικής ντομάτας, των οπωροκηπευτικών, του καλαμποκιού και του βαμβακιού. Σήμερα που χαράσσονται αυτές οι γραμμές βρισκόμαστε και πάλι σ’ ένα χρονικό σταυροδρόμι και ετοιμαζόμαστε και πάλι για νέες καλλιέργειες.
Παλιότερα στην περιοχή της Ανδραβίδας καλλιεργούνταν και παράγονταν και άλλα προϊόντα εκτός από τη σταφίδα και τα αμπέλια που η παραγωγή τους σήμερα έχει μειωθεί ή έχει εκλείψει εντελώς, όπως τα δημητριακά, τα όσπρια, το λάδι, το καρπούζι κ.ά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Πουκεβίλ κύριο προϊόν της περιοχής ήταν το λινάρι ενώ περίφημα ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα καπόνια (ευνουχισμένα κοκόρια) και τα τυροκομικά προϊόντα αφού υπήρχαν πολλά κοπάδια από πρόβατα που έβοσκαν στα λιβάδια της περιοχής. Μια δραστηριότητα που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με την παραγωγή φέτας και μυτζήθρας ή γιαούρτης εκλεκτής ποιότητας. Η ξυλεία λιγοστή γιατί τα χωράφια ήταν εύφορα και χρησιμοποιούνταν για αποδοτικότερες καλλιέργειες. Κύριοι εκπρόσωποι το κυπαρίσσι, η λεύκα, η βαλανιδιά, η αγραπιδιά (γι’ αυτό ίσως και η εκτεταμένη χρήση του επώνυμου «Αγραπίδης»), η μουριά για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, το πεύκο, η κορομηλιά (άλλο συνηθισμένο επώνυμο) και διάφορα άλλα οπωροφόρα σε μικρότερους αριθμούς. Το κυνήγι ελάχιστο λόγω της εντατικής καλλιέργειας των εδαφών και το ψάρεμα γινόταν μόνο μια φορά το χρόνο, τον Αύγουστο, όταν, σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιότερων γύριζαν τα νερά της λίμνης του Εβυθού. Από το 1957 όμως λόγω διαφόρων τεχνικών έργων η λίμνη έπαψε να επικοινωνεί με τη θάλασσα και συνεπώς και να κρατάει ψάρια στα νερά της.
Η μεταξοκαλλιέργεια είχε αρχίσει ήδη από το έτος 552 μ.Χ., στα χρόνια του Ιουστινιανού, στην αρχή ερασιτεχνικά, για να θεριέψει στη συνέχεια και να γεμίσει ο τόπος από μουριές, που έδωσαν και το καινούριο όνομα στην Πελοπόννησο και να σβήσει στις αρχές του 20ου αιώνα. Πάντως υπήρξαν μεταξοσκώληκες στην περιοχή μέχρι και τη Γερμανική Κατοχή, όπως μου έλεγε η μητέρα μου αφού η οικογένειά μου καλλιεργούσε μέχρι τότε το χρυσοφόρο αυτό έντομο. Υπήρχαν μεγάλα εργαστήρια για την επεξεργασία του μεταξιού στην Ανδραβίδα, τη Γλαρέντζα, την Πάτρα και φυσικά τη Βοιωτία. Τα μεταξωτά της περιοχής ήταν περιζήτητα και πασίγνωστα ήταν τα αραχνοΰφαντα πέπλα που φορούσαν οι Ηλειώτισες. Η Πελοπόννησος, ο Μοριάς χρωστάει πιθανότατα το νεώτερο όνομά της στις απέραντες φυτείες από μουριές που κάλυπταν ολόκληρη σχεδόν την πεδινή Ηλεία στα Βυζαντινά αλλά και στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Ενδεικτικό της ποιότητας και της φήμης των μεταξωτών της Ανδραβίδας ήταν και το γεγονός ότι ο πάπας Ουρβανός Δ΄ (1261-1264) ζήτησε από τους επίσκοπους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, όπως λεγόταν τότε το Γαλλικό κράτος της Ανδραβίδας, να του στείλουν ντόπια μεταξωτά.
Είναι γεγονός ότι κάθε εποχή έχει και τα δικά της προϊόντα, τις δικές της καλλιέργειες που όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν κι αυτές. Στην αρχαιότητα π.χ. ονομαστή ήταν η καλλιέργεια της βύσου και του λιναριού. Οι ανάγκες που παρουσιάζονται κάθε φορά ορίζουν και τις καλλιέργειες. Η αλλαγή των προϊόντων που παράγονται και καταναλώνονται επί τόπου φέρνει αναγκαστικά και την αλλαγή των επαγγελμάτων. ΄Έτσι μια σειρά επαγγελμάτων χάνουν τη σημασία τους ή εξαφανίζονται. Στη δεκαετία του 1960 χάθηκαν οριστικά ή άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα σα συνέπεια της προόδου μια σειρά από επαγγέλματα που μέχρι τότε έδιναν τον τόνο στη ζωή του τόπου και που για αιώνες αποτέλεσαν ένα μεγάλο μέρος του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Καρολόγοι, πεταλωτήδες, μυλωνάδες, ζευγάδες, καροποιοί, σιδεράδες κι ένας σωρός άλλοι αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά από τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα γεωργικά μηχανήματα, τα μηχανουργεία και τις αλουμινοκατασκευές, τους ηλεκτροκίνητους ή πετρελαιοκίνητους μύλους.
Οι γραφικές μάκινες με τον ιδιότυπο θόρυβο που καθάριζαν τη σταφίδα από όλες τις ξένες προσμίξεις, οι γανωματήδες που γυρνούσαν τις γειτονιές και φρόντιζαν τα μαχαιροπήρουνα και τα κατσαρολικά της οικογένειας, τα στιλβωτήρια, τα καζάνια που επεξεργάζονταν τα υπολείμματα των στυμμένων σταφυλιών και παρήγαν το τσίπουρο και το οινόπνευμα δεν υπάρχουν πια παρά σαν απολιθωμένα ερειπωμένα μνημεία μιας άλλης εποχής όχι και τόσο μακρινής προς τη δική μας, ενώ οι πατόζες, οι αλωνιστικές μηχανές δηλαδή αντικαταστάθηκαν από τις τερατώδεις θεριζοαλωνιστικές που έφεραν την Ανδραβίδα στις πρώτες θέσεις της κινητής βιομηχανίας στην Ελλάδα, όπως φαίνεται στους καταλόγους του Υπουργείου Βιομηχανίας της δεκαετίας του 1960.
΄Όλες αυτές οι αλλαγές, μικρές ή μεγάλες, άρχισαν να δημιουργούν μια ισχνή και ολιγάριθμη μικροαστική τάξη την οποία ενίσχυσαν στη συνέχεια τα στελέχη των γεωργικών βιομηχανιών που εγκαταστάθηκαν την ίδια εποχή στην ευρύτερη περιοχή της Ανδραβίδας, η οποία όμως δεν κατάφερε ποτέ κι ούτε θα το καταφέρει κατά τα φαινόμενα, αφού οι περισσότερες από αυτές τις βιομηχανίες έκλεισαν οριστικά, να υποσκελίσει την κατά πολύ ισχυρότερη αγροτοεργατική τάξη που ενισχύθηκε στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα με τα πλήθη των Αλβανών, των Βορειοηπειρωτών και των Βουλγάρων που κατέκλυσαν την περιοχή και ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα από τότε τις βαριές αγροτικές και εργατικές εργασίες.
Η Ανδραβίδα στα χρόνια του Βυζαντίου ήταν ιδιαίτερα ονομαστή για τον πλούτο της και την πολυτέλεια με την οποία ζούσαν οι άρχοντές της. Το « Χρονικό του Μορέως » δηλώνει κατηγορηματικά πως « ένι η Ανδραβίδα, η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπο του Μορέως ». Στην αυλή της μιλούσαν τα Γαλλικά όπως και στο Παρίσι. Κατά τον Μαρίνο Σανούντο « η αυλή αυτή φαινόταν καλύτερη από την αυλή οποιουδήποτε μεγάλου βασιλιά ». Το ίδιο υποδηλώνει άλλωστε και το λαϊκό παραμύθι «Η Ανδραβίδα που έγινε ψαράκι» γιατί δεν ήταν δυνατόν να δοθεί το όνομα μιας πόλης ως βαπτιστικό αν αυτή δεν ήταν ένδοξη, πλούσια και δυνατή. Σ’ αυτή την αυλή όμως ζούσαν συγχρόνως και πολλοί τυχοδιώκτες, ιππότες, περιπλανώμενοι ή μη, εγκληματίες κάθε είδους, επαγγελματίες πολεμιστές, ιερωμένοι, τροβαδούροι, ποιητές, κάθε καρυδιάς καρύδι μ’ ένα λόγο, στους οποίους παραχωρούσε ο πρίγκιπας κατά την επιθυμία ή το συμφέρον του προνόμια, ιδιοκτησίες και απολαβές. ΄Έτσι η ζωή του συνόλου του ντόπιου πληθυσμού ήταν κάθε άλλο παρά παραδεισιακή, παρόλο που ήταν μαθημένοι από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης τα προηγούμενα χρόνια.
Σκληρά και απάνθρωπα συμπεριφέρονταν στους δουλοπάροικους οι κατακτητές, οι Φράγκοι ευγενείς και μαζί με αυτούς και οι ντόπιοι άρχοντες που κρατούσαν μέρος της εξουσίας τους συνεργαζόμενοι με τους κατακτητές αλλά και ο καθολικός κλήρος που είχε κι αυτός φεουδαρχική οργάνωση και ανάλογα προνόμια και ιδιοκτησίες. Σκληρές και απάνθρωπες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης των υποταγμένων, η οικονομική εκμετάλλευση, η άγρια καταπίεση, οι εξευτελιστικές αγγαρείες για τη δημιουργία δημόσιων έργων, η έλλειψη κάθε σοβαρής υλικής απολαβής για κάθε είδους εργασία που προσφερόταν από αυτούς και όσον αφορά στις γυναίκες το δικαίωμα της πρώτης νύχτας για τον άρχοντα, όπως ακριβώς σε όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για τούτο οι δουλοπάροικοι θα πρέπει να είχαν πάντα το νου τους στην εξέγερση και την ανταρσία. Και φυσικά δεν είχαν άδικο!
Από το 1262 όμως αρχίζει η σταδιακή παρακμή του κράτους και συνακόλουθα της φραγκικής κυριαρχίας της Πελοποννήσου που παρατηρείται αμέσως μετά τη σύλληψη του πρίγκιπα στη μάχη της Πελαγονίας (1259) και την τριετή αιχμαλωσία του απ’ τις δυνάμεις των Παλαιολόγων ενώ στα χρόνια της κυριαρχίας του Ιωάννη Γρανίνα (1317-1322) αρχίζει και η παρακμή της ίδιας της Ανδραβίδας. ΄Άλλωστε, ήδη από τα χρόνια της πριγκηπέσας Ιζαμπώ ως πριγκιπική κατοικία χρησιμοποιείτο τον περισσότερο καιρό το κάστρο της Καλαμάτας κι όχι το Χλεμούτσι.
Η παρακμή της πόλης ολοκληρώνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φυσικά στο 19ο αιώνα. Ο Γάλλος ταξιδιώτης Πουκεβίλ αναφέρει στο γνωστό ταξιδιωτικό σύγγραμμά του ότι στις αρχές του 19ου αιώνα που πέρασε απ’ την περιοχή στην άλλοτε μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα των Βιλλεαρδουίνων δεν κατοικούσαν παρά εξήντα οικογένειες Ελλήνων και εξήντα Τουρκικές κι ότι τα σπουδαία μνημεία της Φραγκικής κυριαρχίας είναι ερειπωμένα και τα αρχιτεκτονικά τους μέλη σκορπισμένα παντού σαν ποτίστρες οικόσιτων ζώων ή εντοιχισμένα σε σπίτια και εκκλησίες της περιοχής. Τα ίδια ακριβώς μαρτυρεί και ο Buchon στα 1840. Η πόλη δεν βρίσκεται στην πρώτη σειρά των οικισμών από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη. Τη θέση της την έχει πάρει η Γαστούνη.
Στην επανάσταση του 1821 παίζει κι αυτή το ρόλο της με τα στρατιωτικά τμήματα που οργανώνει ο οπλαρχηγός Καπετάν-Κωνσταντής Ανδραβιδιώτης, συνεργάτης και φίλος του Κολοκοτρώνη και άσπονδος εχθρός των κοτζαμπάσηδων. Ο Καπετάν-Κωνσταντής δίνει παντού το παρόν: στις Πόρτες της Αχαΐας, στο Σανταμέρι, στον Πύργο, στο Χλεμούτσι, στο Μεσολόγγι κατά την πρώτη πολιορκία των Τούρκων και όπου αλλού το απαιτεί ο αγώνας. ΄Έχει ξεκινήσει τον πόλεμό του κατά των Τούρκων από τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια και γι’ αυτό, κυνηγημένος απ’ τους κατακτητές, είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο και κατετάγη κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι ΄Ελληνες, στον Αγγλικό στρατό. Εκεί γνώρισε και τον Κολοκοτρώνη.
Η Ανδραβίδα μαζί με τη Γαστούνη και τα υπόλοιπα χωριά του Κάμπου αναλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από το βάρος του επισιτισμού των επαναστατικών τμημάτων και των πολιορκημένων Μεσολογγιτών. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη της υπόλοιπης πεδινής Ηλείας και λεηλατείται άγρια στα 1825 από τα ακαταμάχητα στίφη του Ιμπραήμ που οι Ανδραβιδιώτισες, γυναίκες σκληρές, μαθημένες στη βιοπάλη, τους αντιστέκονται με επιτυχία για μια ολόκληρη μέρα κλεισμένες στο ιερό της Αγίας Σοφίας, ζωσμένες τα’ άρματα των ανδρών τους και τους αποκρούουν. ΄Όταν οι άνδρες θα επιστρέψουν το σούρουπο απ’ τα χωράφια οι Αιγύπτιοι θα έχουν φύγει και οι γυναίκες θα έχουν επιστρέψει και πάλι στην κουζίνα τους για να ετοιμάσουν το βραδινό τους.
Με το ψήφισμα της 13ης Απριλίου του 1828 του ελεύθερου πια Ελληνικού κράτους η Ανδραβίδα υπάγεται διοικητικά στην επαρχία της Γαστούνης, όπως και ολόκληρος ο Κάμπος άλλωστε, που μαζί με την επαρχία του Πύργου θα αποτελέσουν την ΄Ηλιδα. Αργότερα η ΄Ηλις και η Αχαΐα θα αποτελέσουν τον ενιαίο νομό της Αχαιοήλιδος.
΄Όμως η παρακμή είναι πια οριστική. Κατά τον Γερμανό ιστορικό της Φραγκοκρατίας Μίλερ η Ανδραβίδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα «είναι ρυπαρόν χωρίον, όπερ ο περιηγητής διέρχεται δια του σιδηροδρόμου καταβαίνων εις Ολυμπίαν». Μια μικρή ανάπτυξη της έδωσε το τρένο που τη σύνδεσε στο τέλος του 19ου αιώνα με τον Πύργο, την Πάτρα και την Αθήνα, αν και λόγω τοπικών αντιδράσεων δεν έγινε ποτέ σιδηροδρομικός κόμβος.
Η παρακμή αυτή της πόλης συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα οπότε αντιμετώπισε πολλά δεινά από τους πολέμους, εμφύλιους και εθνικούς. Μετά το 1950 η μαζική μετανάστευση στην Αμερική, στην Αυστραλία και αργότερα στη Γερμανία της έδωσε το οριστικό της χτύπημα. Τα δεινά των πολέμων, η μισαλλοδοξία των αντιπάλων, η αναγκαστική απαλλοτρίωση δέκα χιλιάδων περίπου στρεμμάτων καλλιεργήσιμης έκτασης για τις ανάγκες του στρατιωτικού αεροδρομίου, η έλλειψη υποδομών και επενδύσεων ανάγκασαν πάρα πολλούς κατοίκους και μάλιστα νέους να μεταναστεύσουν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και μάλιστα στην Αθήνα όπου μια άλλη Ανδραβίδα ζει στο δικό της ρυθμό και με τη νοσταλγία της παλιάς.
Μια κάποια αναγέννηση φάνηκε ότι θα δημιουργούσε η λειτουργία του φράγματος του Πηνειού και οι νέες καλλιέργειες που εισήχθησαν εξαιτίας του στην περιοχή. Τώρα όμως, εν έτει 2009, εξαντλήθηκε εντελώς η δυναμική τους και ο αγροτικός πληθυσμός βαδίζει εντελώς αβοήθητος, όπως πάντα άλλωστε, σε νέους δρόμους, τους οποίους αγνοεί και κανείς δεν του δείχνει τι πρέπει να κάνει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του καθώς και για το μέλλον της περιοχής.
Μερικές παρατηρήσεις ακόμη για τους κατοίκους, το χαρακτήρα τους, τη συμπεριφορά τους και τη ζωή τους από προσωπική και μόνο παρατήρηση: Η ζωή και ο χαρακτήρας των Ανδραβιδαίων παρουσιάζει αρκετές και σημαντικές ιδιορρυθμίες, διαφέρει δηλαδή ριζικά από τη ζωή και τον χαρακτήρα των κατοίκων της γύρω περιοχής. Μερικές από τις ιδιορρυθμίες αυτές, όπως π.χ. η βεντέτα, που ίσχυσε σχεδόν μέχρι το 1960, η σκούφια, ένας τύπος της οποίας κατασκευαζόταν μόνο εδώ, κάποιοι άλλοι κανόνες αυστηρής συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες, η φιλόξενη διάθεση, η παθολογική αγάπη προς το άλογο, η αυστηρότητα των ηθών είναι μοναδικές. Πολλά έχουν ενδεχομένως συντελέσει σ’ αυτή την ιδιόρρυθμη διαμόρφωση της σκέψης του, όπως η κλειστή αγροτική κοινωνία στην οποία έζησαν επί αιώνες, η παράδοση των ιπποτών του μεσαίωνα και του πνεύματός τους που άφησαν παρακαταθήκη στον τόπο, οι μεγάλες διαφορές των ιδιοκτησιών ως προς την έκτασή τους, η αυστηρά πατριαρχική συγκρότηση που διατηρήθηκε αναλλοίωτη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1960 και η μαζική εισβολή άλλων πληθυσμιακών στοιχείων, κυρίως από τη Ζάκυνθο. Στην Ανδραβίδα βρήκαν ασφαλές καταφύγιο πολλοί Ζακυνθινοί που έφυγαν απ’ την πατρίδα τους είτε από φτώχεια, οπότε έψαχναν στον εύφορο τόπο για δουλειά είτε για κάποιο έγκλημα τιμής, για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες και πολλές φορές το αταίριαστο της σχέσης τους (περίπτωση αιμομιξίας ). Ούτως ή άλλως όμως οι Ζακυνθινοί που εγκαταστάθηκαν εδώ, στο γόνιμο και αποδοτικό κάμπο, ήταν πάντοτε οι φτωχοί γιατί οι πλούσιοι κατέφευγαν στην Αθήνα ή την Πάτρα. Οι ιδιορρυθμίες αυτές αποτέλεσαν τελικά έναν ιδιαίτερο και αυστηρό και απαραβίαστο κώδικα συμπεριφοράς, ζωής, διασκέδασης, ενδυμασίας, εργασίας κ.λ.π.
Ο Ανδραβιδαίος γενικά χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία, φιλόξενη και φιλόπρωτη διάθεση, είναι γλεντζές, δεν δέχεται εύκολα προσβολές και τις ανταποδίδει αμέσως, αν τις δεχτεί, είναι ευέξαπτος, ευερέθιστος, φτάνει ως το έγκλημα για λόγους τιμής χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεσυνερίζεται εύκολα τον άλλον (π.χ. όταν άρχιζε ένας τον τρύγο και μάλιστα από τα’ αφεντικά, τον άρχιζαν την ίδια στιγμή και οι υπόλοιποι ακόμα κι αν τα σταφύλια δεν είχαν ωριμάσει αρκετά), μιμείται πάντα το διπλανό του στον επαγγελματικό τομέα, αγαπάει παθολογικά τα άλογα και τη γυναίκα παρόλο που την υποτιμάει ως ον και θεωρεί ως κύριες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον άνδρα την ευγένεια, τη λεβεντιά και την τιμή.
Αυτά βέβαια ίσχυαν για τους παλαιότερους όμως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα πράγματα και οι άνθρωποι άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αλλάζουν. Πολλά παιδιά άρχισαν ν’ ακολουθούν σπουδές στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση και μάλιστα πολλά κορίτσια, γεγονός αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια. Στο τέλος της δεκαετίας αυτής ιδρύθηκε και το Γυμνάσιο και δέκα χρόνια περίπου μετά το Λύκειο, τα μαθήματα των οποίων παρακολουθούν πια το σύνολο των παιδιών εκτός από εκείνα φυσικά που αντιμετωπίζουν εγγενείς αδυναμίες ή οικογενειακή αδιαφορία.
Γενικά όμως ο Ανδραβιδαίος είναι συντηρητικό άτομο κι ως ένα σημείο αδιάφορο για την πολιτική γι’ αυτό και επικρατούν σχεδόν πάντα στην τοπική πολιτική σκηνή μέτριοι από κάθε άποψη άνθρωποι. Παρόλο τον συντηρητισμό τους όμως οι Ανδραβιδαίοι δεν ακολούθησαν ομαδικά και με φανατισμό τα τάγματα ασφαλείας στα χρόνια της Γερμανοϊταλικής κατοχής, ίσως και λόγω εγωισμού, ενώ σε άλλα χωριά του κάμπου το φαινόμενο ήταν μαζικότερο. Επίσης και το αντάρτικο δεν στρατολόγησε παρά λίγους σε σύγκριση πάντα με τον πληθυσμό της πόλης. Τούτο ίσως να οφείλεται στην αντίδραση των μεγάλων οικογενειών που επηρέαζαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν ακόμη τα πράγματα αλλά και στην αδυναμία του Ανδραβιδιώτη να θέσει με ευκολία τον εαυτό του υπό τις διαταγές των άλλων. Γενικά ταγματασφαλίτες και αντάρτες έγιναν νέοι που ένιωθαν λιγότερο ή καθόλου τις δεσμεύσεις των παραδοσιακών κανόνων της κοινωνικής ζωής ή είχαν παραβατική συμπεριφορά.
Ο μεγάλος ταξιδευτής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Καζαντζάκης, περαστικός από την Ηλεία στα χρόνια του μεσοπολέμου, είδε με τη σίγουρη ματιά του προσεκτικού παρατηρητή πολλά πράγματα παρά το λίγο που έμεινε στον τόπο. Γράφει χαρακτηριστικά στο κεφάλαιο «Μοριάς» της σειράς «Ταξιδεύοντας»: « ΄Έφτασα στην Ανδραβίδα, τη μεσαιωνική δοξασμένη πρωτεύουσα των Φράγκων. Οι φράγκικες εκκλησιές της χάθηκαν, τις εκατάπιε η γης, οι τάφοι που ήταν εδώ των πριγκίπων του Μοριά, των τριών πρώτων Βιλλεαρδουίνων, αφανίστηκαν κι αυτοί. Τώρα στα καφενεία, οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά, οι γυναίκες, τραχές, ταγαριασμένες, σκύβουν στην ξαπλωμένη στα χωράφια σταφίδα και κάπου κάπου σέρνουν μια φωνή στριγκιά. Είναι αγέλαστες, αυστηρές, δουλεύουν ακατάπαυτα, κοιτάζουν τον ξένο δίχως χαμόγελο. Το χαμόγελο είναι εδώ από τα πιο σπάνια φαινόμενα. Κάποτε γελούν δυνατά, μα σχεδόν πάντα τα μούτρα είναι σκυθρωπά και κατεβασμένα».
Σήμερα όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα κι οι σύγχρονοι νέοι της Ανδραβίδας διαβάζουν με απορία, με μια δόση συγκατάβασης και ειρωνείας όσα αναφέρει ο μεγάλος συγγραφέας για τους όχι και τόσο μακρινούς προγόνους τους. Εκείνο βέβαια το «οι άνθρωποι» λες και οι γυναίκες ανήκουν σε κάποιο άλλο είδος της δημιουργίας, πώς να το αντέξουν οι σημερινοί άνθρωποι και να μην κουνήσουν το κεφάλι τους συμπονετικά για τα μυαλά που υπήρχαν κάποτε.
Οι κάτοικοι, ανάλογα με την κοινωνική τάξη ή ομάδα στην οποία ανήκαν, σύχναζαν και στα αντίστοιχα στέκια χωρίς να έρχονται σε άμεση επαφή η μία με την άλλη. Οι εργάτες γης και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οι ακτήμονες και τα περιθωριακά στοιχεία της πόλης σύχναζαν στις παραδοσιακές ταβέρνες που σήμερα έχουν λιγοστέψει σημαντικά και τείνουν προς την εξαφάνιση. ΄Ήταν δε οι παραδοσιακές ταβέρνες μισοσκότεινα οικήματα όπου σερβίριζαν κρασί ξεροσφύρι και καμιά φορά με λίγο ρέγγο, σαρδέλα ή ελιά. Εννοείται ότι από τους χώρους αυτούς αποχωρούσαν οι θαμώνες τους σχεδόν πάντα μεθυσμένοι. Στην επιλογή της ταβέρνας κύριο ρόλο έπαιζε η ποιότητα του κρασιού και η δυνατότητα να πιει κανείς με πίστωση γιατί μετρητά δεν υπήρχαν πάντα στην τσέπη. Οι νοικοκυραίοι πήγαιναν εκεί μόνο όταν ήθελαν να βρουν εργάτες για τα χτήματα ή τις δουλειές τους.
Η πολιτική έμενε πάντα έξω από τις ταβέρνες γιατί το κρασί και τα έντονα οικονομικά προβλήματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικολογία και συζήτηση, οι πολιτικοί όμως τις επισκέπτονταν καμιά φορά «προς άγραν ψηφοφόρων» παρόλο που ο συνηθισμένος τρόπος ήταν να κερδίσουν τις επιφανείς κυρίως οικογένειες που με τη σειρά τους επηρέαζαν τους ψηφοφόρους και τους υποχρέωναν με τον τρόπο τους να ακολουθούν τις επιλογές τους. Στις ταβέρνες περίσσευε η ανθρωπιά κι ο ανθρώπινος πόνος και καμιά φορά λόγω των έντονων αναθυμιάσεων του οίνου και η έξαψη ή και η ένταση. Κατά καιρούς σύχναζαν εκεί και οι χασικλήδες και τότε ο χώρος ντουμάνιαζε και με άλλου είδους αναθυμιάσεις.
Στα καφενεία σύχναζαν οι επαγγελματίες, όταν δεν είχαν δουλειά, οι τεμπέληδες, οι αργόσχολοι, οι χαρτοπαίχτες, οι πολιτικάντηδες και το αρχοντολόι. Εδώ σερβιριζόταν κυρίως ρακί, καφές και αναψυκτικά και οι θαμώνες συζητούσαν ή έπαιζαν χαρτιά και τάβλι. Στο καφενείο του Γιογκαράκη που δεν υπάρχει πια σερβιριζόταν μόνο ρακί. Στα καφενεία οργάνωνε τις πλεκτάνες του το αρχοντολόι αν και μετά το 1960 τα εγκατέλειψαν μαζί με τους ελάχιστους εγγράμματους και μαζεύονταν πια στο φαρμακείο. ΄Έτσι, απέφευγαν τον ανεπιθύμητο συγχρωτισμό με τα λαϊκότερα στρώματα του τόπου.
Από τα καφενεία ξεκινούσαν πολλές φορές και οι βεντέτες μεταξύ των πολιτών, πολλές φορές από ασήμαντους λόγους, όπως π.χ. η άρνηση ή η αδυναμία κάποιου να πιει το ρακί που τον κερνούσαν. Αυτό εθεωρείτο μεγάλη προσβολή που ξεπλενόταν μόνο με το αίμα. Η βεντέτα βασικά ήταν προνόμιο των μεγάλων οικογενειών και τις περισσότερες φορές ξεκινούσε για λόγους ηθικής ή εξ αιτίας κτηματικών διαφορών και συνήθως γινόταν μπροστά στα μάτια όλων, μέρα μεσημέρι, σαν ένα είδος θεσμοθετημένης μονομαχίας και σπανιότερα στα κρυφά. Στην περίπτωση αυτή όλοι ήξεραν ποιος έκανε το φονικό αλλά κανένας δεν μιλούσε μέχρι ν’ αποκαλυφθεί στην πράξη ο δράστης με την απάντηση από την οικογένεια του θύματος κι η αλυσίδα του αίματος δεν είχε τελειωμό. ΄Όλοι οπλοφορούσαν και κανείς ποτέ δεν τολμούσε να μπει μπροστά σε μια βεντέτα και να την σταματήσει γιατί τότε θα τον έπαιρνε κι αυτόν η σφαίρα. Η βεντέτα μας φέρνει στη μνήμη ξεχασμένα φραγκικά έθιμα του μεσαίωνα, η πληροφορία όμως ότι οι περισσότερες από τις οικογένειες που την ασκούσαν κατάγονταν από Τούρκους μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού. Η τελευταία βεντέτα έγινε τη δεκαετία του 1950 και έκτοτε ο πληθυσμός ησυχάζει. Ευτυχώς, το έθιμο αυτό ανήκει πια στην Ιστορία. Οι σημερινές κοινωνικές και άλλες συνθήκες δεν επιτρέπουν πια την ύπαρξή της.

Ανδρέας Φουσκαρίνης